Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ / ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Ζ - Η - Θ - Ι - Κ ) ΙΔΙΩΜΑ ΣΑΝΤΑΣ


Ζ

ζα = γελάδια 
ζαέρ = ίσως, φαίνεται ότι
 Ζαΐφ ή ζαΐφκον (τ) = ισχνό
ζαμάνια= καιροί
ζαμάν ζαμαντάν σονρά (τ) = ύστερα από πολύ καιρό.
ζαντόν= τρελό
 ζαροκολιάς = γυρίζεις τα πισινά εδώ κι εκεί
 ζαρωτά = στραβά
 ζατί (τ) = καθόλου 
ζατιντάν (τ) = ανέκαθεν
ζαπτιάδες (τ)= τούρκοι χωροφύλακες
ζατί(τ)= καθόλου, άλλωστε
ζαχράδας (τ)= γεννήματα
 ζεβρές = αριστερός
ζεγκίν, ζιαγκίντζ (τ)= πλούσιος
ζεμία 'κ  είχαν= ήσαν αρκετά επιδέξια
  ζεπύρα = κουνάβι 
ζευλία = ζεύγλη ( το σημείο του ζυγού στο οποίο βάζουν τον τράγηλο του υποζυγίου ζώου).
ζεχίρ (τ) = δηλητήριο
 ζήσ = ζωή
τζιανταρμάδες (τ)= χωροφύλακες
ζιαγκωμένον= σκουριασμένο
ζιαρέτ (τ)= ιερόν (οίκημα)
ζινίσ= χάντρα
ζιλάλ = νερό πολύ κρύο
ζιντζίρια (τ)= αλυσίδες
ζιρζιλιά (τ)= ανησυχία, θόρυβος
ζόρ (τ)= ανάγκη, βία, δυσκολία
ζόρ- ζορινά = με το ζόρι, με τη βία
ζουζάκ= βρακοθηλιά
ζουλιέται= γυρίζει εδώ κι εκεί
ζουλούμ (τ)= μεγάλο κακό
ζούπα αουπ= τελείως γεμάτο
ζουπούνα= γυναικείο φόρεμα
ζουρνάδας= είδος κλαρίνου
ζουούρτ= παρατεταμένη πορδή
ζωντή= ζωή, όσο ζει
ζώσκοινον= δέμα αγελάδας

Η

ήαζαν = αγίαζαν 
ήλενος = ήλιου 
ήμποιος= οποίος
ημψόν = μισό
ήντζαν = όποιος 
ήντιαν = ό,τι

Θ

θανατικά = όπως χτυπούν όταν πεθαίνει κανείς 
θανήσια = νεκρόδειπνα
 θέξ = θέτεις, βάζεις 
θέκον = βάλε, τοποθέτησε
θέκνε= τοποθετούν
 θεοξύριστος = φαλακρός πολύ
θημίστεν = χορέψτε το θημιστόν (είδος χορού) 
θήμιγμαν, θημιστόν = χορός κατά τον οποίο αφαιρούσαν την καλύπτρα της νύφης.
Θό σ'= Θεό σου
θρασκεύ= θυμώνει, πλημμυρίζει
θρουμμουλίτσα= ψίχουλα
θωριά= ομορφιά
Πουλούλια, Κουκούμ, Μαστραπά, καφεκούτ, Τσεβζέ

Ι

ιαρίφς (τ) =  άνθρωπος 
ιαυτόν = εαυτόν
ιδέα = επίσκεψη της νύφης στους γονείς της 
 ιεύ (τ) = ταιριάζει 
ίεψαν (τ) = συμφιλιώθηκαν 
ικράχ (τ) = σίχαμα, αηδία 
ικράχ επείκεν (τ)= βαρέθηκε, μίσησε.
ικραχλανεύτα (τ) = σιχάθηκα 
ικραχλανεύτεν (τ) = βαρέθηκε, μίσησε
ίλια, ίλιαμ (τ) = προπάντων
 ιλιαευτά = ψαχουλεύοντας 
ιλιάεψεν = έψαξε  
ιλιάεψον= ψάξε
ιναί = ναι
ινάν (τ) = εμπιστοσύνη
ινανεύω = πιστεύω
 ινανεύς — πιστεύεις
ινάτ (τ) πείσμα
ινάτς (τ) = πεισματάρης
ινατινά ερούξεν (τ) = ήρθε σε αντίθεση
ινατλανεύτεν (τ)= πείσμωσε
ινατλασεύκεσαι (τ) = πεισμώνεις
ιγκιάρ, ινκιάρ (τ) = άρνηση
ιντέρ = έντερο 
ινσάφ (τ)= έλεος
ιντέρια= έντερα
ιπιργιάν= κουρελής
ισίης, ισούης (τ)= έρημος
ισκιά = ίσκιος, είδωλοισκιάδας= σκιές
ιτσιαρέ= τρόπος, μέσον
ισμάρ (τ) = νεύμα 
ιφτιάρ = φτυάρι
ιχτιπάρ (τ)= εκτίμηση
Καθαρίζ'νε τα σκεύα

Κ


κά =  κάτι,  κάτω 
καβάης (τ)= κλητήρας
καβέ = 1) καφές, 2) καφενείο
 καβελάρτς = καβαλάρης
καγάν= δρεπάνι
 καγκάρ = πολύ ισχνό 
κάζ (τ) = πετρέλαιο
 καζέα = μυρουδιά πετρελαίου
 κάζια = πετρέλαια 
κάθεν κέσ επήεν = χαμήλωσε
 κάθκα = κάτσε 
κακάντζον = να κακαρίσεις 
κακάτς = φαλάκρα 
κάκκαλα = όρχεις
κακκαλέα = κακία, απάτη 
κακοπειρία = στερήσεις
από καλαμιδού = αφαίρεση ή στέρηση των πάντων
καλαθίνα= ντραμιτζάνα
Καλαντάρτς=  Γενάρης
 καλατσσεύ = μιλά
καλατσή = ομιλία
κάλη= γυναίκα
καλατσεμένον= μιλημένο
καλίτσα= γυναικούλα
 καλομάνα = γιαγιά 
καλεμέντζα= με κάλλος, όμορφη
κάλια= κάλλη, ομορφιά
καλοερεύω= γίνομαι καλόγερος
Καλομηνέσ = του Μάη
 (να) κάμ σε ο Χάρον (κατάρα) = να σου μπει ο Χάρος
 καμάκα = σιδερένιο εργαλείο να μαζεύει τα κάρβουνα του φούρνου
καματεροσύνια = φιλεργία ( η εργατικότητα, η αγάπη για την εργασία)
καματίζετε =  βάζετε να δουλεύει (άλλος)
καματιγμένον= γνεσμένο
καματίζω = δεν σηκώνω τα μάτια ψηλά
καμελτζήδες= καμηλιέρηδες
καμινωσία = τσακμάκι του παλιού καιρού
  καμίσ = πουκάμισο
καμίσια= πουκάμισα
καμονή = μεγάλη ζέστη, κάψα
κάμς= γνέθεις
 κανείται = είναι αρκετό
κανείνταν= είναι επαρκή
 κανάν = κανένα
κανόνα= μνημόσυνο
 κανός = κανενός
καπάνια= πέτρες
καπατάχ (τ)= σφάλμα
καπέκοπον= το μικρότερο ρωσικό νόμισμα
 καπέκ = 1/100 του ρουβλιου
 καπίτς = αλεστικά
καπιτσιάρ = μυλωνά
καπιτεύ= αλέθει παίρνοντας τα αλεστικά
 καπούλ (τ) = αποδοχή,  δεκτός
καπούλ (τ) 'κ ευτάει = δεν δέχεται
  καπουτσσήν (τ) = κλητήρα
καραβάτ = κρεβάτι
καρά χαπάρ (τ) μαύρη είδηση, θά­νατος
καραμουτεμέν= κατσουφιασμένος
κάρναν, κάρνασι(τ) κράτα τα ξερό σου, σώπα

καρσάν άρμεν = καρδάρια, μεγά­λη και βαθιά πιατέλα
 καρσανί = της καρδάρας
 καρτιάνος (τ)= συνοδός, φύλακας
  καρτόλια = πατάτες
κάρτον= ένα τεταρτο , αμέσως
κάρτσια= νύχια
 καρτοφί= της πατάτας
 Καστόρ = όνομα σκύλου
κασαπλούχ (τ)= σφάγιο
κασίκαι= δέματα ποδιάς υφασμένα
 κάτ ή κά = κάτι
 κάτα (ας) = γάτα (ες)
κατακαρδών= ενθαρρύνει
κατακέφαλος= κατήφορος
καταματούται= θρηνεί
καταχλάν = τούμπες
καταμάγια = κουρέλια δεμένα σε ξύλο για να αφαιρέσουν τη στά­χτη του φούρνου.
 κατασυρμονή= κακολογία, κατηγο­ρία
κατενίζ = γίνεται καθαρό
 κατενόν = καθαρό
κατενός= διαυγής
κατήβα = κατέβα
κάτηναν = κάποιο
κατής (τ) = ιεροδικαστής
 κατί = γιατί δεν
κατοπούλ= γατάκι
 κατούδ = γάτα
 κατούδια = γάτες
κατσίν = μέτωπο, πρόσωπο
κατσιά = πίλημα, πεπιεσμένο μάλλινο στρώμα
 κατωθύρ = κατώφλι
 καυκίσκεται = καυχιέται
καφούλια = θάμνοι
 καφουλόπον = μικρός θάμνος
κάτς= κάποιος
κατσκάρ= πυριτόλιθος
καυκίν= ποτήρι
καφούλ= θάμνος
 κείνταν κα = πλαγιάσουν
 κείσαι με τη γαρή σ = συνουσιά­ζεσαι με τη γυναίκα σου
κείται= κάθεται
 κείται κα = πλαγιάζει
κέϊφ (τ) = ευθυμία, διάθεση
 κέϊφια (τ) = διασκεδάσεις
 κέλα = κι όλα
 κεπίν = κήπος
κερβάν= καραβάνι
κερβά-έλιν, κερβά - γιολίν = δρόμος καραβανιών, δη­μόσιος δρόμος
κερεντή = κόσα
κερεντία = κόσες, μεγάλα δρεπά­νια
κερκέλ = κουλούρι σπιτίσιο
κερμούτσαι= κόρα ψωμιού
 Κερχανάδας (τ) = κεραμοποιεία
κέσ = προς τό μέρος
κεσιά ή κιοσιά (τ)= γωνία, αγκωνάρι
κήρ άτλης (τ)= καβαλαρί σε στακτί άλογο
κι η κ =δεν
κιαβιαζιαλούχ (τ)= φλυαρία
κιαζανεύκεσαι (τ)= βγαίνεις περίπατο
κιάλτς= λεπρός
 κιάμ = αλλά, όμως
 κιάμς = ευκαταφρόνητος
 κιαντί (τ) = ό ίδιος
κιαπιαζιάν (τ)= αδιάντροπο
 κιάρ = 1) λοιπόν 2) κέρδος
κιαριαστιά (τ)= ξυλεία οικοδομής
κιιαραστιαλούχ (τ)= ξυλεία οικοδομής
 κιαριαμιάτ (τ) = δόξα, δύναμη
 κιασιά (τ) = πάνινη σακούλα για χρήματα, πορτοφόλι
κιασιάπκα (τ)= στραβά
 κιαγιάς (τ) = πρόεδρος κοινότητας
κιαχρίζ (τ)= οχετός ακαθαρσιών
κιβιάτσ = λάχανα ή πατάτες με παστά ψάρια
κιναούμ (τ) = κρίμα
κιντέα= τσουκνίδα
κιντίν= δειλινό
κιοβτιά (τ)= κορμός
κιοζιατεύ (τ) = προσέχει
κιοζιάτεψον= κοίταξε, φύλαξε
κιοριά (τ) = ανάλογα
κιορτάν (τ)= αυχένας
κιουτσιοτσιούκ σουν (τ)= είναι μικρό, αγπαή μου και δεν βασίζομαι σε σένα.
 κιοσσιάς (τ) σπανός
 κιουρλιαεύ= ανάβει με φλόγα
Κιριατσαχανά (τ) = ασβεστοκάμινος
Κιτάπ (τ) = Κοράνιο,  βιβλίο
 κιφάλ = 1) κεφάλι, 2) το πάνω μέρος
κιφαλόποδα = πατσάς
 κλαστιάρ = που κλάνει συχνά
κλέμαν= ωραίο ανάστημα
 κλειδούσαι = κλίνεσαι μέσα 
κλερθένες = από κλήθρα
 κλερθίν = κλήθρα (δένδρο) 
κλιβιάν = εστία(φωτιά) μέσα στο έδαφος 
κλίστ = σκύψε 
κλύδα = πλήθος πολύ
 κλώθσ = γυρίζεις ανάποδα
 κλώσ = επιστροφή 
κλώσκουμες = επιστρέφομε
 κλώσκεται: 1) στρέφεται 2) ζεί
 κλώστ = να γυρίσεις πίσω
 κλωστοτήγανον = μεγάλο τηγάνι με πώμα για να γυρίζει το περιεχόμενο να ψηθεί και από την άλλη μεριά 
κνέσσκεται = ερεθίζεται
κοβοτίτσα= σαύρα
κοβόρ = περίττωμα ανθρώπου που σχηματίζει βώλο
 κοδεσπενεία= νοικοκυρωσύνη
κοιμητέρ= πέτρα βαθουλωμένη για ν' ανάψουν κερί ή κατήλα
κοκία= σιτάρια
κοιμηστέας = υπναράς
Κρενίν τη Ευκλείδη (Ισχανάντων)

 κοιμητέρ= βαθουλωμένη πέτρα του τάφου όπου ανάβουν κερί 
κοκοτρεύ = σκαλίζει με μυτερό όργανο
κοκένεν = σιταρένιο 
κοκκία = σιτάρια
 κολίζ = 1) ανάβει, 2) ζημιώνει
 κόλον = άκρη, τέλος
κόλφος, κόφλες= μασχάλη
κομμενόχρονος= είθε να κοπούν τα χρόνια του, να πεθάνει
 κομμενοτσίκαρος = πολύ δειλός
κομπούται= γελιέται
κομπώνεις= απατάς
 κομπόμηλα = μήλα που κομπώνουν (απατούν), ψεύτικα 
κόνεψε= στάθμευσε
κοντζολόζ= καλλικάντζαροι
κοντυλίδια= κούτσουρα
κονταρέα = χτύπημα με κοντάρι
κοντοφώσαινα = μυωπική
 κοπάλια = κόπανοι
κοπαλέας= κτυπήματα με κόπανο
 κοπαλόπον = μικρός κόπανος
 κοπροκάλαθον = καλάθι για μεταφορά κοπριάς 
κόπρον μη μαλάεις = μη κάνεις κάτι άπρεπο 
κόρδα = χορδή
κόρασιον= κόρη
κόρδας= χορδές λύρας
κόρκια= παλια ρούχα, κουρέλια
κορομάζ στύπον = πολυ ξυνό όπως το φυτό κορομάζ
 κορούμαι (τ) = τυφλώνομαι 
κορτσίδ = κούτσουρο κοντό και παχύ
έναν κόσμον = πάρα πολλά
 κοσάρια = κότες
 κοσέαν = μυρουδιά κλώσας 
κοσού = κλώσσα
 κοστέλια (εγένταν) = παραμέθυσαν
κοταλέας = εκείνος που καταπίνει κοτέλια, κομμάτια ψωμί, πεινασμένος
κοτέλια = μεγάλα κομμάτια ψωμιού
κότ= ξύλινο μέτρο σιτηρών, μόδιο
κότσια= φτέρνες
κοτσοδάχτυλον= μικρό δάκτυλο
κοτσοκέρια= αποκαΐδια κεριών

κοτσοκέφαλα= αστεία
κοτσάνιφτος = μισοπλυμένος
 κοτσή = κουτσή
 κοτσοπέτεινος = μικρός και καχεκτικός πετεινός
κοτσού = χωλού, κουτσού
κότσινο = κόκκινο
κότς= κότσ= κουτσαίνοντας
κοτύλα : = κοίλωμα του τραχήλου
κουδίεις = τσιμπάς με το ράμφος
κουδούκ = μύτη, ράμφος πουλιού
κούζ = φωνάζει, καλεί
κούζνε = φωνάζουν, καλούν
κουΐζνε= φωνάζουν, καλούν
Κούκ = ίσως κούκου
κουκάρα = ξύλινο αγκίστρι
 κουκούλα = κάλυμμα κεφαλιού
 κουκούμ = γκιούμι
κούκουρος= καμπούρης
 κουλία = ζώο χωρίς κέρατα
κουμουλιάεται= μαζεύεται
 κουμούσ = φόρεμα, περίβλημα καστανου
κουνίν = κούνια
κουνοκόλ = άκρη, βάση της κούνιας
κουντά = σπρώχνει
 κουντζιν = μίσχος φύλλου και του καρπού
 κουντούρας= σκαρπίνια
κουντούρατζης (τ)= υποδηματοποιός
 κουντώ = σπρώχνω
 κούπα = μπρούμυτα 
κουπίζνε= αναποδογυρίζουν
κουράζ = σπάνει,  τρώει
 κουρίν = κούτσουρο
 κουρθάρια = κριθάρια
κουρίν= κούτσουρο
κουρκουντέλια= κουρέλια
 κουρσεύει = κυριεύει και λεηλατεί 
κουρτά = καταπίνει
 κουρτούκ = χιονοστιβάδα
 κουρτούκια = χιονοστιβάδες 
κουρφεύκεται= περηφανέυεται
κουρφιάντ= περηφανευόμενοι
κουσκανεύκουνταν= φθονούν
κουσκούρ= κοπριά πατημένη και πλασμένη για να χρησιμοποιηθεί σαν καύσιμο
κουσούρ (τ)= ελάττωμα
κουσουρλήδας (τ)= ελαττωματικούς
κουσκούης = τσιγκούνης
 κουτάλ,κουταλόπον = μικρό κουτάλι
 κουτία = λάκκοι 
κουτούλα = χήρα 
κουτσή= κόρη ανύπαντρη
κόφλια = βυζιά 
κουφοκάρια= κούφια καρύδια
κοχαρίζ= ξεροβήχει
κόχλενος = του κοχλία
 κράξ - κρούξ = κρότος καινούριων παπουτσιών
κρέμψον= άφησε να πέσει
 κρέμψον κα = ρίξε καταγής
 κρεντήρα χαμνόν = πολύ νερουλό
 κρενίν = κρουνός 
κρίσ' = δίκη
κρίαρος= μεγάλο κριάρι
κρούγνε =  αγγίζουν, χτυπούν 
κρούτε=δέρνετε
κρούς = αγγίζεις
 κρούω = χτυπώ
κρωπή = μικρό τσεκούρι με γυριστή μύτη 
κύρτς = πατέρας 
κώμια= καλύβες ξύλινες
κωπέλ = παιδί νόθο 
κωπελού = εκείνη που κάνει παιδί νόθο
κουσκούρ = ξερή και πατημένη κοπριά για κάψιμο.
κωλομέρια- μηροί, μπούτια