Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

ΕΝΤΟΛΕΣ ΕΞΟΡΙΑΣ

Όταν πήραν τον παππού, καταλάβαμε ότι είχαν τελειώσει και οι στιγμές της ξενοιασιάς. Τα σχέδια και οι προετοιμασίες για το πανηγύρι της Παναγίας -που γιορτάζεται η Κοίμηση της Θεοτόκου- είχαν ήδη αρχίσει, αλλά έμελλε να εγκαταλειφθούν πριν καλά καλά προλάβουμε τη σπορά της άνοιξης.
Η Thea Halo με τη μητέρα της  Σανο
Ήταν όμορφο το πανηγύρι της Παναγίας, διαφορετικό από το πανηγύρι της Σοδειάς σε πολλά σημεία. Το πανηγύρι της Σοδειάς γινόταν κοντά στα σπίτια μας το φθινόπωρο, στα αλώνια. Σφάζαμε ένα ζώο και το μοιραζόμασταν όλοι οι συγχωριανοί. Και το μερίδιο του καθενός αποτελούσε μέρος της ετήσιας κατανάλωσης κρέατος. Ήταν ημέρες ευχαριστιών για τη σοδειά και περίοδος προετοιμασίας για το μακρύ χειμώνα που θα ακολουθούσε. Έπρεπε να προμηθευτούμε το κρέας, τα λαχανικά και τα σιτηρά.
Το πανηγύρι της Παναγίας τον Αύγουστο γινόταν πιο ψηλά, στα βουνά. Έρχονταν να προσκυνήσουν άνθρωποι και από τα τρία χωριά και ακολουθούσε γλέντι με χορό, τραγούδι και φαγοπότι. Έρχονταν άνθρωποι και από πιο μακριά και έμεναν για μέρες κοντά μας κατά τη διάρκεια των εορτασμών. Διαλέγαμε μια αγελάδα που θα τη σφάζαμε, ενώ φτιάχναμε γλυκά και ψωμιά και κεριά που θα χρησιμοποιούσαμε για να φωτίσουμε το ιερό της Παναγίας.
Την ημέρα της γιορτής, το καθένα από μας τα παιδιά τρέχαμε στην πηγή του χωριού για να φέρουμε νερό. Η Μητέρα το ζέσταινε στη φωτιά και μετά μας έβαζε να πλυθούμε, όρθιους σε ένα σκαμνί, έναν έναν. Μας έτριβε με ένα σαπουνισμένο πανάκι και μετά έχυνε πάνω μας το ζεστό νερό για να μας ξεπλύνει. Μου άρεσε πολύ όταν με έπλενε. Μου άρεσε πολύ να νιώθω τη σαπουνάδα ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών μου και σε κάθε χαρακιά του κορμιού μου και μετά να αισθάνομαι το ζεστό νερό που κυλούσε στο σώμα μου σαν ένα μεταξένιο πέπλο μπρος στη ζεστασιά που ερχόταν από το τζάκι. Μου άρεσε ο τρόπος που με άγγιζε η Μητέρα. Το άγγιγμά της το τόσο απαλό.
Το πρωινό της Παναγίας, ολόκληρο το χωριό ανέβαινε στο βουνό στο μικρό εκκλησάκι που βρισκόταν στην κορυφή του. Μέσα στο εκκλησάκι, εικόνες της Παναγίας στόλιζαν το ιερό. Οι συγχωριανοί άναβαν τα κεριά τους και τα έβαζαν γύρω από τις εικόνες, μετά γονάτιζαν και προσκυνούσαν.
Οι άντρες του χωριού έφερναν την αγελάδα πάνω στο βουνό. Έσκαβαν ένα μεγάλο λάκκο, περίπου δύο μέτρα μήκος και μισό μέτρο πλάτος και βάθος. Εκεί, άναβαν τη φωτιά και έβαζαν το κρέας που θα έτρωγε όλος ο κόσμος πάνω στη σούβλα να ψηθεί.
Ήταν υπέροχο πανηγύρι. 0 Πατέρας πάντοτε έπαιζε τη λύρα του, ενώ ο Παππούς έπαιζε το σουραύλι και ο κόσμος και από τα τρία χωριά χόρευε και τραγουδούσε μέχρι τα άγρια μεσάνυχτα. Τα παιδιά έτρεχαν εδώ και εκεί, παίζοντας κυνηγητό  ή άλλα αγαπημένα παιχνίδια.
Θυμόμουν το πανηγύρι της προηγούμενης χρονιάς: το όμορφο πρόσωπο της μητέρας μου στο φως το ήλιου καθώς άπλωνε τα πράγματά μας στο χορτάρι. Μια κουβέρτα για να καθόμαστε, ψωμί και μια πιατέλα για το δικό μας μερίδιο από το ψητό. Τραγουδούσε με τον σκοπό της μουσικής και χαμογέλασε σε μένα που καθόμουν δίπλα της.
«Έλα να χορέψεις, Θυμία», είχε φωνάξει η Χριστοδούλα.
Σήκωσα το κεφάλι μου και την αντίκρισα μαζί με το  Γιάννη και τα άλλα παιδιά που χόρευαν και τραγουδούσαν, επιχειρώντας να μιμηθούν τους μεγάλους. Ακόμα και η μικρή Ναστασία πηδούσε από εδώ και από εκεί, προσπαθώντας να κάνει στράκες με τα μικροσκοπικά της δαχτυλάκια και να τινάξει τα ποδαράκια της με τον ρυθμό της μουσικής. Έτρεξα κοντά τους την ώρα που τα πυροτεχνήματα άστραψαν στον ουρανό με μικρές εκρήξεις και οι κροτίδες πετάγονταν στις πλαγιές με χαρμόσυνους κρότους.
Και η φίλη μου η Μαριγούλα εκεί ήταν και ο γιος του εμπόρου δίπλα μου χόρευε. Χορεύαμε, εγώ και οι φίλοι μου, κλοτσούσαμε τα πόδια μας και κουνούσαμε τους λεπτούς γοφούς μας με τη μουσική, ενώ γελούσαμε όλη την ώρα. Ο έμπορος άρχισε να με πειράζει για το γιο του. Ήταν γεροδεμένος άντρας με τουρλωτή κοιλιά που ζούσε σε ένα πολύ μεγάλο σπίτι που το είχαν βάψει άσπρο. Μου χαμογέλασε με συγκατάβαση και κούνησε το κεφάλι του πάνω κάτω.
«Μια μέρα, εσύ θα παντρευτείς το γιο μου», μου φώναξε. Μετά γέλασε καμαρωτός και πρόσθεσε: «Θα είσαι καλό ταίρι για το γιο μου».
«Ω! Όχι», του απάντησα ντροπιασμένη ακόμα και με τη σκέψη ενός γάμου. Πέρασα μέσα από τον κόσμο που χόρευε με τις φίλες μου και μας έπιασε ένα νευρικό κοριτσίστικο γέλιο, μέχρι που νομίζαμε ότι θα σκάσουμε.
«Έτσι θα γίνει», ξαναφώναξε ο έμπορος και γέλασε ξανά. «Θυμήσου τα λόγια μου. Εσύ μια μέρα θα παντρευτείς το γιο μου».
Η Σάνο και ο Αβραάμ τη μέρα του γάμου τους
 (24Μάρτη 1925)
Τα λόγια του, όμως, μόνο γέλιο μας προκαλούσαν
Έτσι και για το πανηγύρι του 1920 είχαμε μεγάλα σχέδια. Η σοδειά από την προηγούμενη χρονιά ήταν καλή και ο καιρός φαινόταν ότι θα ήταν επίσης καλός Αλλά, χωρίς καμία προειδοποίηση, όλα έμελλε να αλλάξουν. Δε θα είχαμε ούτε χορούς, ούτε παιδιά που γελούσαν, ούτε πυροτεχνήματα να αστράφτουν στον ουρανό
Εκείνη την ημέρα που ήρθαν οι στρατιώτες, ο πατέρας και οι θείοι μου και οι ντόπιοι, Έλληνες και Τούρκοι ετοίμαζαν τα χωράφια για τη σπορά. Έλληνες και Τούρκοι εργάτες έφταναν από νωρίς το πρωί φορτωμένοι με τεράστια καλάθια που τα σήκωναν στις γερές τους πλάτες, έτοιμοι να ξεπληρώσουν με τη δουλειά τους τα χρέη της χρονιάς. Πήγαιναν μέχρι τους σωρούς με την κοπριά και γέμιζαν τα καλάθια τους, μετά κατέβαιναν πάλι τη πλαγιά και τη σκορπούσαν στα χωράφια. Πήγαιναν και έρχονταν, φορτώνοντας και απλώνοντας, χωρίς να σταματούν ούτε για μια στιγμή να κοιτάξουν τον ουρανό ή να σκουπίσουν τον ιδρώτα που έτρεχε στο μέτωπό τους.
