Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Η ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΙ Η ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΣΤΗ ΣΑΝΤΑ

Ας ρίξουμε μια ματιά στη γεωργία, που ήταν ο πρώτος πόρος της ζωής των Σανταίων στα παλιά τα χρόνια. Η γεωργία ήταν πολύ  ανεπτυγμένη στη Σαντά από την εποχή των διωγμών των χριστιανών δηλαδή από το 300 μ.Χ. μέχρι το 1850. Σ’ όλο αυτό το διάστημα καλλιεργούσαν οι πατέρες μας εντατικά όλα μας τα οροπέδια και όλες τις ράχες των βουνών μας που αποψιλώθηκαν με τον καιρό. Όλες τις εκτάσεις αυτές τις καλλιεργούσαν μέχρι το 1850 μονάχα με σιτάρι και κριθάρι, στα Φτελένια όμως έσπερναν και φασόλια. 
Το 1840 ο πάπα Γεώργιος Οράχ δίδαξε πρώτος αυτός την πατατοκαλλιέργεια στους Σανταίους  και από τότε η γεωργία στη Σαν­τά πήρε άλλη μορφή. Στα παλιά τα χρόνια γεωργία και κτηνοτροφία συμβάδιζαν στη Σαντά, εάν στα δύο αυτά προσθέσουμε και το τρίτο των μεταλλείων του Γκιουμουσχανέ, θα δούμε πως η ζωή ήταν οπωσδήποτε υποφερτή στη Σαντά στους σκοτεινούς αιώνες της σκλαβιάς και στον μεσαίωνα.
 Μονάχα στην εποχή των ντερεμπέηδων και στη μεγάλη μας επανάσταση του 21, όταν κατέφθασαν στη Σαντά 10 και πλέον χιλιάδες φυγάδες απ’ όλον τον Πόντο, η ζωή κατάντησε ανυπόφορη γιατί έπρεπε να μοιραστούν οι ντόπιοι με τους φυγάδες το τελευταίο δράμι ψωμιού που τους βρισκόταν και το τελευταίο ποτήρι γάλα που τους έμενε. Παρ’ όλες όμως τις στερήσεις και τις κακουχίες αυτές δεν σημειώθηκαν θάνατοι από πείνα σε καμιά εποχή.
Στην εποχή αυτή της εντατικής καλλιέργειας των σιτηρών αλωνίζανε οι πατέρες μας σε αλώνια που βρίσκονταν μέσα κι έξω απ’ τα χω­ριά μας  και φτιάχνανε αχυρώνες γύρω απ’ τ’ αλώνια. Ιδιαιτέρα στο Ισχανάντων τ' όνομα της τοποθεσίας τ’  Ασιερόνια μαρτυρεί την ύπαρξη αχυρώνων εκεί, ως και  την εντατική καλλιέργεια των σιτηρών στην περιοχή εκείνη. Σ’ όλα μας τα χωριά βρίσκονταν αλώ­νια, τα περισσότερα όμως βρίσκονταν στο Ισχανάντων με αχυρώνες παμπάλαιας κατασκευής, όπως οι αχυρώνες του παπά Δημήτρη Λαμπριανίδη, της  Ανατολής Τσιαχούρ, του Σαλτούρ, κ. ά.
Οι γεωργοί της Σαντάς μετά το 1850 περιορίσθηκαν πάρα πο­λύ γιατί βρήκαν εύκολο το επάγγελμα του οικοδόμου (χτίστη) και κα­ταπιάστηκαν μ’ αυτό στα σοβαρά. Άλλωστε δεν βρί­σκονταν στα χωριά μας μεγάλοι κτηματίες για να καταπιαστούν με την γεωργία. Για παράδειγμα βρίσκονταν στο Ισχανάντων μονάχα 4 οικογένειες με μεγάλα κτήματα  και 10 οικογένειες με μικρά. Οι 14 αυτές οικογένειες μπορούσαν να ζήσουν με τα χωράφια τους, τα οποία λιπαίνονταν με ζωική κοπριά και είχαν μεγάλη απόδοση. Πολλοί μακαρίζαμε τους κατόχους των λίγων αυτών στρεμμάτων, μα αυτοί δεν ήσαν  ικανοποιημένοι γιατί σακατεύονταν στη δουλειά, προπαντός με την με­ταφορά των γεωργικών τους προϊόντων.
 Στα τελευταία χρόνια μόνο με­ταφορικό μέσο ήταν η πλάτη των γυναικών, ενώ προ του 1850 είχαμε στη Σάντα 150—200 άλογα και άλλα υποζύγια.
Πολλές φορές ακούστηκαν οι γιατροί της Σαντάς Πασαλίδης, Σπυράντης κ.α. να λένε πως η μεταφορά μεγάλων βαρών από τις γυναίκες συντελεί στην ελάττωση των γεννήσεων και επομένως και στην ερήμωση της Σαντάς. Ήταν λοιπόν ενδεδειγμένο να θρέψουν οι φτωχές οικογένειες ένα γαϊδουράκι τουλάχιστον, μα εφόσον από του 1850 όλοι oι άνδρες έλειπαν στην ξενιτειά δεν μπορούσαν ν’ αναλάβουν την πρωτοβουλία αυτή οι γυναίκες, που προτιμούσαν αντί για γάιδαρο να θρέψουν μια αγελάδα επιπλέον. Να σημειώσουμε ότι όλες οι φτωχές οικογένειες που είχαν λίγα κτήματα καλλιεργούσαν λίγες πατάτες και κραμβολάχανα, έτρεφαν δύο έως τρεις  γελάδες, και για τ’ άλλα έξοδά τους  ας ήσαν καλά οι ξενιτεμένοι μας, Αυτά γίνονταν σ’ όλα τα χωριά της Σαντάς.
Από του 1850 ως τον πρώτο Πανευρωπαϊκό πόλεμο η γεωργία της Σαντάς έμεινε στα χέρια των γυναικών και γι’ αυτό ήταν αδύνατο να προοδεύσει. Οι γυναίκες μας δεν ήταν δυνατόν να οργώσουν τη γη με το άροτρο και έσκαβαν με κάτι δικέλλια κουτσά και ελεεινά, που τα δόντια τους είχαν μάκρος 5-7 πόντων. Μερικές έσκαβαν τη γη με το μακέλ (τσάπα) σε βάθος 4-5 πόντων. Και περιμέναμε με τέτοια καλλιέργεια να ευδοκιμήσουν οι πατάτες  και τα σιτηρά μας! Η ελεεινή αυτή κατά­σταση κράτησε μέχρι το 1916, όταν ο ρωσικός στρατός χύθηκε σαν χείμαρ­ρος στον Πόντο.
 Τότε γύρισαν από τον Καύκασο πολλοί ξενιτεμένοι μας και με την ελπίδα πως η Ρωσική κατοχή θα είναι διαρκής ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν οριστικά στη Σαντά, προπαντός εκείνοι που είχαν αρκετά χωράφια. Μέσα σε δύο χρόνια άλλαξε όψη η Σαντά. Όλες οι πλαγιές των βουνών που ήσαν γύρω από τα χωριά καλλιεργήθηκαν εντατικά όχι τόσο με σιτηρά όσο με πατάτες.
 Βρίσκονταν στη Σαντά από το 1900 πολλές ποικιλίες πατάτας, το έδαφος  και το κλίμα ήταν ευνοϊκά για την καλλιέργεια της πατάτας. Οι καλύτεροι γεωργοί μας σπέρνανε 500-800 οκάδες, ο δε Χρηστoς Βατίκ λέγανε πως έσπερνε 2.000 οκάδες. Το σπουδαίο είναι ότι βρήκαν οι παραγωγοί μας τον τρόπο να ξεπουλήσουν το προϊόν μας αυτό. Συνεννοήθηκαν με τους Τούρκους των γύρω της Σαντάς χωριων και έκαναν τις πατάτες ανταλλαγή με φασόλια και κα­λαμπόκια, των οποίων είχαν απόλυτη ανάγκη. Η χρυσή αυτή εποχή βάσταξε 4—5 χρόνια, από τα 1916—1921. 
Ποιος κακός δαίμονας φθο­νούσε τη Σαντά και δεν επέτρεψε στους Σανταίους να σκεφθούν την εντατική καλλιέργεια της πατάτας στον περασμένο ΙΘ’ αιώνα. Η Σαντά θα έκανε "θαύματα" αν είχε το μυαλό σ' αυτό το προϊόν από την αρχή. Θα πλούτιζε με το μοναδικό αυτό προϊόν της  και με τον πλούτο της θα δημιουργούσε ανώτερο πολιτισμό. Εδώ μπορούμε να πούμε ότι αν η Σαντά είχε την πατάτα στην εποχή των Ντερεμπέηδων και αργότερα, θα μπορούσε μ’ αυτή ν’ ανακουφίσει την δυστυχία των φυγάδων που είπαμε  και έτσι θα περιορίζονταν κατά πολύ οι στερήσεις και οι κακου­χίες όλου του πληθυσμού της Σαντάς.
Την πατάτα την μεταχειρίζονταν οι Σανταίοι στη μαγειρική και στην κατασκευή ψωμιού. Το ψωμί το έφτιαχναν ανάμικτο με σιταρίσιο άλευρο ένα προς πέντε. Για την κατασκευή όμως του ανάμικτου ψωμιού  ι­δρώσανε αρκετά, γιατί πειραματίζονταν επί ένα και δύο χρόνια και δεν μπορούσαν να πετύχουν ψωμί της προκοπής, ώσπου κατά το 1920 βρέ­θηκε ο τρόπος να φτιάξουν ψωμί τέτοιο που νόμιζες πως φτιάχτηκε από γνήσιο σιτάλευρο.
Οι Σανταίοι στα τελευταία χρόνια βρεθήκανε στην ανάγκη να σκεφθούν για την βιομηχανοποίηση της πατάτας. Ναι μεν μπορούσανε να φτιάξουν στο σπίτι αραρούτι  απ’ την πατάτα, μα η εργασία τους αυτή απέδιδε ελάχιστα και σκεφθήκανε, κατά το 1920 να ιδρύσουν εργο­στάσιο παρασκευής αραρούτ και σιμιγδάλη  και θα πετύχαιναν τον σκοπό τους αν δεν τους προλάβαιναν τα τρομερά γεγονότα της καταστροφής της Σαντάς κατά το 1921.
Η κτηνοτροφία που έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην μακραίωνα ζωή της Σαντάς, στα τελευταία χρόνια δεν ήταν προοδευμένη. Πολλές ακτήμονες οικογένειες δεν είχαν τσαΐρια (χορτολίβαδα) γύρω  από τα χωριά και αναγκάζονταν με πολλούς κόπους να μεταφέρουν από τα μα­κρινά μας βουνά ζουγούδια που ήσαν κτήμα όλων, μερικές μάλιστα πήγαι­ναν στις ρεματιές του Κρέν, της Χάρτοτης κι αλλού  και θερίζανε ότι χοντρόχορτα βρίσκανε. Και το αποτέλεσμα ποιο ήταν; Όλες οι οικογένειες των ακτημόνων με δυσκολία μπορούσαν να συντηρήσουν 2 αγελά­δες. 
Οι κτηματίες βέβαια μπορούσαν να συντηρήσουν 3 και 4 αγελάδες. Υποζύγια βρίσκονταν σ' όλη τη Σαντά 15—20, βόδια  βρίσκονταν ακόμη λιγότερα, κι αυτά τα μεταχειρίζονταν οι ιδιοκτήτες τους για το αλώνισμα και το όργωμα, και όχι για τη μεταφορά σιτηρών, χόρτων, ξύλων, κ. α. Τις μεταφορές αυτές τις έκαναν οι γυναίκες μας όπως εί­παμε προηγουμένως. Αυτές εκτός από τα άλλα παίρνανε στην πλάτη τους και το χαριάρ (μεγάλο τρίχινο σακί που μπορούσε να χωρέσει έως 30 οκάδες χόρτο λεπτό ή ζουγούδ, βάζανε και στο πασλούκ (κορ­φή) άλλες 10 οκάδες, και το σύνολο του φορτίου ζύγιζε 35-40 οκάδες. 
Ήταν αξιοθαύμαστη η αντοχή και η υπομονή των γυναικών μας. Ανέβαιναν στο Καζουκλή, στο Κοβλακά και στ’ άλλα μας βουνά, φορτώνονταν τα βαριά χαριάρια, λύγιζε η μέση τους  κάτω απ’ το βαρύ αυτό φορτίο, περπατούσανε ώρες ολόκληρες ώσπου να κατέβουν στα χωριά  κι όμως κανένας αναστεναγμός δεν έβγαινε απ’ τα χείλη τους. Πολλές νυφούλες παρηγοριόνταν με τη σκέψη ότι σκοτώνονται στη δουλειά σήμε­ρα αυτές για να βρει αύριο ο ξενιτεμένος τους το νοικοκυριό τους εν τά­ξει.
Αυτές παρ’ όλη τη βαριά εργασία τους τρώγανε νηστίσιμα, δεν αγγίζανε το βούτυρο και τ’ άλλα κτηνοτροφικά τους προϊόντα, φυλά­γανε όλα τα γαλακτερά τους για τον ξενιτεμένο τους που τον περίμεναν να τον υποδεχθούνε με του πουλιού το γάλα! Τόσο ιερή ήταν η συζυ­γική αφοσίωση των γυναικών μας!
Σαντά-  Θερισμός  
Ας δούμε τώρα μερικές λεπτομέρειες του θερίσματος. Για τα χον­τρόχορτα των χορτολίβαδων είχαν οι γυναίκες μας τα καγάνια (μι­κρά δρέπανα) φτιαγμένα από τους σιδεράδες μας με τέχνη. Ήσαν πολύ κοφτερά τα δρεπάνια αυτά, είχαν ξυλένιο το χερούλι τους, κόστιζαν μόνο 3 γρόσια και μπορούσαν ν’ αντέχουν χρόνια ολόκληρα. Για τα ζου­γούδια και τ’ άλλα κοντά χόρτα των βουνών είχαν οι γυναίκες μας τα κερεντία (μεγάλα δρεπάνια) με το κερεντοστέλ (ξυλένιο χερούλι). Τα καλύτερα κερεντία τάφτιανε στη Σαντά ο σιδεράς Θεόδωρος Γιαννακίδης με 10 μόνο γρόσια  και όλοι οι άλλοι σιδεράδες   της Σαντάς φρόντιζαν να τον μιμηθούν. Αργότερα κατά το 1900 μερικοί Σανταίοι πήραν δείγμα του δρεπανιού του Θ. Γιαννακίδη, το κατέβασαν στην Ελλάδα και σε κάποιο εργοστάσιο του Πειραιά έφτιαξαν χιλιάδες χυτά κερεντία, που τ’ έφεραν στη Σαντά και τα πουλούσαν για 5 γρόσια. Τέτοια κερεντία είχε η μητέρα μου δύο πάντοτε ακονισμένα. Είχε όμως η μητέρα και δική της ακλωστρα , της οποίας την πέτρα αγόρασε από αγωγιάτες της Βαϊβούρτης.
Η κτηνοτροφία της Σαντάς ήταν πολύ ανεπτυγμένη στα 5 χαμηλοχώρια των Φτελενίων. Εκεί έτρεφε κάθε οικογένεια 5-10 αγελάδες, γιατί οι κάτοικοι αποψίλωσαν ένα μεγάλο μέρος της περιοχής και απέ­κτησαν απέραντα χορτολίβαδα, με το χόρτο  των χορτολίβαδων αυτών και με τα φύλλα της άγριας ροδοδάφνης (ταφλάνια) που ήταν αυτοφυές στο μεγάλο και ωραίο δάσος του Πογιαχανέ κι αλλού κατόρθωναν να θρέψουν τις πολλές αγελάδες τους και να επαρκέσουν στις ανάγκες τους με την αξία των κτηνοτροφικών τους προϊόντων. Λί­γοι Φτελενίτες, οι πλέον εργατικοί, κατόρθωναν να θρέψουν και ξένα ζώα κατά τον χειμώνα με αμοιβή  εννοείται  και λέγαμε γι’ αυτούς επέραν ζα σο σειμαδίον
 Το ίδιο έκαναν και μερικοί Τούρκοι των γειτονικών μας χωριών. Ο πρώτος και καλύτερος κτηνοτρόφος των Φτελενίων ήταν στις μέρες μας ο γέρον ο Χαπιάρτς, που έτρεφε 10-15 αγελάδες και είχε το σπίτι του αντίκρυ στο μεγάλο Φτελέν πέρα από τον ποταμό Γιάμπο­λης σε ωραία τοποθεσία.
Εδώ έχομε να παρατηρήσουμε το εξής : Η κτηνοτροφία είπαμε δεν ήταν ανεπτυγμένη στην κυρίως Σαντά, γιατί δεν είχαν οι οικογένειες των ακτημόνων χορτολίβαδα γύρω από τα χωριά, αλλά και αν είχαν δεν θα μπορούσε να προοδεύσει η κτηνοτροφία εκεί όπως προόδευε στα Φτελένια για δυο λόγους: Πρώτον, μια αγελάδα στη κυρίως Σαντά ήταν κλειστή στο αχούρι εξ αιτίας του φοβερού κρύου και των χιονιών για 7 μήνες περίπου, οπότε αυτή έτρωγε τον περίδρομο,  στα Φτελένια ήταν κλειστή μονάχα 3 μήνες ώστε με τα χόρτα που τρεφόταν μια αγελάδα στη Σαντά μπορούσαν να τρέφονται 2 αγελάδες στα Φτελένια. Δεύτερον, τα Φτελένια είχαν περισσότερα χορτολίβαδα σε σύγκριση με τον πληθυσμό τους.
Πριν το 1860 είχαμε στη Σάντα 150—200 άλογα όπως είπαμε. Τ’ άλογα αυτά ήσαν έτοιμα για την γεωργία και για την μεταφορά προϊόντων και εμπορευμάτων απ’ την μια άκρη του Πόντου ως την άλλη. Έτσι οι πατέρες μας με τα αγώγια που έκαναν απ’  την Τραπεζούντα και την Βαϊβούρτη μέχρι Σαντά κέρδιζαν αρκετά λεφτά.
 Χάρη στ' άλογα αυτά δεν αναγκάζονταν οι γυναίκες μας να μεταμορ­φωθούν σε υποζύγια και να μεταφέρουν στην πλάτη τους χόρτα, ξύλα κλπ. όπως γινόταν μετά το 1860. Οι μεταφορείς (με τ’ άλογα) μας τότε αφού έκαναν όλες τις μεταφορές πήγαιναν κατά δεκάδες και στα γειτονικά παρχάρια του Κοβλακά, του Μονενέ, του Αρνοστάλ και του Μετσίτ, όπου θέρι­ζαν τα κιντέατα (τσουκνίδες) που τους ήσαν απαραίτητα κατά τον χει­μώνα για το πλυμί (βρασμένες και αλατισμένες τσουκνίδες με το ζουμί τους) των γαλακτοφόρων ζώων τους. Εκτός από τις τσουκνίδες χρη­σίμευαν για το πλυμι και τα βόχα, τ’ ανίτσια κ. ά. Το πλυμί διπλασίαζε το γάλα των αγελάδων.
Σαντά
Κάθε χωριό της Σαντάς είχε στα οροπέδιά μας ιδιαίτερα χορτολίβαδα, των οποίων η διανομή γινόταν κάθε καλοκαίρι με μοναδική χάρη. Κάθε χωριό διάλεγε στις 20 Ιούλη τους διανομείς του που τους λέγα­με καντσιτσήδες, οι οποίοι ήσαν ισάριθμοι με τα καντσία (τεμάχια διανομής).
Οι καντσιτσήδες έκαναν εκ των προτέρων καταστάσεις των δικαιούχων, τους οποίους καλούσαν να προπληρώσουν δύο γρόσια για κάθε μερτικό (μερίδιο) και ν’ ανέβουν μαζί τους στα βουνά για να παραστούν στη διανομή.
 Συνήθιζαν τότε για ευκολία τους οι διανομείς ν’ αποσπάσουν από το καντσί τα ακραία τεμάχια και να τα εκθέσουν στη συνηθισμένη πλειοδοτική δημοπρασία, όσα  μερτικά θα έμεναν θα έ­παιρναν το κεντρικότερο και το καλύτερο μέρος του λιβαδιού, πολύ περιορισμένης όμως έκτασης.
Στις καταστάσεις των δικαιούχων περνούσαν όχι μονάχα οι Σανταίοι, αλλά και οι άλλοι που εγκαταστάθηκαν στη Γεμουρά, στη Τραπεζούντα και αλλού, αρκεί να είχαν κάποιο παλιόσπιτο στη Σαντά. Από τα μερτικά των Σανταίων της Γεμουράς και της Τραπεζούντας έπαιρνε ο κάθε καντσιτσής δυο μερίδια και τα υπόλοιπα τα αγόραζαν όσοι ήθελαν. Τα λεφτά όλων των μεριδίων έμπαιναν στα σχολικά τους ταμεία.
 Οι συνθήκες θερισμού και της μεταφοράς των χόρτων των κοινοτικών χορτολίβαδων ήσαν οι ίδιες με τις του θερισμού και της μεταφοράς του ζουγουδιού.

Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος
Εκπαιδευτικός
Ιστοριογράφος της Σαντάς