Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Διατροφή στη Σαντά

Η διατροφή του πληθυσμού της Σαντάς εγίνετο κυρίως με γαλακτοκομικά προϊόντα, πατάτες (καρτάλια), λαχανίδες, και διάφορα σκευάσματα από σιτάρι και καλαμπόκι.
Το κρέας ήτο σπάνιον, και περιορίζετο κυρίως εις την σφαγήν άμα τη γεννήσει των, αρσενικών μοσχαριών, των οποίων εκρατείτο το δέρμα, το δε κρέας εδίδετο εις τους γειτό- νους ως άπαχον και άγευστον, επίσης εκρατείτο το στομάχι των με το περιεχόμενον του, το οποίον εχρησιμοποιείτο ως μαγιά δια την παρασκευήν τυρού, ελέγετο δε Πυτίδ.
Σπανίως εσφάζετο και καμμία στείρα αγελάδα (μοζίκα), οπότε ήτο δυνατόν να προμηθευθούν ολίγον κρέας, το οποίον κατά κανόνα εμαγειρεύετο με πατάτες (καρτολοφάγι).
Σπιτι στο Πιστοφάντων
Αι λαχανίδες ετρώγοντο ως λαχανόσουπα μέσα εις την οποίαν προστίθεντο και ολίγα ξηρά φασόλια, κυρίως μπαρμ­πούνια.
Αν εις την λαχανόσουπαν προσετίθετο και φουρνικόν αλεύρι, τότε την σούπαν έλεγον μιλιαστά λάχανα.
Αι πατάτες ετρώγοντο ή βραστές, ή ως γιαχνί (καρτολοφά­γι). Το κορκότον, ή από σιτάρι, ή από καλαμπόκι, φουρνισμένον ή όχι ετρώγετο ως σούπα (σιρβάν). Αν εις την σιρβάν προσετίθετο και ταν, ή γιαούρτι, τότε η σούπα ελέγετο, τανομένον σιρβάν. Αν εις την σούπαν προσετίθετο και από φουρνισμένον καλαμπόκι, αλεύρι, τότε το παρασκεύασμα εγίνετο πυκνότερον και ετρώγετο με βούτυρον ή γιαούρτι, και το φαγί ελέγε­το χασίλια.
Η κιαντιμά ετρώγετο ως πιλάφι με βούτυρον ή γιαούρτι.
Τα πουσίντια ως φαγητόν παρεσκευάζοντο προχείρως με την ανάμιξιν του αλεύρου με βρασμένον αλατισμένον νερό, οπότε το μίγμα έπαιρνεν την μορφήν καφέ χρώματος ζύμης, και ετρώγετο πάλιν με φρέσκο βούτυρον ή με γιαούρτι.
Το πλιγούρι ετρώγετο ως πιλάφι όπως και η κιαντιμάν.
Το καλαμποκάλευρον, κοινόν ή φούρνικον, ετρώγετο ή ως νερόβραστος λαπάς, με γιαούρτι ή ως χυλός οπότε ελέγετο μαλέζ. Αν αντί νερού παρεσκευάζετο με γάλα ελέγετο γαλατοφάγι. Αν τέλος αντί νερού παρεσκευάζετο με θόγαλαν ελέγετο χαβίτς  και απετέλει την σπεσιαλιτέ των παρχαριών.
Η επιτυχία της παρασκευής του χαβίτς, συνίστατο εις το να γυρίζη με το κουτάλι ολόκληρος η μάζα, χωρίς να κολλάει εις το σκεύος, μέσα εις το οποίον παρεσκευάζετο. Αν εις το χαβίτς προσετίθετο και τυρί τύπου κασεριού, αυτό έλυωνεν και μετεβάλλετο εις ίνας, εξ ου και εις πολλάς περιοχάς της Τρα­πεζούντος ελέγετο τυροκλωστήν· επειδή και πάλιν ολόκληρος η μάζα με το λυωμένον τυρί εγύριζεν μέσα εις το σκεύος που παρεσκευάζετο.
Τα μακαρόνια ήταν άγνωστα  και μόνον παρεσκευάζετο ένα είδος χυλόπιττας νερόβραστης που την έλεγον μακαρίναν. Δια την παρασκευήν της μακαρίνας, ετοιμάζετο από σιταρίσιον αλεύρι ζύμη, αρκετά πηκτή, η οποία απλώνετο εις φύλλα, ελαφρώς εστεγνώνετο, εκόπτετο αρχικώς εις λωρίδας και έπει­τα εις μικρά τεμάχια, όπως μακριές χυλοπίττες και όταν εξηραίνετο εις τον ήλιον εφυλάσσετο σε σακκούλια και οσάκις εχριάζετο να το παρασκευάσουν έβραζαν αλατισμένο νερό τα περιέχυναν και τα έτρωγαν με τηγανισμένον βούτυρον με το οποίον τα περιέχυνον αφού τα εστράγγιζον προηγουμένως από το νερό. 
Το ρύζι (πρίντζ) σπάνιον, το επρομηθεύοντο από την Τραπεζούντα εις μικράς ποσότητας, και κυρίως το εχρησιμοποιούσαν δια την παρασκευήν ριζογάλου (σουτλάσ).
Τέλος αραιά και που έκαμναν και τηγανίτες (τσιριχτά). Τα ξηρά φασόλια, όπως ανεφέραμεν, εχρησιμοποιούντο εις τα σού­πας, ή από κορκότον ή από λαχανίδας.
Ανδρέας Σπυράντης
Γιατρός