Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Μηνολόγιο-Εορτολόγιο. (Σαντάς & Πόντου) - Δεκέμβρης - Χριστιανάρτς

Δεκέμβρης - Χριστιανάρτς
Πήρε τ' όνομα του από τα Χριστίανα, όπως έλεγαν τα Χριστούγεννα.
4 .Τ' αεΒαρβάρας.
5. Τ' αεΣάββα.
6. Τ' αεΝικόλα.
Για τις 3 αυτές ημέρες έλεγαν : ΑεΒαρβάρα φύσα, ΑεΣάββα χχιόντζον και ΑεΝικόλα λύσον.

Τ' αεΣπυριδί. Αρχίζουν να τρανύννε τα ημέρας κοκκίν, κοκκίν ή σπειρίν, σπειρίν. Γιόρταζε η ενορία Χαρατζζιάντων στα Φτελένια. Μ’ όλα τα χιόνια και το κρύο δεν έλειπαν οι πανηγυριστές.
15 Τ' αεΛευτέρ'
24. Τη Παραμονής
. Τα παιδιά γύριζαν το βράδυ στα σπίτια και έψαλλαν:

Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας. Τα φιλοδωρούσαν χρήματα ή καρπούς (μήλα, καρύδια, λεφτοκάρια) που δεν υπήρχαν στη Σαντά. Το βράδυ έβαζαν στο τζάκι χοντρό κούτσουρο.

ΣΑΝΤΑ
Στο τραπέζι έπρεπε να βάλουν 7 λογής φαγητά, για να υπάρχει όλο το χρόνο πληθώρα αγαθών.
Αν δεν ετοίμαζαν τόσα φαγητά, τα συμπλήρωναν με φρούτα νωπά ή ξερά. Ερμάτωναν το τραπέζ ήταν ή σχετική φράση. Την άλλη μέρα το επερμάτωναν. Έκαιαν θυμίαμα.
Στο τραπέζι άναβαν  τόσα κεριά όσοι ήσαν οι νεκροί της οικογένειας ή 3 κεριά για όλους και ένα επί πλέον για κείνους που πέθαναν και δεν έγιναν γι αυτούς οι θρησκευτικοί τύποι, όπως σήμερα κάνουν για τον Άγνωστο στρατιώτη. Μερικοί εύποροι άναβαν 12 κεριά, γιατί οι Απόστολοι ήσαν 12. Σκόρπιζαν στο σπίτι καρύδια ή λεφτοκάρια (φουντούκια), που έπρεπε τά παιδιά να τα μαζέψουν την άλλη μέρα.
25 Χριστούγεννα - Χριστίανα. Μεγάλη γιορτή τριήμερη. Τα κορίτσια που γεννιόνταν εκείνη την ημέρα ονομάζονταν Χριστιανή τα δε αγόρια Χρίστος. Από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα ονομάζονταν Δωδεκαήμερα.
Τις νύχτες γύριζαν τα κακά πνεύματα οι Καλλικάντζαροι - κοντζιολόζ, και έπρεπε να μη βγουν έξω χωρίς φως  και να μη σβήνουν το φως της λάμπας ή τη φωτιά στο τζάκι.
Δεν γίνονταν  γάμοι και δεν βάπτιζαν παιδιά, εκτός αν υπήρχε κίνδυνος να πεθάνουν. Δεν ξέρω αν ήταν ο τόπος ή ό χρόνος, ή η σκλαβιά ή και όλα μαζί, που μας έκαναν να ξεχνούμε τις μέρες αυτές κάθε άλλη έγνοια και να αφοσιωθούμε στις θρησκευτικές παραδόσεις και στη λατρεία του Θεού.
Τα μεσάνυχτα της χριστουγεννιάτικης νύχτας μας έβρισκαν όλους συγκεντρωμένους κάτω στο θόλο της εκκλησίας, αν κανένας δεν ξύπνησε και δεν ήρθε στην εκκλησία: Δεβάτε γνεφίστε άτον, ήταν η επιθυμία του κοινού. Πριν δε να ξημερώσει γινόταν η απόλυση. Γλέντια και χοροί καθ’ όλο το τριήμερο.



31. Παραμονή του Νέου Ετους. Το βράδυ έβαζαν στο τζάκι χοντρό κούτσουρο, το Καλαντοκούρ. Τα παιδιά γύριζαν ψάλλοντας το Αγιος Βασίλειος έρχεται. Στα παλιά όμως χρόνια χρόνια έψαλλαν το παρακάτω:

Αρχή κάλαντα κι αρχή του χρόνου,
πάντα κάλαντα πάντα του χρόνου.
Αρχή μήλον εν κι αρχή κυδων έν.
Αρχή μούσκον εν το μυριγμένον.
Έρπαξον εμάς οι σσκύλ Εβραίοι,
Αίμαν έσταξεν, αίμαν πα 'κ έτον.
Εμυρίστεν άτ' ο κόσμος όλεν.
Για μυρίστε άτο κ' εσύ αφέντα.
Δέβα σό ταρέζ κ' έλα σην πόρταν
χα τσιρόπα, χά μηλόπα
χά ξερά κοκκυμελόπα.
Το τραγούδι το συνόδευε και το τρίγωνο και το τυμπιαλιάκ, πήλινο όργανο κρεμασμένο από τον ώμο. Φιλοδωρούσαν τα παιδιά χρήματα ή φρούτα. Το τραπέζι ερματούτον (ετοιμαζόταν , στολιζόταν) όπως και τα Χριστίανα. Από το βράδυ εκείνο άρχιζαν να γυρίζουν τα Μωμοέρια.


Στάθης Αθανασιάδης (Γεροστάθης)
Εκπαιδευτικός