Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Ο Ελληνισμός του Καυκάσου - Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΤΣΙΡΟΥΚ- ΣΟΥ

Ιστορική άποψη. Ελληνικά χωριά. Οι Γεωργιανοί που τούρκεψαν. Ήθη και έθιμα τους. Η μετανάστευση στη Ρωσία και oι περιπέτειες των ομογενών. 
(Δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «Κράτος» των Αθηνών και «Φάρος της Ανατολής» της Τραπεζούντας 17-24-27-31 του Μάη και 31 του Ιούνη 1912).


Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων από το Βατούμ στην περιφέρεια Τσιρούκ-σου βρίσκονται τα ελληνικά χωριά Τάκβα, Άσκοβα και Κβήρηκα, που α­ριθμούν 200 και  πλέον οικογένειες. Οι Έλληνες που ζουν στα χωριά αυ­τά είναι Σανταίοι μετανάστες που μετανάστεψαν στην ελώδη αυτή περιφέρεια πριν 30 χρόνια. Στα τελευταία χρόνια καλυτέρεψε αρκετά το κλίμα της περιφέρειας Τσιρούκ-σου γιατί η ρωσική κυβέρνηση απαγόρευσε στους Τούρκους του Τσιρούκ-σου την καλλιέργεια του ρυζιού.
Στην περιφέρεια Τσιρούκ-σου κατοικούσαν Γρουζίνοι από πολλούς αιώνες, μάλιστα  η περιφέρεια αυτή για τις φυσικές καλλονές της ήταν εξοχικό κέντρο των Γρουζίνων. Οι κακόμοιροι αυτοί Γρουζίνοι τούρ­κεψαν μόλις υποτάχθηκε το δυτικό τμήμα του Ιβηρικού κράτους στους Τούρκους  και πρόσφεραν πολλές εκδουλεύσεις στον τούρκικο στρατό σ' όλους τους πολέμους που έγιναν μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, προπαν­τός όμως στον τελευταίο Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878, όταν  έστησαν ενέδρες ενάντια στις εμπροσθοφυλακές και οπισθοφυλακές του ρωσικού στρατού και τον έφεραν σε δύσκολη θέση. Ο ρωσικός στρατός βέβαια θριάμβευσε στο τέλος, μα αποδεκατίστηκε στα ονομαστά φαράγγια και τις κοιλάδες της περιφέρειας Τσιρούκ-σου κοντά στο Τσιχηντσήρ καλεσί. 
Το Τσιχηντσήρ είναι φρούριο σε έξοχη στρατηγική θέση και γι' αυτό το έβαλαν στο μάτι οι Τούρκοι. Κοντά στο Τσιχηντσήρ συγκρατήθηκε για πολλούς μήνες ο ρωσικός στρατός, η προέλαση του οποίου άλλωστε εμποδιζόταν και από τους ντόπιους Τούρκους.
Αυτά ανήκουν στην ιστορία. Τώρα θα εξετάσουμε τα πράγματα της περιφέρειας αυτής από εθνολογική άποψη. Πρώτα-πρώτα οι ντόπιοι Τούρκοι που είναι Γρουζίνικης καταγωγής φέρουν όλα τα ση­μάδια της  καταγωγής τους, από τα οποία τα πλέον χαρακτη­ριστικά είναι τα παρακάτω:
α'. Ο Τούρκος της περιφέρειας Τσιρούκ-σου δεν εννοεί ν’ αφήσει την πατροπαράδοτη τσιάτη, ψωμί δηλαδή καλαμποκίσιο άζυμο ψημένο στο τζάκι πάρα πολύ ανθυγιεινό. Για χιλιάδες χρόνια διατηρούν οι Γρουζίνοι το έθιμο αυτό, θαυμάζει  κανείς πως η Ρωσία, η οποία κατέχει έ­ναν αιώνα κι’ εδώ την Γεωργία  και η οποία είναι μία απ’ τις μεγάλες Δυνάμεις, δεν έριξε ματιά στην ανθυγιεινή διατροφή ενός λαού που ανέρ­χεται σε 2 εκατομμύρια!
β'. Καμιά φορά ο Τούρκος της περιφέρειας Τσιρούκ-σου δεν κάνει τους γάμους του την Παρασκευή, αλλά την Κυριακή.
γ'. Τα τραγούδια τους στους γάμους και στις άλλες συναθροίσεις τους δεν διαφέρουν καθόλου από τα τραγούδια των Γρουζίνων χριστια­νών, συνοδεύονται  τα τραγούδια τους από γιουχαϊσμούς ιδιόρρυθ­μους που προκαλούν το γέλιο.
δ'. Τα επώνυμα των Τούρκων αυτών τελειώνουν σε -ιτσε και -ατσε π.χ. Χωλομανίτσε, Βασιλάτσε κλπ. Αυτό και μόνο φτάνει για ν’ αποδείξει την Χριστιανική και Γρουζίνικη καταγωγή τους.
ε'. Το πιο πειστικό σημάδι της Γρουζίνικης καταγωγής τους είναι η Γρουζίνικη γλώσσα που είναι η μητρική τους γλώσσα. Την τούρκικη οι γυναίκες τους δεν την μιλούν καθόλου, και οι άνδρες την μιλούν πολύ σπάνια και τότε μόνο, όταν είναι ανάγκη να συνεννοηθούν με τους με­τανάστες Σανταίους που πλημμύρισαν την περιφέρεια. Όμως η τούρκι­κη γλώσσα που μιλούν οι Τούρκοι της περιφέρειας Τσιρούκ-σου είναι το πιο παρεφθαρμένο τούρκικο γλωσσικό ιδίωμα.
Batum

Πριν από τον Ρωσσοτουρκικό πόλεμο του 1878 οι ντόπιοι Τούρκοι καταγίνονταν όπως είπαμε στην καλλιέργεια του ρυζιού στους μικρούς κάμπους που βρίσκονται στις όχθες των μικρών ποταμιών της περιφέ­ρειας. Γι’ αυτό τον λόγο το κλίμα ήταν υγρό και η αδιαφορία των τούρ­κικων αρχών για την απαγόρευση της καλλιέργειας του ρυζιού έκανε προβληματική την θέση των ντόπιων Τούρκων, οι οποίοι από  ανάγκη ανέβαιναν κάθε καλοκαίρι στα κεφαλοχώρια Τάκβα Άσκοβα και Κβήρηκα όχι για να καλλιεργήσουν κάτι , αλλά απλούστατα για να παραθερίσουν χάρη της υγείας τους. Το ότι δεν καταγίνονταν σε καμιά καλλιέργεια το μαρτυρούν τα παρθένα δάση των τριών  χωριών.
Σε τέτοια κατάσταση βρίσκονταν οι Τούρκοι της περιφέρειας Τσιρούκ- σου όταν έσκασε σαν βόμβα ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1878.
 Πολλοί Τούρκοι της περιφέρειας αυτής από το αφάνταστο μίσος τους εναντίον της Ρωσίας εγκατέλειψαν μαζικά την γόνιμη αυτή χώρα που ανάθρεψε για χιλιετηρίδες ολόκληρες αυτούς και τους προγόνους τους και έπεσαν στην αγκαλιά της Τουρκίας, που τους εγκατέστησε στα περίχωρα της Τραπεζούντας και Σαμψούντας. Ύστερα από την μαζική αποχώρηση πολλών Τούρκων η περιφέρεια Τσιρούκ-σου έμεινε σχεδόν έρημη για 7 ολόκληρα χρόνια.
 Στο μεταξύ οι Έλληνες του Πόντου αναγκάσθηκαν από την πίεση των Τούρκων να εγκαταλείψουν πολλοί την πατρίδα τους και να πάνε όπου τους καλούσε η τύχη. Αρκετοί ομογενείς από την περιφέρεια Γκιουμουσχανέ αμέσως μετά από τον Ρωσοτουρκικό πόλε­μο επισκέφθηκαν το Βατούμ που το κυρίευσαν οι Ρώσσοι, και εκεί πληροφορήθηκαν πως έφυγαν πολλοί Τούρκοι από την περιφέρεια Τσιρούκ- σου. Με μεγάλη χαρά βάδισαν στην περιφέρεια Τσιρούκ-σου με τις οι­κογένειες τους και μόλις είδαν εκεί λίγα οπωροφόρα δένδρα και λίγες ξύλινες καλύβες δάκρυσαν από την μεγάλη τους χαρά, γιατί νόμισαν πως έπεσαν στον Παράδεισο.
Δυστυχώς οι ελπίδες τους διαψεύσθηκαν γιατί πρώτον μεν πέθαναν οι περισσότεροι από τους ελώδεις πυρετούς, δεύτερον δε οι λίγοι Τούρκοι που ήσαν εγκατεστημένοι στα 4 άκρα της περιφέρειας ενοχλούσαν συχνά πυκνά τους μετανάστες για να τους εξαναγκάσουν να φύγουν. Οι μετανάστες δεν περίμεναν και μέσα στη Ρω­σία να έχουν δούναι λαβείν με Τούρκους, μα είδαν μια μέρα ξαφνικά τους Τούρκους να παραβιάζουν τις μικρές ξύλινες καλύβες τους, να διαρπάζουν τα σπιτικά τους έπιπλα και να τους απειλούν με θάνατο. Τρομαγμένοι μαζεύτηκαν την νύχτα στο σπίτι του αρχηγού Σάββα και συσκέφθηκαν.
Στη σύσκεψη αυτή διαφώνησαν μερικοί γέροι και πολλές γυναίκες παρακαλούσαν με δάκρυα τους άνδρες να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους, μα οι άνδρες με επικεφαλής τα δύο φοβερά πα­ληκάρια, τους αδελφούς Σάββα και Νικόλαο, άμα είδαν τα δά­κρυα των γερόντων και των γυναικών ορκίσθηκαν στο Βαγγέλιο να εκδικηθούν τους Τούρκους που επιβουλεύονταν την ησυχία τους και τη ζωή τους. Πρώτα-πρώτα οι δύο αδελφοί Σάββας και Νικόλαος οπλίστηκαν από τη κορυφή μέχρι τα νύχια και χτύπησαν κατά τα μεσάνυχτα την πόρτα του σπιτιού του πιο ισχυρού αγά.
Ο αγάς δεν υποψιαζόταν  επίθεση από τους Έλληνες μετανάστες και άνοιξε την πόρ­τα. Γι' αυτό μόλις άνοιξε την πόρτα, τα δύο αδέλφια όρμησαν πάνω του, τον ακινητοποίησαν, τον έδεσαν και  ζήτησαν απ’ αυτόν την παράδοση των σπιτι­κών επίπλων που άρπαξαν οι Τούρκοι και την μη επανάληψη των κλοπών. Ο αγάς τρομαγμένος τους παράδωσε τα έπιπλα και τους διαβε­βαίωσε πως θα χρησιμοποιήσει την  επιρροή του στους Τούρκους της περιφέρειας για να μην συνεχίσουν τις κλοπές σε βάρος των Ελλήνων με­ταναστών.
Πραγματικά έπαψαν για λίγο καιρό οι προστριβές ανάμεσα στους Τούρκους και τους Έλληνες, μα οι Έλληνες επειδή δεν ήξεραν το κλί­μα της περιφέρειας και επειδή ήσαν φτωχοί μεταχειρίζονταν λανθασμένους τρόπους επιβίωσης , δηλαδή εργάζονταν στα χωράφια κάτω από τη βροχή, περπα­τούσαν ξυπόλητοι όλο τον χρόνο, έτρωγαν νηστικοί κάθε μέρα από τα άγρια φρούτα της περιφέρειας, κοιμόνταν μέσα σε ελεεινές ξύλινες κα­λύβες κατά γης, κλπ. 

Ο Θάνατος, ο αδυσώπητος θάνατος κατέβα­ζε βαρύ το τσεκούρι πάνω στα άκακα και αξιοθρήνητα αυτά πλάσμα­τα και πριν περάσει το καλοκαίρι μετρήθηκαν και βρέθηκαν μόνον 20 από τους 100 μετανάστες. Έτσι οι λίγοι αυτοί που έμειναν έφυγαν στο Βατούμ, και από κει βγήκαν στο Καρς αφού άφησαν πίσω τους ερημιά και φρίκη.
Κατά το 1884 μερικοί Σανταίοι επισκέφτηκαν την περιφέρεια Τσιρούκ-σου και όταν την είδαν όμορφη σκέφθηκαν να εγκατασταθούν σ’ αυτή με τις οικογένειες τους, αν και ήξεραν το τραγικό τέλος των προκατόχων τους. Αναφέρθηκαν γι’ αυτό στις ρωσικές αρχές, οι οποίες με προθυμία έστειλαν τεχνικούς μαζί τους για να καταμετρήσουν την πε­ριοχή και να καθορίσουν τα χωράφια που έπρεπε να παραχωρηθούν στους Έλληνες μετανάστες. 
Ανοίχτηκε τότε κατάλογος μεταναστών όπου γράφηκαν 250 οικογένειες την πρώτη μέρα και γι' αυτό όλη η πε­ριφέρεια Τσιρούκ-σου ανήκε δικαιωματικά στις 250 αυτές οικογένειες. Η είδηση έφτασε σαν αστραπή στη Σαντά. Τριακόσιες οικογένειες μετα­νάστες Σανταίοι έφτασαν στο Βατούμ μέσα σε λίγες μέρες  και μαζί με λίγες οικογένειες Σουρμενιτών στάθμευσαν στο Τσιρούκ- σου..
Ολόκληρη η ορεινή περιφέρεια ήταν έρημη και δασωμένη. Στις όχθες του ποταμού της Τάκβας και του ποταμού Κεντρίς βρίσκονταν μικροί κάμποι και χαμηλοί λόφοι με παχύ έδαφος, όπου θα μπορούσαν να ζήσουν οι μετανάστες σαν γεωργοί. Οι μετανάστες όμως επειδή είχαν υπ’ όψη τον τραγικό θάνατο των πρώτων μεταναστών κατασκήνωσαν στις πλευρές των βουνών πολύ μακρυά από την παραλία  και από τον φόβο τους να μην υποφέρουν από ελονοσία όπως υπέφεραν οι προκάτοχοι τους δεν τολμούσαν ούτε τους κοντινούς παραποτάμιους κάμπους να καλλιεργήσουν.
 Τότε οι λίγοι Τούρκοι που έμειναν σκόρπιοι στην περι­φέρεια Τσιρούκ-σου επειδή ήξεραν την μεγάλη γονιμότητα των χωρα­φιών της περιφέρειας έτρεξαν προς τα εκεί χωρίς να τους εμποδίσει κα­νένας, σφετερίστηκαν τους παραποτάμιους μικρούς κάμπους και χαμηλούς  λόφους σε απόσταση 8 χιλιομέτρων από την παραλία και άρχισαν την καλλιέργεια. 
Οι μετανάστες Σανταίοι περιορίστηκαν τότε μόνο στις ανηφορικές και απότομες πλευρές των γύρω βουνών και μόλις κα­τάλαβαν το λάθος τους διαμαρτυρήθηκαν στον φιλέλληνα Νατσάλνικ (αστυνόμο) της περιφέρειας Τσιρούκσου Στεπάνωφ. Αυτός υποσχέθηκε στους μετανάστες να ενεργήσει όπως τους παραχώρησει η ρωσική κυβέρνηση όλη την έκταση της περιφέρειας, και τους συνέστησε να καταβάλουν τα λίγα τηλεγραφικά έξοδα. Οι μετανάστες άργησαν λίγες μέρες, στο μεταξύ όμως ο Στεπάνωφ πήρε μετάθεση σε άλλη περιφέρεια  και έτσι δεν βρέθηκε κανένας άλλος να υποστηρίξει τα συμφέροντα των Σανταίων μεταναστών Ωφελήθηκαν λοιπόν οι Τούρκοι από την ασυγχώ­ρητη  αδιαφορία των δικών μας.
Κατασκήνωσαν λοιπόν οι Σανταίοι μετανάστες, όπως είπαμε, στις ρά­χες των γύρω βουνών που ήσαν δασωμένες και σκεπασμένες από αγκάθια. Πόσο ταλαιπωρήθηκαν οι μετανάστες, πόσο κινδύνεψαν στα δυο πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους δεν περιγράφεται! Πρώτα - πρώτα η περιφέρεια φαινόταν τόσο έρημη και δασωμένη, που νόμιζες πως δεν κατοικήθηκε από πολλούς αιώνες!
 Οι κακόμοιροι μετανάστες ζούσαν προσωρινά μέσα στις ερειπωμένες ξύλινες καλύβες που  εγκατέλειψαν οι Τούρκοι και οι πρώτοι μετανάστες. Γύρω από τις καλύβες αυτές χόρευαν και ούρλιαζαν όλη τη νύχτα κοπάδια λύκων, τσακαλιών, αλεπούδων, αγριογούρουνων κ. ά. που προξενούσαν αφάνταστο τρόμο στις γυναί­κες. 
Πολλές γυναίκες ζητούσαν με δάκρυα να γυρίσουν στη Σαντά  και με δυσκολία τις συγκρατούσαν και τις καθησύχαζαν οι άντρες.
Συγκοινωνία δεν είχαν  οι μετανάστες, αφού ούτε και μονοπάτια διακρίνονταν. Τα σκληρά και άγρια αγκάθια του τόπου που συνέπλεκαν τα δάση δέντρο με δέντρο εμπόδιζαν κάθε ελεύθερη κίνηση των μεταναστών. Επιπλέον δεν είχαν οι μετανάστες εκκλησίες και ιερείς  και ήσαν απαρηγό­ρητοι γι’ αυτό. Ύστερα απ’ όλες  αυτές τις ταλαιπωρίες η νοσταλγία  θριάμβευσε και πολλές γυναίκες εύχονταν να πατήσουν μια φορά ακόμα το έδαφος της γενέτειρας Σαντάς και να πεθάνουν. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά φάνηκαν και οι Τούρκοι με άγριες διαθέσεις, έμπαιναν στις  καλύβες των μεταναστών, άρπαζαν τα σπιτικά τους έπιπλα, τους λή­στευαν και τους ξεγύμνωναν!
Τότε πια έφτασε το μαχαίρι στο κόκκαλο και πολλοί μετανάστες ετοιμάστηκαν να φύγουν. Στα πρόσωπα των αρχηγών των μεταναστών ζωγραφιζόταν καθαρή η εικόνα της απελπισίας. Ανήσυχοι διαμαρτυρήθηκαν στις αρχές, οι οποίες πήραν αυστηρά μέτρα εναντίον των Τούρκων και  τους  έδωσαν να καταλάβουν ότι η Τουρκία τους, όπου μπορούσαν να κάνουν ότι ήθελαν, ήταν μακρυά. Από τότε οι Τούρκοι έκατσαν ήσυχα και οι μετανάστες άρχισαν να σκέπτονται για το μέλλον τους και  επιδόθηκαν με ζήλο στην καλλιέρ­γεια του ορεινού εδάφους των χωριών τους.
Πέρασαν τριάντα ολόκληρα χρόνια από την εγκατάσταση των Σανταίων στο Τσιρούκ-σου, μα εφ’ όσον τα καμπίσια χωράφια ανήκουν στους Τούρκους δεν συμφέρει στους μετανάστες να καταγίνονται μονάχα στη γεωργία, γιατί δε μπορούν να ζήσουν με το λίγο εισόδημα των χωραφιών τους. Ξενιτεύονται λοιπόν κι’ αυτοί στην Περσία, στη Σιβηρία και σε πολλά τμήματα του Καυκάσου όπου εξασκούν τα επαγγέλματα του χτίστη και λιθοξόου, αφήνουν  στις γυναίκες την καλλιέργεια των λίγων χωραφιών τους και γι’αυτό η γεωργία δεν είναι εδώ προοδευμένη.
 Τελευταία παρατηρήθηκε πρόοδος στην μεταξοσκωληκοτροφία , θα είναι δε ευχάριστο αν μαζί με την μεταξοσκωληκοτροφία  καλλιεργήσουν οι μετανάστες τα μανταρίνια και περιποιηθούν και τη δάφνη της οποίας τα φύλλα τα πληρώνουν ακριβά οι Ρώσοι.

Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος