Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Ηλίας Τσιρκινίδης (1915-1999)

Γεννήθηκε στο Νοβοροσίσκ της Ρωσίας το 1915 από γονείς καταγόμενους από το χωριό Σταυρίν της Χαλδίας. Το 1925 ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Καλλιθέα Αττικής.
 Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών Επιστημών και το 1941 διορίστηκε στο Δημόσιο, αφού προηγουμένως είχε εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και μετά τη συμμετοχή του στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, ως έφεδρος ανθ/γός.
 Διετέλεσε έπαρχος Σιντικής, Γρεβενών, Παιονίας, Διδυμοτείχου και Ορεστιάδας και νομάρχης Θεσπρωτίας, Λευκάδας και Καβάλας, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 1965. Εξαιρετική κρίθηκε παντού η διοικητική του ικανότητα και γι’ αυτό τιμήθηκε με το Μετάλλιο εξαιρέτων πράξεων, με τον Χρυσούν Σταυρόν του Τάγματος των Ταξιαρχών του Γεωργίου Α’ και το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής της Ιταλικής Δημοκρατίας.
 Στον ποντιακό λογοτεχνικό ορίζοντα πρωτοεμφανίστηκε ο Ηλίας Τσιρκινίδης το 1939, με το ποίημά του «Το Γήτεμαν», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ποντιακά Φύλλα». Το πρώτο ποίημα ακολούθησαν κι άλλα : «Ο Τσοπάνον, Η Μάννα, Ο Τραβωδιάνον, Ο Δήμον ο Κεμεντζετσής» κι άλλα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Χρονικά του Πόντου».
 Το 1958 τυπώνει την πρώτη ποιητική του συλλογή με 15 ποιήματα και με τίτλο «Το Γήτεμαν και άλλα ποιήματα», και το 1983 τη δεύτερη με 29 ποιήματα και με τίτλο «Το Μένεμαν κι άλλα ποιήματα». Όλα τα ποιήματα του Ηλία μιλούν για τον Πόντο, για τη ζωή στον Πόντο. Αποτελούν αναδρομή νοσταλγική ανθρώπου που γεννήθηκε, έζησε και μεγάλωσε στον Πόντο, παρότι δεν γεννήθηκε εκεί.
 Βαθύς γνώστης της ποντιακής διαλέκτου, ο Ηλίας Τσιρκινίδης άφησε τη σφραγίδα του και στο Ποντιακό Θέατρο. Ένα από τα έργα του «Δαβίδ ο Μέγας Κομνηνός», σε σκηνοθεσία του ιδίου, ανέβηκε από την Ποντιακή Σκηνή του Καλλιτεχνικού Οργανισμού Ποντίων Αθηνών, το 1983.
 Όπως και τα ποιήματά του, έτσι και τα θεατρικά του έργα, «Τ’ όρωμαν και το κρίμαν» 1985, «Ο πόλεμον κατάρα έν», «Ιωάννης Καλογιάννης Μ. Κομνηνός» και με τον ίδιο τίτλο στη δημοτική, «Τη Τρίχας το γεφύριν», χαρακτηρίζονται για το πλούσιο λεξιλόγιο, την ομαλή και γνήσια ποντιακή διάλεκτο και τη λατρεία για καθετί ποντιακό.
 Το 1990 σε μία έκδοση με τίτλο «Ο Τραβωδάνον», περιλαμβάνει τις δύο προηγούμενες συλλογές, «Το Γήτεμαν» και «Το Μένεμαν» και τα ποιήματα που μέχρι τότε έγραψε, εννέα στο σύνολο, με εισαγωγικό τίτλο «Στοχασία».
 Ακούραστος εργάτης του ποντιακού πνεύματος τα τρία τελευταία χρόνια μας άφησε δύο πρωτότυπες εργασίες του :
α) Το 1996, την εργασία με τίτλο «Πόντιοι Ποιητές – Ανθολόγιο», έκδοση του Συλλόγου Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί» και
β) Το 1998, την εργασία με τίτλο «Ποντιακά Δημοτικά Τραγούδια», έκδοση του ιδίου.
 Το 1967 ο Ηλίας Τσιρκινίδης πρωτοστατεί στην ίδρυση του Καλλιτεχνικού Οργανισμού Ποντίων Αθηνών, του οποίου αναλαμβάνει την Προεδρία. Με αξιόλογους Πόντιους σκηνοθέτες και θερμούς νέους Πόντιους καλλιτέχνες, δημιουργεί την Ποντιακή Σκηνή του Κ.Ο.Π.Α. και ανεβάζει μέχρι το 1991 έντεκα ποντιακά θεατρικά έργα. Προκηρύσσει και φέρνει σε πέρας πέντε θεατρικούς διαγωνισμούς συγγραφής έργων στην ποντιακή διάλεκτο και παίρνει μέρος σε διεθνή φεστιβάλ ερασιτεχνικού θεάτρου (DetroitLos Angeles, Κύπρος). Επιβράβευση των προσπαθειών του ήταν το Ευρωπαϊκό βραβείο Λαϊκής Τέχνης, από το ίδρυμα F.V.S. του Αμβούργου, το 1980.
 Για την προσφορά του στα Ποντιακά, τιμήθηκε με δίπλωμα τιμής από το σωματείο «Παναγία Σουμελά» Θες/νίκης, από την Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων Γερμανίας, από τον Κ.Ο.Π.Α., την Ένωση Ποντίων Σουρμένων κ. ά.  Ο ίδιος με την μετριοφροσύνη που τον διέκρινε δεν αποζητούσε τιμές ούτε δικαιώματα για τον πλούσιο θησαυρό που μας άφησε. Στο «Τετράδιο», τελευταίο ποίημα της Συλλογής του «Ο Τραβωδάνον», γράφει :

            «Έναν εγκάλιαν μάραντα έγκα ασ’ σόν παρχάριν
            κ’ εντάμαν το τετράδιον όθεν τα τραβωδίας
            ντό έγραψα με την σειράν, ‘ς σα χρόνια ντό εδέβαν.
            Ευρετικά ‘κι ψαλαφώ, τάξιμον ‘κι αναμένω».

Οι Πόντιοι τον τίμησαν ιδιαίτερα, τον έβαλαν στην καρδιά τους, στην ψυχή τους. Τον αποκάλεσαν «ο Παλαμάς των Ποντίων».
 Στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών υπήρξε ενεργό μέλος και μέλος του Δ.Σ. Στη Βιβλιοθήκη και στο αρχείο της ΕΠΜ έχει δωρίσει τις εργασίες του καθώς και ένα μέρος του προσωπικού του αρχείου. Απεβίωσε την 1η Μαρτίου 1999.

πηγη: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών