Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Λάμπρος Λαμπριανίδης (1891-1953)

Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1891 και ήταν γιος του Παντελή Λαμπριανίδη, προύχοντα της Σάντας. Σε ηλικία μόλις 16 ετών αποπεράτωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας και στη συνέχεια το 1907 ήρθε στην Αθήνα όπου γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου. Μετεγράφη σύντομα στο Πανεπιστήμιο Γενεύης, όπου σε ηλικία 19 ετών αναγορεύτηκε αριστούχος διδάκτωρ των νομικών επιστημών. Στη συνέχεια πήρε δίπλωμα νομικής και από το Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης. Εκεί προσελήφθη αμέσως στη γραμματεία της Ελληνικής Πρεσβείας, όπου υπό την καθοδήγηση του Πρεσβευτού Ίωνος Δραγούμη εδέχθη το πρώτο βάπτισμα για τους εθνικούς αγώνες.
Κατά τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο τραυματίστηκε σε μάχη ως αξιωματικός με βαθμό ιλάρχου του ρωσικού στρατού. Μετά τη Ρωσική Επανάσταση και την κατάρρευση του αντιεπαναστατικού μετώπου κατέφυγε με τον Αντιστράτηγο ως υπασπιστής του στη Ρουμανία. 
Εκεί ο στρατιωτικός ακόλουθος Δημ. Βακάς τον εκτίμησε και τον παρέπεμψε με θερμή επιστολή στον ύπατο Αρμοστή κ. Κατεχάκη στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κατεχάκης εκτιμώντας κι αυτός την ευφυία και τον πατριωτισμό του Λάμπρου Λαμπριανίδη τον διόρισε στην αρχή Γενικό Διευθυντή των Πολιτικών Υποθέσεων στην Αδριανούπολη και μετά πολιτικό διοικητή Καραγάτς, όπου η δράση του κατά την εκκένωση της Θράκης από τα ελληνικά στρατεύματα υπήρξε πολύ σημαντική.
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή παραιτήθηκε από τη θέση του και αποφάσισε να πολιτευτεί στην επαρχία Δράμας και από το 1923 εκλέγεται συνεχώς Βουλευτής. Το 1924 επικεφαλής μικτής επιτροπής μετέβη στην Τουρκία και μετέφερε στην Ελλάδα περίπου 500 ορφανά Ελληνόπουλα. Κατά το διάστημα της Γερμανικής Κατοχής διέφυγε στη Μέση Ανατολή όπου μετείχε στην Κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου. Με αυτή την ιδιότητα πήγε στην Ανατολική Μακεδονία για την εκκένωση της περιοχής από τους εισβολείς. Αργότερα χρημάτισε δυο φορές διαδοχικά υφυπουργός των Στρατιωτικών ως και Α’ Αντιπρόεδρος της Βουλής.
Ο Λάμπρος Λαμπριανίδης προσχώρησε στη συνέχεια στον Ελληνικό Συναγερμό, εκλέχτηκε Βουλευτής το 1951 και 1952, και ανέλαβε το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας στο οποίο εργάστηκε σκληρά ως το θάνατό του στις 13 Δεκεμβρίου 1953. Την κηδεία του, που έγινε δημοσία δαπάνη, παρακολούθησαν και εκπρόσωποι των ποντιακών σωματείων, ενώ εκ μέρους της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος, ο σύμβουλος Σταύρος Νικολαΐδης εξεφώνησε επικήδειο.

πηγη: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών