Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

ΜΑΓΕΙΡΙΚΑ ΣΚΕΥΗ ΣΤΗ ΣΑΝΤΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ.

1. Χαλκωματένια

Χαλκόν δίλαβον : μεγάλο καζάνι με δύο χερούλια  ή μ' ένα μεγάλο για την πλύση και το μαγείρεμα σε γάμους, κηδείες, αργατείας.
Χεροχάλκ: καζάνι μικρότερο μ' ένα χερούλι για το ζύμωμα, πλυμίν κ.ά.
Χαλκοπούλ: μικρό καζάνι με χερούλι για το καθημερινό φαγητό.
 Τέντζιαρη: τέντζερης (σ.σ. τουρκική tencere)  διαφόρου μεγέθους χωρίς χερούλι για καθημερινή χρήση.
Σαχάν ή σαγάν: πιάτο ρηχό για σερβίρισμα φαγητού.
Τάς: πιάτο μεγαλύτερο και βαθύτερο για πολύ και ζουμερό φαγητό.
Τηγάν: μικρό τηγάνι για το φαγητό των νηπίων ή το καβούρδισμα βουτύρου, λαδιού.
Κλωστοτήνανον: μεγάλο τηγάνι ρηχό με πώμα για τσιριχτά, φελοτήγανα, θομαροτήγανα και κάθε είδος τηγανητό. Επειδή το τηγανητό αφού ψηνόταν από τη μια μεριά το γύριζαν (έκλωθαν) και από την άλλη γι αυτό ονομάσθηκε έτσι.
Σιζκιάτσ:μεγάλο τρυπητό για στράγγισμα (ύλιγμαν) μακαρίνας, κολύβων, χορταρικών.
Χαλκοτζούκ: μακρουλό που τοποθετούσαν στο τζάκι, πλάι σε άλλο σκεύος που έβραζε στην πυροστιά ή στην αλυσίδα.
Παρχάτσ': μικρό σκεύος με λαβή για μεταφορά φαγητού για λίγα πρόσωπα.
Πουλούλια, Κοκούμ, Μαστραπά, Καφεκούτ, Τσεβζέ

2. Πήλινα (τσιαμουρένια)

Κουτία : διαφόρων μεγεθών όπου έψηναν φαγητό ή έβαζαν γάλα, γιαούρτι.
Κιβιάτσ (γκιουβέτσι): ρηχό όπου έκαναν φαγητό από παστά ψάρια και πατάτες ή λάχανα, από το σκεύος και το φαγητό ονομάσθηκε κιβιάτσ.
Πινιάκ: διαφόρου μεγέθους και σχεδίου, βαθουλό ή ρηχό για σερβίρισμα ή άλλη χρήση· λεγόταν και τσιαμουροπίνιακον.
Μελιτιλάηνον: δοχείο βαθύ βερνικωμένο για μέλι κυρίως, αλλά και για βούτυρο, παστά, τουρσί.
Σκουτέλ: πιάτο βερνικωμένο.
Πουλούλ: πιθάρι μεγάλο πισσωμένο από μέσα κι έξω, για τουρσιά από λάχανα ή κοκκινογούλια ή απίδια μέσα σε νερό (πουλουλάπια).

3. Ξύλινα

Πινιάκ ή ξυλοπίνιακον: διαφόρων μεγεθών για σερβίρισμα, τα κατασκεύαζαν οι Γαλλιανίτ με τόρνο.
Κουτάλ: μεγάλη κουτάλα για κένωμα( σ.σ. σερβίρισμα) φαγητού.
Χουλιάρ: κουτάλι από πυξάρι τα καλύτερα, και από οξιά τα δεύτερα.

4. Γυάλινα

Σισιά: μπουκάλι για ποτό ή ξύδι.
Στακάν: ποτήρι τσαγιού και ποτού.

5.  Δοχεία νερού

Σταμνίν: μεγάλη στάμνα χαλκωματένια με χερούλι- οι γυναίκες έβαζαν τον αγκώνα στο χερούλι και  ακουμπούσαν την άκρη στο πλευρό.
Κουκούμ ή κικίμ: μικρή στάμνα χαλκωματένια με χερούλι. Μ’ αυτήν έβραζαν νερό για τσάϊ  ή άλλες ανάγκες.
Μαστραπά: μεγάλο χαλκωματένιο ποτήρι με χερούλι για να πίνουν νερό.
Ιμπρίχ: χάλκινο ή χωματένιο με χερούλι για να πίνουν ή να πλύνονται.
Λαήν, λαηνόπον: μικρή στάμνα χωματένια.
Καθαρίζ' νε τα σκεύα.

6. Σκεύη γαλακτοκομικά

Βαρέλ: βαρέλι  για βούτυρο (βουτουροβάρελον) μιζύθρα (μιντζοβάρελον) ή κρέμα (θογαλοβάρελον ή θογαλόσκευον).
Κοβλάκ: Κυλινδρικό ξύλινο δσχείο με πώμα και χερούλι για βούτυρο, μυζήθρα, τσιοκαλίκ.
Γαβάνα: μικρό ξύλινο δοχείο για βούτυρο, όταν έβγαιναν έξω.
Κενές: ξύλινο σκεύος σαν το χωνί περίπου που έχουν οι μπακάληδες για τη ζάχαρη κ.ά. Το χρησιμοποιούσαν για την αφαίρεση της κρέμας από το καρσάν (για να αποθογαλίζνε το καρσάν).
Ξυλάγγ ή ρδουβάν: κυλινδρικό ξύλινο δοχείο με τρύπα στη μέση και χερούλια στις άκρες για να κρούγνε το θόγαλαν δηλ. να βγάλουν το βούτυρο από την κρέμα.
Τσιορτανοχάρτωμαν: σανίδα 1,20- 1,50 μάκρος, πάνω στην οποία τοποθετούσαν τα τσιορτάνια για να ξεραθούν.
Καρσάν: μεγάλη ξύλινη πιατέλλα όπου έβαζαν το γάλα για να θογαλίζ, να ανεβεί η κρέμα στην επιφάνεια, απ’ όπου την αφαιρούσαν με το κενές. Τελευταία χρησιμοποιούσαν καρσάνια και από τενεκέ ή εμαγιέ. Γαλακτοκομικές μηχανές δεν υπήρχαν.
Υλιστερόξυλον: σανίδα στενή με τρύπα στη μέση όπου τοποθετούσαν το υλιστέρ.
Υλιστέρ: πλεκτό κομμάτι από τρίχες για να διυλίζουν το γάλα. Μεταλλικά τέτοια δεν υπήρχαν.
Αλμεχτέρ: κουβάς ή άλλο σκεύος όπου άρμεγαν.
Υλιστοσάνιδον: πλατειά σανίδα με περβάζι γύρω γύρω και τέσσερα πόδια εδώ τοποθετούσαν το γιαούρτι σε σακούλι για να στραγγίσει και γίνεται υλιστόν.