Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Άμον χαντζοκάτα αποφκακέσ χαντζεύ. (Γνωμικά- Παροιμίες-Ιδιωματικές Εκφράσεις)

Άμον μαλαγμέντζα κότα.
 Σαν βρεγμένη γάτα.

Άμον μελεσίδ.
Για τον εργατικό που κουβαλάει  στο σπίτι του απ' όλα.

Άμον μουχτερός.
Για πολύ παχύ.

Άμον ντ’ έχεσες πακλάεψον άτο.
Οπως έκαμες το λάθος, το κακό, τώρα να το επανορθώσεις.

Άμον ντο λαλεί ο κολογκυδάς Λαμπρήν ’κ' έχομε.
 Για αμφίβολο πράγμα.
Dumanli (Σαντά)

Άμον ντο μασά ο γάϊδιαρον τ’  αχάντια.
Για κείνον που τρώει άνοστα.

Άμον ντο τερείς με και τερώ σε.
Για πράγματα ολοφάνερα.

Άμον ντ' ωριάζ  η κάτα τον πεντικόν.
Με επιμονή και υπομονή προσέχει για να  επιτύχει το ποθούμενο.

Άμον παστρικόν μαντήλ. Για τον ένοχο που υποκρίνεται τον αθώο.

Άμον, πουλόπον  ένοιξεν κ’ εσπάλτσεν το στόμαν.
Για κείνον που πεθαίνει ήσυχα.

Άμον σιαλάχ  αγγούρ.
Για  άνθρωπο χοντροκαμωμένο.

Άμον τη  Μιντζινά τ’ αφκακέσ.
Για λιβάδι ή χωράφι που δεν έχει χόρτο ή σπαρτά.

Άμον την κάταν εφτά ψήα έχ.
Για το σκληραγωγημένο.

Άμον το χομολαίον.
Για τον ύπουλο.

Άμον σκεπαρί γουζίν κόφτ τ’ αχούλν άτ.
Για ανόητο.

Άμον τσινίκα, πάντα  ί,ί, ί.
Για τον κλαψιάρη.

Άμον τσιαλπαράν.
Για τον απρόσεκτο.

Άμον τσιαρούχ  εν το κατσίν  ατ.
Για τον αδιάντροπο.

Άμον χαμαιλέτεν αλέθ. 
Για το λαίμαργο.

Άμον  χαντζοκάτα  αποφκακέσ χαντζεύ.
Για τον ύπουλο.

Άμον  χιόρας γάμος.
 Ήσυχα και χωρίς θόρυβο.

Άμον χοιράχαντος.
Για κείνον που δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει.

Αμώ και το χτεν  ντο ’κι παίρ φτείρας.
Για πρόσωπα ή πράγματα ακατάλληλα.

Ανάθεμά τον που λέει 'κ έχω παιδίν.
Το λέει ο γονιός που βασανίζεται  πολύ με τα παιδιά του.

Αναθυμεθή και μη κατασυρμονή.
Να θυμόμαστε, αλλά  όχι και να  κατηγορούμε. Για το φιλοκατήγορο.

Αναλυγμένα είναι τα  ψωμία;
Για κείνον που δεν θέλει να κοπιάσει  το παραμικρό.

Ανάμνον, κόρ, ανάμνον. Για κείνον που περιμένει μάταια.

Αν  αν φτύγω, φτύγω τον πρόσωπο 'μ και κάτ τα γένεια 'μ.
Το λέει εκείνος που δεν μπορεί να λύσει τη διαφορά συγγενών ή φίλων. Ή που αναγκάζεται να προτιμήσει τη ζημιά, από τις δύο που είναι  αναπόφευκτες.