Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ / ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Ζ - Η - Θ - Ι - Κ ) ΙΔΙΩΜΑ ΣΑΝΤΑΣ


Ζ

ζα = γελάδια 
ζαέρ = ίσως, φαίνεται ότι
 Ζαΐφ ή ζαΐφκον (τ) = ισχνό
ζαμάνια= καιροί
ζαμάν ζαμαντάν σονρά (τ) = ύστερα από πολύ καιρό.
ζαντόν= τρελό
 ζαροκολιάς = γυρίζεις τα πισινά εδώ κι εκεί
 ζαρωτά = στραβά
 ζατί (τ) = καθόλου 
ζατιντάν (τ) = ανέκαθεν
ζαπτιάδες (τ)= τούρκοι χωροφύλακες
ζατί(τ)= καθόλου, άλλωστε
ζαχράδας (τ)= γεννήματα
 ζεβρές = αριστερός
ζεγκίν, ζιαγκίντζ (τ)= πλούσιος
ζεμία 'κ  είχαν= ήσαν αρκετά επιδέξια
  ζεπύρα = κουνάβι 
ζευλία = ζεύγλη ( το σημείο του ζυγού στο οποίο βάζουν τον τράγηλο του υποζυγίου ζώου).
ζεχίρ (τ) = δηλητήριο
 ζήσ = ζωή
τζιανταρμάδες (τ)= χωροφύλακες
ζιαγκωμένον= σκουριασμένο
ζιαρέτ (τ)= ιερόν (οίκημα)
ζινίσ= χάντρα
ζιλάλ = νερό πολύ κρύο
ζιντζίρια (τ)= αλυσίδες
ζιρζιλιά (τ)= ανησυχία, θόρυβος
ζόρ (τ)= ανάγκη, βία, δυσκολία
ζόρ- ζορινά = με το ζόρι, με τη βία
ζουζάκ= βρακοθηλιά
ζουλιέται= γυρίζει εδώ κι εκεί
ζουλούμ (τ)= μεγάλο κακό
ζούπα αουπ= τελείως γεμάτο
ζουπούνα= γυναικείο φόρεμα
ζουρνάδας= είδος κλαρίνου
ζουούρτ= παρατεταμένη πορδή
ζωντή= ζωή, όσο ζει
ζώσκοινον= δέμα αγελάδας

Η

ήαζαν = αγίαζαν 
ήλενος = ήλιου 
ήμποιος= οποίος
ημψόν = μισό
ήντζαν = όποιος 
ήντιαν = ό,τι

Θ

θανατικά = όπως χτυπούν όταν πεθαίνει κανείς 
θανήσια = νεκρόδειπνα
 θέξ = θέτεις, βάζεις 
θέκον = βάλε, τοποθέτησε
θέκνε= τοποθετούν
 θεοξύριστος = φαλακρός πολύ
θημίστεν = χορέψτε το θημιστόν (είδος χορού) 
θήμιγμαν, θημιστόν = χορός κατά τον οποίο αφαιρούσαν την καλύπτρα της νύφης.
Θό σ'= Θεό σου
θρασκεύ= θυμώνει, πλημμυρίζει
θρουμμουλίτσα= ψίχουλα
θωριά= ομορφιά
Πουλούλια, Κουκούμ, Μαστραπά, καφεκούτ, Τσεβζέ

Ι

ιαρίφς (τ) =  άνθρωπος 
ιαυτόν = εαυτόν
ιδέα = επίσκεψη της νύφης στους γονείς της 
 ιεύ (τ) = ταιριάζει 
ίεψαν (τ) = συμφιλιώθηκαν 
ικράχ (τ) = σίχαμα, αηδία 
ικράχ επείκεν (τ)= βαρέθηκε, μίσησε.
ικραχλανεύτα (τ) = σιχάθηκα 
ικραχλανεύτεν (τ) = βαρέθηκε, μίσησε
ίλια, ίλιαμ (τ) = προπάντων
 ιλιαευτά = ψαχουλεύοντας 
ιλιάεψεν = έψαξε  
ιλιάεψον= ψάξε
ιναί = ναι
ινάν (τ) = εμπιστοσύνη
ινανεύω = πιστεύω
 ινανεύς — πιστεύεις
ινάτ (τ) πείσμα
ινάτς (τ) = πεισματάρης
ινατινά ερούξεν (τ) = ήρθε σε αντίθεση
ινατλανεύτεν (τ)= πείσμωσε
ινατλασεύκεσαι (τ) = πεισμώνεις
ιγκιάρ, ινκιάρ (τ) = άρνηση
ιντέρ = έντερο 
ινσάφ (τ)= έλεος
ιντέρια= έντερα
ιπιργιάν= κουρελής
ισίης, ισούης (τ)= έρημος
ισκιά = ίσκιος, είδωλοισκιάδας= σκιές
ιτσιαρέ= τρόπος, μέσον
ισμάρ (τ) = νεύμα 
ιφτιάρ = φτυάρι
ιχτιπάρ (τ)= εκτίμηση
Καθαρίζ'νε τα σκεύα

Κ


κά =  κάτι,  κάτω 
καβάης (τ)= κλητήρας
καβέ = 1) καφές, 2) καφενείο
 καβελάρτς = καβαλάρης
καγάν= δρεπάνι
 καγκάρ = πολύ ισχνό 
κάζ (τ) = πετρέλαιο
 καζέα = μυρουδιά πετρελαίου
 κάζια = πετρέλαια 
κάθεν κέσ επήεν = χαμήλωσε
 κάθκα = κάτσε 
κακάντζον = να κακαρίσεις 
κακάτς = φαλάκρα 
κάκκαλα = όρχεις
κακκαλέα = κακία, απάτη 
κακοπειρία = στερήσεις
από καλαμιδού = αφαίρεση ή στέρηση των πάντων
καλαθίνα= ντραμιτζάνα
Καλαντάρτς=  Γενάρης
 καλατσσεύ = μιλά
καλατσή = ομιλία
κάλη= γυναίκα
καλατσεμένον= μιλημένο
καλίτσα= γυναικούλα
 καλομάνα = γιαγιά 
καλεμέντζα= με κάλλος, όμορφη
κάλια= κάλλη, ομορφιά
καλοερεύω= γίνομαι καλόγερος
Καλομηνέσ = του Μάη
 (να) κάμ σε ο Χάρον (κατάρα) = να σου μπει ο Χάρος
 καμάκα = σιδερένιο εργαλείο να μαζεύει τα κάρβουνα του φούρνου
καματεροσύνια = φιλεργία ( η εργατικότητα, η αγάπη για την εργασία)
καματίζετε =  βάζετε να δουλεύει (άλλος)
καματιγμένον= γνεσμένο
καματίζω = δεν σηκώνω τα μάτια ψηλά
καμελτζήδες= καμηλιέρηδες
καμινωσία = τσακμάκι του παλιού καιρού
  καμίσ = πουκάμισο
καμίσια= πουκάμισα
καμονή = μεγάλη ζέστη, κάψα
κάμς= γνέθεις
 κανείται = είναι αρκετό
κανείνταν= είναι επαρκή
 κανάν = κανένα
κανόνα= μνημόσυνο
 κανός = κανενός
καπάνια= πέτρες
καπατάχ (τ)= σφάλμα
καπέκοπον= το μικρότερο ρωσικό νόμισμα
 καπέκ = 1/100 του ρουβλιου
 καπίτς = αλεστικά
καπιτσιάρ = μυλωνά
καπιτεύ= αλέθει παίρνοντας τα αλεστικά
 καπούλ (τ) = αποδοχή,  δεκτός
καπούλ (τ) 'κ ευτάει = δεν δέχεται
  καπουτσσήν (τ) = κλητήρα
καραβάτ = κρεβάτι
καρά χαπάρ (τ) μαύρη είδηση, θά­νατος
καραμουτεμέν= κατσουφιασμένος
κάρναν, κάρνασι(τ) κράτα τα ξερό σου, σώπα

καρσάν άρμεν = καρδάρια, μεγά­λη και βαθιά πιατέλα
 καρσανί = της καρδάρας
 καρτιάνος (τ)= συνοδός, φύλακας
  καρτόλια = πατάτες
κάρτον= ένα τεταρτο , αμέσως
κάρτσια= νύχια
 καρτοφί= της πατάτας
 Καστόρ = όνομα σκύλου
κασαπλούχ (τ)= σφάγιο
κασίκαι= δέματα ποδιάς υφασμένα
 κάτ ή κά = κάτι
 κάτα (ας) = γάτα (ες)
κατακαρδών= ενθαρρύνει
κατακέφαλος= κατήφορος
καταματούται= θρηνεί
καταχλάν = τούμπες
καταμάγια = κουρέλια δεμένα σε ξύλο για να αφαιρέσουν τη στά­χτη του φούρνου.
 κατασυρμονή= κακολογία, κατηγο­ρία
κατενίζ = γίνεται καθαρό
 κατενόν = καθαρό
κατενός= διαυγής
κατήβα = κατέβα
κάτηναν = κάποιο
κατής (τ) = ιεροδικαστής
 κατί = γιατί δεν
κατοπούλ= γατάκι
 κατούδ = γάτα
 κατούδια = γάτες
κατσίν = μέτωπο, πρόσωπο
κατσιά = πίλημα, πεπιεσμένο μάλλινο στρώμα
 κατωθύρ = κατώφλι
 καυκίσκεται = καυχιέται
καφούλια = θάμνοι
 καφουλόπον = μικρός θάμνος
κάτς= κάποιος
κατσκάρ= πυριτόλιθος
καυκίν= ποτήρι
καφούλ= θάμνος
 κείνταν κα = πλαγιάσουν
 κείσαι με τη γαρή σ = συνουσιά­ζεσαι με τη γυναίκα σου
κείται= κάθεται
 κείται κα = πλαγιάζει
κέϊφ (τ) = ευθυμία, διάθεση
 κέϊφια (τ) = διασκεδάσεις
 κέλα = κι όλα
 κεπίν = κήπος
κερβάν= καραβάνι
κερβά-έλιν, κερβά - γιολίν = δρόμος καραβανιών, δη­μόσιος δρόμος
κερεντή = κόσα
κερεντία = κόσες, μεγάλα δρεπά­νια
κερκέλ = κουλούρι σπιτίσιο
κερμούτσαι= κόρα ψωμιού
 Κερχανάδας (τ) = κεραμοποιεία
κέσ = προς τό μέρος
κεσιά ή κιοσιά (τ)= γωνία, αγκωνάρι
κήρ άτλης (τ)= καβαλαρί σε στακτί άλογο
κι η κ =δεν
κιαβιαζιαλούχ (τ)= φλυαρία
κιαζανεύκεσαι (τ)= βγαίνεις περίπατο
κιάλτς= λεπρός
 κιάμ = αλλά, όμως
 κιάμς = ευκαταφρόνητος
 κιαντί (τ) = ό ίδιος
κιαπιαζιάν (τ)= αδιάντροπο
 κιάρ = 1) λοιπόν 2) κέρδος
κιαριαστιά (τ)= ξυλεία οικοδομής
κιιαραστιαλούχ (τ)= ξυλεία οικοδομής
 κιαριαμιάτ (τ) = δόξα, δύναμη
 κιασιά (τ) = πάνινη σακούλα για χρήματα, πορτοφόλι
κιασιάπκα (τ)= στραβά
 κιαγιάς (τ) = πρόεδρος κοινότητας
κιαχρίζ (τ)= οχετός ακαθαρσιών
κιβιάτσ = λάχανα ή πατάτες με παστά ψάρια
κιναούμ (τ) = κρίμα
κιντέα= τσουκνίδα
κιντίν= δειλινό
κιοβτιά (τ)= κορμός
κιοζιατεύ (τ) = προσέχει
κιοζιάτεψον= κοίταξε, φύλαξε
κιοριά (τ) = ανάλογα
κιορτάν (τ)= αυχένας
κιουτσιοτσιούκ σουν (τ)= είναι μικρό, αγπαή μου και δεν βασίζομαι σε σένα.
 κιοσσιάς (τ) σπανός
 κιουρλιαεύ= ανάβει με φλόγα
Κιριατσαχανά (τ) = ασβεστοκάμινος
Κιτάπ (τ) = Κοράνιο,  βιβλίο
 κιφάλ = 1) κεφάλι, 2) το πάνω μέρος
κιφαλόποδα = πατσάς
 κλαστιάρ = που κλάνει συχνά
κλέμαν= ωραίο ανάστημα
 κλειδούσαι = κλίνεσαι μέσα 
κλερθένες = από κλήθρα
 κλερθίν = κλήθρα (δένδρο) 
κλιβιάν = εστία(φωτιά) μέσα στο έδαφος 
κλίστ = σκύψε 
κλύδα = πλήθος πολύ
 κλώθσ = γυρίζεις ανάποδα
 κλώσ = επιστροφή 
κλώσκουμες = επιστρέφομε
 κλώσκεται: 1) στρέφεται 2) ζεί
 κλώστ = να γυρίσεις πίσω
 κλωστοτήγανον = μεγάλο τηγάνι με πώμα για να γυρίζει το περιεχόμενο να ψηθεί και από την άλλη μεριά 
κνέσσκεται = ερεθίζεται
κοβοτίτσα= σαύρα
κοβόρ = περίττωμα ανθρώπου που σχηματίζει βώλο
 κοδεσπενεία= νοικοκυρωσύνη
κοιμητέρ= πέτρα βαθουλωμένη για ν' ανάψουν κερί ή κατήλα
κοκία= σιτάρια
κοιμηστέας = υπναράς
Κρενίν τη Ευκλείδη (Ισχανάντων)

 κοιμητέρ= βαθουλωμένη πέτρα του τάφου όπου ανάβουν κερί 
κοκοτρεύ = σκαλίζει με μυτερό όργανο
κοκένεν = σιταρένιο 
κοκκία = σιτάρια
 κολίζ = 1) ανάβει, 2) ζημιώνει
 κόλον = άκρη, τέλος
κόλφος, κόφλες= μασχάλη
κομμενόχρονος= είθε να κοπούν τα χρόνια του, να πεθάνει
 κομμενοτσίκαρος = πολύ δειλός
κομπούται= γελιέται
κομπώνεις= απατάς
 κομπόμηλα = μήλα που κομπώνουν (απατούν), ψεύτικα 
κόνεψε= στάθμευσε
κοντζολόζ= καλλικάντζαροι
κοντυλίδια= κούτσουρα
κονταρέα = χτύπημα με κοντάρι
κοντοφώσαινα = μυωπική
 κοπάλια = κόπανοι
κοπαλέας= κτυπήματα με κόπανο
 κοπαλόπον = μικρός κόπανος
 κοπροκάλαθον = καλάθι για μεταφορά κοπριάς 
κόπρον μη μαλάεις = μη κάνεις κάτι άπρεπο 
κόρδα = χορδή
κόρασιον= κόρη
κόρδας= χορδές λύρας
κόρκια= παλια ρούχα, κουρέλια
κορομάζ στύπον = πολυ ξυνό όπως το φυτό κορομάζ
 κορούμαι (τ) = τυφλώνομαι 
κορτσίδ = κούτσουρο κοντό και παχύ
έναν κόσμον = πάρα πολλά
 κοσάρια = κότες
 κοσέαν = μυρουδιά κλώσας 
κοσού = κλώσσα
 κοστέλια (εγένταν) = παραμέθυσαν
κοταλέας = εκείνος που καταπίνει κοτέλια, κομμάτια ψωμί, πεινασμένος
κοτέλια = μεγάλα κομμάτια ψωμιού
κότ= ξύλινο μέτρο σιτηρών, μόδιο
κότσια= φτέρνες
κοτσοδάχτυλον= μικρό δάκτυλο
κοτσοκέρια= αποκαΐδια κεριών

κοτσοκέφαλα= αστεία
κοτσάνιφτος = μισοπλυμένος
 κοτσή = κουτσή
 κοτσοπέτεινος = μικρός και καχεκτικός πετεινός
κοτσού = χωλού, κουτσού
κότσινο = κόκκινο
κότς= κότσ= κουτσαίνοντας
κοτύλα : = κοίλωμα του τραχήλου
κουδίεις = τσιμπάς με το ράμφος
κουδούκ = μύτη, ράμφος πουλιού
κούζ = φωνάζει, καλεί
κούζνε = φωνάζουν, καλούν
κουΐζνε= φωνάζουν, καλούν
Κούκ = ίσως κούκου
κουκάρα = ξύλινο αγκίστρι
 κουκούλα = κάλυμμα κεφαλιού
 κουκούμ = γκιούμι
κούκουρος= καμπούρης
 κουλία = ζώο χωρίς κέρατα
κουμουλιάεται= μαζεύεται
 κουμούσ = φόρεμα, περίβλημα καστανου
κουνίν = κούνια
κουνοκόλ = άκρη, βάση της κούνιας
κουντά = σπρώχνει
 κουντζιν = μίσχος φύλλου και του καρπού
 κουντούρας= σκαρπίνια
κουντούρατζης (τ)= υποδηματοποιός
 κουντώ = σπρώχνω
 κούπα = μπρούμυτα 
κουπίζνε= αναποδογυρίζουν
κουράζ = σπάνει,  τρώει
 κουρίν = κούτσουρο
 κουρθάρια = κριθάρια
κουρίν= κούτσουρο
κουρκουντέλια= κουρέλια
 κουρσεύει = κυριεύει και λεηλατεί 
κουρτά = καταπίνει
 κουρτούκ = χιονοστιβάδα
 κουρτούκια = χιονοστιβάδες 
κουρφεύκεται= περηφανέυεται
κουρφιάντ= περηφανευόμενοι
κουσκανεύκουνταν= φθονούν
κουσκούρ= κοπριά πατημένη και πλασμένη για να χρησιμοποιηθεί σαν καύσιμο
κουσούρ (τ)= ελάττωμα
κουσουρλήδας (τ)= ελαττωματικούς
κουσκούης = τσιγκούνης
 κουτάλ,κουταλόπον = μικρό κουτάλι
 κουτία = λάκκοι 
κουτούλα = χήρα 
κουτσή= κόρη ανύπαντρη
κόφλια = βυζιά 
κουφοκάρια= κούφια καρύδια
κοχαρίζ= ξεροβήχει
κόχλενος = του κοχλία
 κράξ - κρούξ = κρότος καινούριων παπουτσιών
κρέμψον= άφησε να πέσει
 κρέμψον κα = ρίξε καταγής
 κρεντήρα χαμνόν = πολύ νερουλό
 κρενίν = κρουνός 
κρίσ' = δίκη
κρίαρος= μεγάλο κριάρι
κρούγνε =  αγγίζουν, χτυπούν 
κρούτε=δέρνετε
κρούς = αγγίζεις
 κρούω = χτυπώ
κρωπή = μικρό τσεκούρι με γυριστή μύτη 
κύρτς = πατέρας 
κώμια= καλύβες ξύλινες
κωπέλ = παιδί νόθο 
κωπελού = εκείνη που κάνει παιδί νόθο
κουσκούρ = ξερή και πατημένη κοπριά για κάψιμο.
κωλομέρια- μηροί, μπούτια