Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Παναγιώτης Πουλιτσίδης

Ο Παναγιώτης  Πουλιτσίδης θυμάται και διηγείται , όσα εζησε στο Πανοραμα.

Οι γονείς μου ήρθαν το 1922, με την ανταλλαγή, στην Καλαμαριά. Είχαν δύο παιδιά, τον επτάχρονο Παναγιώτη και τον πεντάχρονο Θεόδωρο. Εκεί πέθαιναν από τύφο. Αγανάκτησαν βλέποντας αυτήν την εικόνα: συνεχώς φτώχεια και θανάτους. Ήρθαν εδώ στο χωριό, που το έλεγαν Αρσακλί, γιατί ήταν και άλλοι Πόντιοι που είχαν έρθει νωρίτερα.
Τσιχισβάρι
Έτσι ανέβηκαν στο χωριό και αρχικά έμειναν στην παράγκα, μαζί με άλλους. Μετά σε αντίσκηνα για δύο χρόνια. Τους έδωσαν κάποιο δάνειο από τον Εποικισμό και έχτισαν ένα μικρό και χαμηλό σπιτάκι, το 1924, όπου βολεύτηκαν.
Από τότε ζούσαν εδώ επάνω. Ταλαίπωρα χρόνια! Ήρθαν από το Τσιχισβάρι της Ρωσίας, που βρίσκεται στα παράλια του Ευξείνου Πόντου, στην περιοχή του Μπορζόμ. Πολιτεία τους ήταν η πρωτεύουσα της Γεωργία, η Τιφλίδα.
Εκεί ασχολούνταν με την παραγωγή πατάτας και με κάρβουνα, τα οποία μετέφεραν και πουλούσαν σε άλλες πόλεις και στην Τιφλίδα. Είχαν και γεωργία και κτηνοτροφία και έφτιαχναν πασκιτάνια, βούτυρο, που τα πουλούσαν στην Τιφλίδα, όπου τα μετέφεραν με τα κάρα που τα έσερναν βόδια. Έκαναν τρεις και πέντε μέρες, για να πάνε, να πουλήσουν ότι είχαν και να επιστρέφουν στο Τσιχισβάρι.
Από τη Γεωργία ήρθαν με καράβι μέχρι την Καλαμαριά, Στο καράβι έκαναν αρκετές μέρες μέχρι να έρθουν εδώ στην Καλαμαριά, όπου τους έβαλαν αμέσως σε τσαντίρια. Είχε πολύ κόσμο. Να σκεφτείς ότι πέθαιναν πάρα πολλοί πάνω στο καράβι και τους πετούσαν στη θάλασσα.
Όταν ανέβηκαν στο Αρσακλί και βολεύτηκαν στο μικρό σπιτάκι, έκαναν άλλα τέσσερα παιδιά· εμένα τον Παναγιώτη,  τον Χρήστο, τον Νίκο και την Αθηνά (Ανίκα). Εγώ έχω το όνομα του παππού μου. Η μάνα μου ήταν από το Παρτίν του Πόντου και εργαζόταν ως υπηρέτρια σε έναν πλούσιο.
Εδώ στο Αρσακλί, στην αρχή, ήταν πολύ δύσκολο για δουλειά. Όλη την εβδομάδα πήγαιναν στη Θεσσαλονίκη μήπως και κάνουν κανένα μεροκάματο οπουδήποτε, κυρίως σε γιαπί, οικοδόμοι. Με τα πόδια και πεινασμένοι πηγαινοέρχονταν κάθε μέρα.
Όταν έχτισαν το πρώτο σπιτάκι με πέτρες και λάσπη, μόλις το τελείωσαν, έπιασε δυνατή βροχή και το χάλασε. Μετά πήραν πάλι δάνειο και έχτισαν στο ίδιο μέρος. Αυτό το είχαμε μέχρι πριν από έναν χρόνο, χωρίς να το χρησιμοποιούμε. Μετά το κατεδάφισαν.
Στον πατέρα μου έδωσαν ένα ζευγάρι βόδια και μία αγελάδα (χτήνον). Με αυτά τα έβγαζαν πέρα οι γονείς μου μέχρι που πέθαναν.
Ο Νικόλας γεννήθηκε το 1932. Το 1935, σε ηλικία τριών ετών αρρώστησε από ελονοσία. Η μάνα μου τον πήρε και μαζί με μένα, με τα πόδια τον πήγαμε στη Θεσσαλονίκη, για να τον βάλει στο νοσοκομείο. Στη διαδρομή, όταν κουραζόταν η μάνα μου, τον φορτωνόμουν εγώ στην πλάτη. Μέχρι να φτάσουμε στο νοσοκομείο “Κεντρικό” (σήμερα ‘Τ. Γεννηματάς”), πέρασαν τρεις ώρες.
Εκεί ήταν διευθυντής ο Βάσος Σιατατάς και λογιστής ήταν ο Ανδρέας Παπαδόπουλος. Ο Σιατατάς και ο Παπαδόπουλος ήταν γνωστοί από το Πανόραμα, στο οποίο κατοικούσαν. Έδωσαν εντολή, όσους έρχονταν από το Πανόραμα να τους φροντίζουν ιδιαίτερα. Ο Σιατατάς είχε ένα αμπέλι, όπου δούλευε ο πατέρας μου. Στην αρχή δεν ήθελαν να κρατήσουν τον άρρωστό μας στο νοσοκομείο. Τότε ο Ανδρέας ειδοποιεί τον Σιατατά και του λέει ότι η γυναίκα του Αγάπιου είναι εκεί με το παιδί της άρρωστο. Ο Σιατατάς δίνει εντολή να γίνει εισαγωγή του άρρωστου για θεραπεία. Εμείς με τη μάνα μου επιστρέψαμε, πάλι με τα πόδια. Περπατώντας αργά, φτάσαμε πεινασμένοι πίσω στο σπίτι το βράδυ.
Σχολείο θυμάμαι ότι ήταν αυτό που χτίσαμε τότε. Εκκλησία είχε μια παράγκα στην αυλή του σχολείου και αυτή, πριν από τη γερμανική κατοχή, τη μεταφέραμε και την τοποθετήσαμε μέσα στη νέα εκκλησία, που τότε την ανεγείραμε. Στη γερμανική κατοχή, το σχολείο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς. Έτσι, σχολείο και εκκλησία λειτουργούσαν μέσα στην παράγκα. Όταν έφυγαν oι Γερμανοί και απελευθερώθηκε το σχολείο, το επίταξαν οι Άγγλοι για κάποιο διάστημα. Μετά το πήρε η ΕΠΟΝ για ένα διάστημα και μετά έγινε και πάλι σχολείο.
Παναγιώτης Πουλιτσίδης
Το 1956 αποπερατώθηκε η εκκλησία και βγήκε η παράγκα που βρισκόταν μέσα. Την επιτροπή αποτελούσαν οι: Παναγιώτης Σωτηριάδης, Βασίλειος Τελίδης, Χαρίλαος Ζουρελίδης και Βασίλειος Παχατουρίδης. Πέθανε, όμως, ο παπάς τότε και δεν τη χάρηκε την εκκλησία. Ήταν ο καλός παπάς Παρασκευάς Παπουλίδης.
Έγινε και ένας χορός στο αμερικανικό κολέγιο, στον οποίο μάζεψαν πολλά χρήματα. Βοήθησε και ένας σύλλογος που ήταν τότε στο Πανόραμα, με πολλές προσφορές στον τόπο. Θυμάμαι που ο σύλλογος οργάνωνε εκδρομές, έδινε δώρα στα παιδιά του σχολείου, έκανε ομάδα ποδοσφαίρου, έκανε κινηματογραφικές προβολές δωρεάν στην αυλή του σχολείου κάθε Κυριακή. Οι ταινίες ήταν ντοκιμαντέρ.
Στην αρχή οι κάτοικοι ασχολήθηκαν με τη γεωργία, αλλά αυτή δεν απέδιδε. Αφού τα στάχυα δεν μεγάλωναν πολύ και μπορούσαν να τα μαζεύουν με τα χέρια, χωρίς δρεπάνι. Η παραγωγή ήταν λίγο σιτάρι, καλαμπόκι, σίκαλη, κριθάρι και πουρτσιάν για τα ζώα. Όλα από λίγο.
Μετά άρχισαν να μεταφέρουν με τα γαϊδουράκια πουρνάρια στη Θεσσαλονίκη και τα πουλούσαν. Αυτό γινόταν σε όλη τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Όλος ο κόσμος με αυτά συντηρήθηκε. Όλες οι οικογένειες του Πανοράματος και της γύρω περιοχής. Όλα γίνονταν τότε με τα ξύλα: φούρνος, ζέσταμα του σπιτιού, φαγητό, πλύσιμο. Όλα με τα πουρνάρια και τις ρίζες τους, που τα μετέφεραν με κάρα. γαϊδούρια, καροτσάκια, ακόμη και στην πλάτη τα φορτώνονταν. Δύσκολη ζωή!
Το αλώνισμα ήταν άλλο βάσανο. Αφού θερίζαμε, έστω, τα χαμηλά στάχυα, τα κάναμε δεμάτια και τα μεταφέραμε με κάρα. Εμείς είχαμε συνεταιρικά κάρο με τον θείο μου το Πάγκο (Ιωάννη Πουλιτσίδη). Όσοι δεν είχαν κάρο, μετέφεραν τα στάχυα με τα γαϊδουράκια. Αλώνια γίνονταν σε πολλά μέρη, στους Χαραπάδες, στου Πάγλαρη, ακόμη και μέσα στο χωριό. μεμονωμένα. Όλη τη μέρα αλωνίζαμε με τα βόδια και το απόγευμα εβορίζαμε (λιχνίζαμε). Αυτό εξαρτιόταν από τον καιρό. Εάν φυσούσε, λιχνίζαμε, για να ξεχωρίζουν τα άχυρα από τον καρπό (τους κόκκους σταριού). Ο αλωνισμός άρχιζε, αφού πρώτα σκορπίζαμε όλα τα στάχυα στο αλώνι. Αυτό κρατούσε αρκετά. Μετά βάζαμε και βάρος επάνω στο τοκάν, για να μπορεί να κόψει το στάχυ γρηγορότερα. Στη διάρκεια της ημέρας, πολλές φορές γυρίζαμε τα στάχυα με τα δικράνια και με το λεγμετέρ, για να κοπούν και από την άλλη πλευρά. Με το αλώνισμα ασχολιόταν όλη η οικογένεια και μερικές φορές βοηθούσαν και γείτονες και συγγενείς.
Τα αλώνια βγήκαν από το χωριό όταν άρχισαν να έρχονται οι παραθεριστές, οι οποίοι έδωσαν ζωή στο Πανόραμα. Κι εμείς, όμως, τους συμπεριφερόμασταν πολύ καλά, γιαυτό προτιμούσαν το Πανόραμα από τα άλλα χωριά γύρω. Μας διέκρινε μια ευγένεια. Οι παραθεριστές βοήθησαν οικονομικά τις οικογένειές μας. Εμείς τους προσφέραμε από το σπίτι γάλα και αυγά, που είχαμε όλοι, αφού όλοι είχαμε αγελάδες και κότες. Κάναμε, επίσης, διάφορα θελήματα. Όλα αυτά για μια ή δύο δραχμές. Τόσα παίρναμε για τις εξυπηρετήσεις που προσφέραμε. Στην αρχή ήταν δύσκολα με το φως. Καίγαμε όλοι λάμπες πετρελαίου, που ήταν πολύτιμο αγαθό. Εκείνη την εποχή, όσοι είχαν λάμπα με φιτίλι και λαμπόγυαλο πέντε νούμερο ήταν σαν να είχαν προβολείς. Συνήθως, οι λάμπες που είχαμε όλοι μας ήταν τρία νούμερο.
Όταν εμφανίστηκαν τα λουξ στα καφενεία, ήμασταν πια πλούσιοι! Εμείς, τα παιδιά, πηγαίναμε έξω από το καφενείο και θαυμάζαμε που έφεγγε το λουξ τόσο πολύ.
Τα βράδια, μαζευόμασταν στα σπίτια για το παρακάθ’ (βεγγέρα), όπου έλεγαν διάφορες ιστορίες. Οι γυναίκες, κεντούσαν, έπλεκαν κάλτσες, φανέλες, πουλόβερ και ό,τι άλλο μπορούσαν, καθισμένες κοντά στη λάμπα. Εάν η λάμπα ήταν με μεγάλο φιτίλι, την κρεμούσαν στον τοίχο.
Όταν καλυτέρεψε κάπως η ζωή μας και οι παραθεριστές άρχισαν να έρχονται μόνιμα, ζητούσαν να αγοράσουν οικόπεδα για να χτίσουν σπίτια. Θυμάμαι ότι πρώτος εδώ στη γειτονιά μας πούλησε οικόπεδο ο Μήτσος ο χαλαϊτσής (Δημήτριος Τσαχουρίδης) στην οικογένεια Μόμα. Το πούλησε προς 50.000 δραχμές, που ήταν πολλά λεφτά εκείνη την εποχή. Η οικογένεια Μόμα έχτισε βίλα. Μετά άρχισαν να χτίζουν και άλλοι βίλες, με αποτέλεσμα να αλλάξει όψη το Πανόραμα.
 Άρχισαν να χτίζουν σπίτια διώροφα, με μπαλκόνια. Νοίκιαζαν και ένα και δύο διαμερίσματα. Τα παιδιά, όμως, συνέχισαν να πηγαίνουν στο γυμνάσιο με τα πόδια. Μετά τον Τσαχουρίδη, πούλησε ένα χωράφι ο Τσοπούρτ’ ς ο Πάντσιον (Παναγιώτης Χατζηπαναγιωτίδης) στο δρόμο που πάει στη Θεσσαλονίκη. Το αγόρασε ο δικηγόρος Παπαηλιάκης και έχτισε ένα σπίτι μεγάλο, διώροφο.
Δούλεψε στο χτίσιμο ο γιος του Χατζηπαναγιωτίδη ως εργάτης. Και εγώ δούλεψα οικοδόμος αρκετό καιρό. Τότε το χτίσιμο γινόταν όλο με τα χέρια: λάσπη, λιώσιμο ασβέστη, πέτρες πελεκητές, μεταφορά το χαρμάνι με τενεκέδες στον ώμο. Και το χαρμάνι με τις τσάπες το ανακάτευαν.
Μετά από τον Παπαηλιάκη, έχτισαν στο Πανόραμα και άλλοι τις βίλες τους, όπως ο Παπακώστας δίπλα στον Θειόπουλο, ο Χατζηαποστόλου, ο Γαζουλέας, , οι Ματσάγγου, ο Σωτηρόπουλος - μετέπειτα Ναξιάδης , ο Μιχαηλίδης το 1936-1937, ο Κοκορόπουλος το 1938. Άρχισαν να παίρνουν αξία και τα οικόπεδα και τα χωράφια. Άρχισαν και οι δουλειές και έτσι έγινε η ζωή πολύ ανθρώπινη.
Στο χτίσιμο της βίλας του Κοκορόπουλου κουβαλούσαμε άμμο (γουμ ή κουμ) από τις χαράδρες, με τα γαϊδουράκια, με τενεκέδες ή με κάσες ειδικές που κάναμε με συρτάρι από το κάτω μέρος, το οποίο ανοίγαμε και αδειάζαμε την άμμο. Μαζί με εμένα, μετέφεραν άμμο και άλλα παιδιά από το Πανόραμα, όπως ο Νάκης Κοϊμτζίδης, ο Κώτσος ο Πουλίτσος (Πουλιτσίδης), ο Νεϊμτζίδης και άλλοι.
Δούλεψα και στο φράγμα, στα Πλατανάκια με πρωτομάστορα τον μπάρμπα Δήμο (Δημήτριος Σαουρίδης), το 1939-1940.
Τα παιδιά που πήγαιναν στο γυμνάσιο, έκαναν πεζοπορία με τα πόδια 20 και 22 χιλιόμετρα την ημέρα, πότε παίζοντας και πότε τρέχοντας, για να προλάβουν. Αυτό γινόταν όταν κατέβαιναν τον κατήφορο για τη Θεσσαλονίκη. Το απόγευμα ή το βράδυ, πολλές φορές πεινασμένοι, πού να είχαν τη διάθεση!
Στη γειτονιά μας ήταν τα σπίτια του Ζουρέλ’ (Γεωργίου Ζουρελίδη), του Παρέσου (Κώστα Λυπηρίδη), του Αχιλλέα Λυπηρίδη, του Παναγιώτη Ξανθόπουλου. του Βασίλη Τελίδη, του Ρουσιέτα (Θανάση Γρηγοριάδη), του Νικόλαου Γκένου. που είχε πρόβατα, κ. ά.
Παν. Πουλιτσίδης, Βλασης Μητρούσης, Γωργ. Νεϊμτζίδης,
Ηρ. Κουταλίδης και ο Γωργ. Γερασιμίδης
Ο Παναγιώτης Πουλιτσίδης, στις αναφορές του για τα περασμένα, θυμάται έντονα την περίοδο του εμφυλίου, την οποία χαρακτηρίζει τραγωδία για όλους μας, που είχαμε χωριστεί σε δύο πολιτικά στρατόπεδα και χτυπούσαμε ανελέητα ο ένας τον άλλον. Τραγούδι - μοιρολόι της εποχής του εμφυλίου ήταν:

Ν’ αϊλί την μάναν ντο έχ δύο  παιδία, 
τ’ έναν έν’ σην φυλακήν και τ’ άλλο εξορία...

Ταίριαζε στην οικογένεια του Μεχίδη. Ο Χαράλαμπος στην εξορία και ο Θανάσης στη φυλακή... Λόγω φρονημάτων...
Παρά την ανέχεια, ο κόσμος έβρισκε αφορμές για να διασκεδάζει. Έτσι, η Πρωτομαγιά και ο Δεκαπενταύγουστος ήταν η μεγάλη ευκαιρία για γλέντι. Αλλά και τις Κυριακές δεν τις άφηναν να πάνε χαμένες. Το ούζο, τα τουρσιά και τα παστά ψάρια ήταν αρκετά, για να στηθεί το γλέντι. Οι ομαδικοί χοροί και το γλέντι γίνονταν εκεί όπου είναι η σημερινή πλατεία, μπροστά στο δημαρχείο. Εκεί ήταν τότε τα αντίσκηνα, oι παράγκες και οι πρόχειρες κατασκευές μικρών σπιτιών. Όταν φυσούσε ο Βαρδάρης, πολλά από αυτά τα “σήκωνε” και τους άφηνε στους πέντε ανέμους. Αν έπιανε καμιά βροχή, η απελπισία διπλασιαζόταν. Δεν υπήρχαν τότε ούτε δέντρα ούτε ψηλά σπίτια, για να “κόβουν” τον αέρα...
Όμως, αποδεικνύεται ότι αυτές οι άθλιες και σκληρές συνθήκες διαβίωσης δεν λύγιζαν τους ανθρώπους. Εμείς, μικρά παιδιά τότε, χαζεύαμε από τριγύρω και περνούσαμε την ώρα μας, βλέποντας το γλέντι, χωρίς να πολυκαταλαβαίνουμε τι κρυβόταν από πίσω.
Oι επαγγελματίες της εποχής αυτής ήταν:
Ο Θανάσης Σαουρίδης, που είχε μπακάλικo και φούρνο, σαν να λέμε το σημερινό μίνι μάρκετ, που οι απόγονοι συνεχίζουν έως σήμερα. Αυτοί δεν ψήνουν ψωμί, αλλά πουλάνε ως πρατήριο.
Ο Μίσας Ιωαννίδης είχε μπακάλικο που εξυπηρετούσε άλλη γειτονιά.
Φούρναρης ήταν ο Παναγιώτης Χατζηπαναγιωτίδης, γνωστός ως “Τσοπούρτς”, εκεί όπου είναι σήμερα το ζαχαροπλαστείο “Τάσος”.
Φούρνο είχε και η Ρεβέκκα (Αβραάμ Ιορδανίδη). Εκεί δούλευε ως εργάτης ο “Χαλαϊτζής”.
Σιδεράς της εποχής ήταν ο Πανίκας Τσαχουρίδης. Ήταν δεξιοτέχνης στις σιδηροκατασκευές.
Η κοινότητα, τότε, δεν είχε άλλες αρμοδιότητες, παρά μόνο να εκδίδει πιστοποιητικά γεννήσεων, βαπτίσεων, γάμων και θανάτων. Επίσης έδινε και διάφορες βεβαιώσεις στις περιπτώσεις γεωργοκτηνοτροφικών διαφορών.
Αστυνομικά το Αρσακλί υπαγόταν στον σταθμό χωροφυλακής του Σέδες (Θέρμη). μη). Μια φορά την βδομάδα ερχόταν στο χωριό ένας χωροφύλακας, για να μάθει αν υπήρχαν προβλήματα και να πάρει και “πληροφορίες”.
Ταχυδρομικώς υπαγόταν το Αρσακλί στο Ασβεστοχώρι.
Τα εκλογικά μας δικαιώματα τα ασκούσαμε στην Καπουτσίδα (Πυλαία). Στην Καπουτσίδα ήταν η περιοχή της ανατολικής πύλης της πόλης της Θεσσαλονίκης (Πυλαία). Καπουτσής στα τουρκικά σημαίνει θυρωρός.
Στο καφενείο του Σπύρου Πουλιτσίδη, διακρίνεται ο μικρός γιος του Σπύρου Γιώργος, ορθιος ο Γιάννης Μωυσίδης, Ανέστης Κομματίδης, Χαράλαμπος Μεχίδης.
Σε όλες τις κοινωνίες υπήρχαν τα “πρωτοπαλλίκαρα”. Στο Αρσακλί μετέφερε την παλικαριά του από τη Μικρά Ασία ο Κώστας Πατσαρίκας. Ένας από τις πρώτες οικογένειες Μικρασιατών, όπως του Κολοκοτρώνη, του Βαλσαμάκη, του Ευστρατίου κ. ά., μου διηγήθηκε και τις παλικαριές του Κώστα Πατσαρίκα. Όταν υπήρχαν διαφορές μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στη Μικρά Ασία, παρενέβαινε ο Πατσαρίκας.
Στην εγκατάσταση προσφύγων στο Αρσακλί προστέθηκαν εκείνοι που ήρθαν το 1918 από τη Ρωσία και με την ανταλλαγή του 1922-1923 ήρθε το πρωτο “καραβάνι” από περιοχές του Πόντου.
Ένας λόγος που το Πανόραμα πήγε γρήγορα μπροστά ήταν η ύπαρξη του κολεγίου “Ανατόλια”. Στο κολέγιο βρήκαν δουλειά άνδρες και γυναίκες.
Οι χτίστες, οι μαραγκοί, οι κηπουροί, οι μαγείρισσες, οι καθαρίστριες και άλλοι έβρισκαν εύκολα δουλειά, γιατί εθεωρείτο - και ήταν η αλήθεια - ότι οι πρόσφυγες ήταν πολύ εργατικοί.
Ένας άλλος λόγος που έφερνε παραθεριστές το καλοκαίρι στο Πανόραμα ήταν το συγκοινωνιακό. Δηλαδή, οι ιδιοκτήτες λεωφορείων, που οι περισσότεροι ήταν Πανοραμίτες, όταν τελείωνε η σχολική περίοδος και δεν μετέφεραν παιδιά στο σχολείο, έκαναν δρομολόγια για τους κατοίκους του Πανοράματος. Αυτό ήταν σοβαρό πλεονέκτημα έναντι άλλων κοντινών περιοχών που γινόταν η εξυπηρέτησή τους με ένα δρομολόγιο την ημέρα. Τα λεωφορεία ήταν ατομικές ιδιοκτησίες και δούλευαν όσο ήθελαν. (Δεν υπήρχαν ΚΤΕΛ τότε).
Το 1930, σύμφωνα με όσα λέει ο Παναγιώτης Πουλιτσίδης, τα ελληνικά καπνά θα έμεναν αδιάθετα και θα τα έκαιγαν. Ο γιος του Χατζή (Αλέξ. Ιωαννίδη), ο Γεώργιος Ιωαννίδης ασκούσε το επάγγελμα του μεσίτη καπνών και καπνέμπορου. Λόγω των καλών υπηρεσιών που είχε προσφέρει στους Ρώσους, αλλά και η γνώση της γλώσσας, τον βοήθησαν να πουλήσει όλα τα καπνά στις αγορές της Ρωσίας, Πολωνίας, Ρουμανίας και αλλού. Τα κέρδη ήταν απρόβλεπτα και σημαντικά. Από τα χρήματα, έδωσε ένα σοβαρό ποσό για την ανέγερση της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου και έκανε δώρο εκατό δραχμών σε κάθε οικογένεια! Οι εκατό δραχμές ήταν τότε σεβαστό ποσόν. Επίσης, έχτισε για τον εαυτό του σπίτι σε κεντρικό σημείο της Θεσσαλονίκης, το οποίο οι Πανοραμίτες πήγαιναν και το καμάρωναν σαν αξιοθέατο! Ο πατέρας του, ο Αλέξανδρος Ιωαννίδης (Χατζής), ήταν εκείνος που προέβλεψε την εξέλιξη του χωριού και έπεισε τους Πόντιους να μείνουν. Και δεν διαψεύστηκε...

Νικόλαος Τελίδης














(Τη διήγηση του ο Παναγιώτης Πουλιτσίδης έκανε στην ποντιακή διάλεκτο).