Όταν οι άντρες είχαν τελειώσει με το λίπασμα των χωραφιών, ο πατέρας μου περπατούσε πίσω από τα βόδια, μέσα στα βαθιά αυλάκια και οδηγούσε το μεγάλο αλέτρι οργώνοντας το έδαφος. Μεγάλες ευθύγραμμες αυλακιές, η μια δίπλα στην άλλη, απλώνονταν κατά μήκος του χωραφιού μέχρι που έφταναν σε κάποιο τοίχο ή σε μια άλλη κάθετη σειρά από αυλάκια.
Η μητέρα μου ξεχώριζε τους σπόρους για το φύτεμα και εμείς τα παιδιά τη βοηθούσαμε. Ακόμα και οι κότες δούλευαν, κακαρίζοντας και γρατσουνίζοντας και τσιμπώντας τα σκουλήκια και τα ζωύφια που ξεπετάγονταν από το οργωμένο χώμα, ενώ οι αναρίθμητοι εργάτες σήκωναν τις τσάπες τους και σκάλιζαν και αυτοί το έδαφος. Έσπαζαν τους μεγάλους χωμάτινους βώλους και τους χτυπούσαν μέχρι που διαλύονταν και μετά ισοπέδωναν το έδαφος στο χωράφι από άκρη σε άκρη. Εκεί στις άκρες των χωραφιών, στα όρια, τα απλανή βλέμματα εκείνων των παράξενων αγνώστων μας παρακολουθούσαν επίμονα. Οι περίεργοι αυτοί άνθρωποι έστεκαν στο δρόμο ή ακουμπούσαν ανέμελα σε κάποιο δέντρο.
Με έκδηλη τη δυσπιστία στο βλέμμα της και κρατώντας τη Μαθεία στην αγκαλιά της, η Μητέρα φώναξε στον πατέρα μου που δούλευε στο χωράφι: «Λάμπο!»
Ο πατέρας μου και οι θείοι μου άφησαν το αλέτρι και είδαν τον στρατιώτη που έστεκε στο κατώφλι του σπιτιού μας. Είχε στρέψει το τουφέκι του κατ’ ευθείαν στην καρδιά της μητέρας μου. Του Κωνσταντίνου η γυναίκα έστεκε και αυτή στην πόρτα με το κοριτσάκι της να κρέμεται από την ποδιά της, ενώ η Γιαγιά ήταν στο παράθυρο κρατώντας τη Μαρία, τη μία από τα δίδυμα. Οι άντρες πέταξαν τα γκέμια και έτρεξαν στο πλευρό της Μητέρας.
Ο Πατέρας προσπάθησε να ανασάνει. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε τον στρατιώτη.
Ο στρατιώτης έσμιξε τα φρύδια και συνέχισε να κρατάει το τουφέκι του στραμμένο στο στήθος της Μητέρας. Με όση αγριάδα διέθετε, απάντησε: «Πάρε την οικογένειά σου στο χωριό και θα σας πουν τι θα κάνετε».
Ο Πατέρας προσπάθησε και πάλι να διατηρήσει την ψυχραιμία του. «Ναι, αλλά ποιο είναι το πρόβλημα;» είπε.
«Δεν έχουμε κάνει τίποτα κακό», είπε ο θείος Κωνσταντίνος.
«Πηγαίνετε!» φώναξε ο στρατιώτης. Σήκωσε το τουφέκι με μια κίνηση για να χτυπήσει το θείο Κωνσταντίνο.
« Όχι! » ακούστηκε η κραυγή της γυναίκας του θείου.
Ο θείος Κωνσταντίνος έκανε πίσω και σήκωσε τα χέρια του για να δείξει ότι δεν είχε πρόθεση να μαλώσει.
«Πηγαίνετε!» ξαναφώναξε ο στρατιώτης.
Η Μητέρα κρατούσε τη Μαθεία. Η Ναστασία κρεμόταν από τη φούστα της Μητέρας και είχε καρφώσει τα τρομαγμένα μάτια της στον στρατιώτη. Οι μικρές καστανές μπούκλες των μαλλιών της κυμάτιζαν πάνω- κάτω καθώς προσπαθούσε να ακολουθήσει τους υπόλοιπους. Ο Πατέρας κρατούσε το Γιάννη από το σβέρκο και όλοι μαζί προχωρούσαμε αργά μέχρι το κέντρο χωριού, όπως μας είχαν πει.
Εκεί, βρήκαμε και άλλους στρατιώτες με τουφέκια στα χέρια. Υπήρχε κάτι το διαφορετικό σε αυτή την επιδρομή στο μικρό μας χωριό. Κάτι διαφορετικό από τότε που είχαν έρθει οι στρατιώτες για να πάρουν τους άντρες μας στα τάγματα εργασίας. Αυτή τη φορά, βροντούσαν τις πόρτες με τις κάννες των τουφεκιών, ενώ άλλοι στρατιώτες έμεναν και φρουρούσαν στα διάφορα σημεία του χωριού. Έμοιαζαν να περιμένουν ότι κάποιος θα πρόβαλλε αντίσταση στην παρουσία τους. Τα μάτια τους ήταν εντελώς ανέκφραστα. Δεν ξέραμε για ποιο λόγο είχαν έρθει. Η παρουσία τους, όμως, ήταν σίγουρα απειλητική.
Οι στρατιώτες φώναζαν στον κόσμο να βγει από τα σπίτια του. Γερασμένα μάτια κρυφοκοιτούσαν μέσ από τα παράθυρα και τις πόρτες. Άλλοι έβγαιναν από τα σπίτια τους διστακτικά και μόνοι, άλλοι συγκεντρωμένοι σε ομάδες. Ακόμα και τα παιδιά μαζεύτηκαν για να ακούσουν το διάγγελμα ενός αξιωματικού που έστεκε αγέρωχος δίπλα στο άλογό του, ενώ οι άλλοι στρατιώτες περικύκλωσαν τους χωριανούς με τα τουφέκια έτοιμα στα χέρια τους.
«Πρέπει να φύγετε από αυτό το μέρος», φώναξε ο αξιωματικός. «Θα έχετε τρεις μέρες για να μαζέψετε τα πράγματά σας. Θα πάρετε μαζί σας μόνο όσα μπορείτε να κρατήσετε».
«Και πού θα πάμε;» φώναξε ένας γέροντας.
«Πρέπει να φύγετε από αυτό το μέρος», επανέλαβε ο αξιωματικός, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη αγριάδα. «Εγώ δεν πρόκειται να απαντήσω σε άλλες ερωτήσεις. Να είστε έτοιμοι όταν θα έρθουν οι στρατιώτες για να σας πάρουν».
"Μα, εδώ είναι ο τόπος μας, τα σπίτια μας", κραύγαζε μια γυναίκα την ώρα που ο αξιωματικός και οι άντρες του καβαλίκευαν τα άλογα και απομακρύνονταν προς το Αϊοντόν.
..Εδώ είναι ο τόπος μας», συνέχισε να φωνάζει η γυναίκα. «Δεν μπορείτε να μας πάρετε από τα σπίτια μας και να μας διώχνετε, λες και είμαστε περιπλανώμενοι ή ζητιάνοι με τα υπάρχοντά μας στις πλάτες. Εδώ ανήκουμε. Αυτή είναι και δική μας πατρίδα. Εδώ είναι ο τόπος μας! Εδώ είναι ο τόπος μας!»
Το βλέμμα μου έπεφτε στα πολλά σαστισμένα πρόσωπα των συγχωριανών και μετά είδα και πάλι εκείνους τους παράξενους ανθρώπους. Παραμόνευαν όρθιοι πίσω από τα σπίτια ή σκυμμένοι μέσα στα χωράφια. Πάντα παραμόνευαν, πάντα περίμεναν.

Thea Halo

Απόσπασμα από το βιβλίο της :"ΟΥΤΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ"