Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Στους ισχυρούς τα Άεθλα!!!

Διακρίσεις χωρίς δοκιμασία.
Το αξίωμα συνεπάγεται υπεροχή και τιμητικές παροχές.
 Πανάρχαιες οι αναξιοκρατικές επιλογές που επιβάλει η εξουσία.
 Είναι γεμάτη η τρισχιλιετής ιστορία μας από "άεθλα" * που μοιράζονται από ισχυρούς σε ισχυρούς , βραβεία σε εγχώριους και ξένους «διακεκριμένους», σε ευνοούμενους και αφοσιωμένους, χωρίς κανένα αξιοκρατικό και ηθικό αντίκρυσμα: οι αριστίνδην, οι κατ’ απονομήν, οι επικρατείας, οι «λίστες», τα παράσημα, οι «μεγαλόσταυροι», οι πολιτικοί παράγοντες που στέφονται ακαδημαϊκοί, οι αξιωματούχοι της πολιτείας που αναγορεύονται — εν είδει λιβανωτού — διδάκτορες, οι ανδριάντες των αχρείων, τα ξύλινα αυγά του Πάσχα, το φλουρί της πίτας πάντα στον μονάρχη, τον αρχηγό, τον πρόεδρο...
Ερείπια της Τροίας  (Από αεροφωτογραφία)
Όλοι σχεδόν οι ήρωες του τρωικού πολέμου είναι ιδιοτελείς, αρπακτικοί, ευτελείς και αναίσχυντοι. Ούτε υποψία αρετής — μόνο στο ανάστημα, την δύναμη και το κοντάρι ξεχωρίζουν. Και χειρότερος όλων ο «πόδας ωκύς  Αχιλλεύς». Για να εκδικηθεί τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα στέλνει κρυφά τη μάνα του στον Όλυμπο να προσπέσει στον Δία θερμοπαρακαλώντας τον να δώσει τη νίκη στους εχθρούς...
Αλλά γιατί πολεμούν οι  Αχαιοί στην πεδιάδα του Σκάμανδρου, ποια η ιδεολογία της εκστρατείας; Τα πλούτη της Τροίας και  ο βιασμός των γυναικών της, η λεηλασία και ο σκλαβωμός, αποφαίνεται ο σοφός και συνετός Νέστωρ. Κανείς δεν βιάζεται, λέει, να γυρίσει στην πατρίδα προτού αρπάξει και χαρεί τη γυναίκα κάποιου Τρώα.
 Με μυστική εντολή του Δία ο αρχιστράτηγος αποφασίζει λύση της πολιορκίας και γυρισμό στην πατρίδα. Δεν πέφτει η Τροία — «φεύγομεν συν νηυσί φίλην ες πατρίδα γαίαν». Άλλες όμως ουράνιες Δυνάμεις, η Ήρα και η Αθηνά, με όργανο τους τον Οδυσσέα, επιβάλλουν τη συνέχιση του πολέμου. Ο Οδυσσέας** μεταχειρίζεται την πανουργία για τους τρανούς — μας δοκιμάζει ο  Αγαμέμνων, το νου σας — και το ραβδί για τους στρατιώτες. Καταχέριζε — «ελάσασκε» — τον «χοντρολαό», φοβέριζε τον «δήμον» — κάτσε φρόνιμα, ν’ ακούς τους ανώτερους σου!
Ένας μόνο αντιστάθηκε με σθένος στην εξουσία των βασιλιάδων και στρατοκρατών. Ο γενναίος Θερσίτης. Αλλά το όνομά του έμεινε στους αιώνες συνώνυμο του θρασύδειλου και λιγόψυχου αλλά και του κακάσχημου, τερατόμορφου και αποκρουστικού. Η εξουσία φροντίζει, παντού και πάντοτε, όχι μόνο για τη φυσική αλλά —το χειρότερο — και για την ηθική εξόντωση των εχθρών της. Με τη συκοφαντία, τη δυσφήμηση, την πλαστογραφία και την απάτη...
Ο Θερσίτης μιλάει ατρόμητος στον Αγαμέμνονα, τον «ποιμένα λαών», με παρρησία και τόλμη. Να γυρίσουμε στα σπίτια μας με τα καράβια — «οίκαδέ περ συν νηυσί νεώμεθα». Γιατί πολεμάμε; Δεν σου φτάνουν τόσα λάφυρα; Γεμάτες οι σκηνές σου χάλκωμα και γυναίκες από τα κάστρα που κουρσεύουμε. Κι’ εσύ πρώτος παίρνεις το μεγαλύτερο μερτικό. Γιατί να μείνουμε; Ορέγεσαι μήπως κι’ άλλο χρυσάφι;
Όμηρος
Αλλά ο ραψωδός μας, της εξουσίας υμνητής — όπως όλοι οι αυλικοί ποιητές — σπεύδει να αποκαταστήσει το γόητρο της  Αρχής. Λοιδορεί και στηλιτεύει το θράσος του Θερσίτη να αντιμιλήσει, πρώτα στον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα και ύστερα, απερίσκεπτα, στον ίδιο τον αρχιστράτηγο. Είναι αθυρόστομος, αναιδής, πολυλογάς, φωνακλάς, απρεπής και ξεδιάντροπος, γελοίο πρόσωπο. Και μόνο αυτό; Είναι και ο ασχημότερος άντρας του στρατοπέδου: κουτσός, αλλήθωρος, καμπούρης, με στενό στέρνο, κεφάλι σουβλερό και φαλάκρα!
Παρεμβαίνει ο Οδυσσέας, ο «θεϊκός», για να περισώσει το κύρος της εξουσίας. Σκάσε γλωσσοκοπάνα, μην πιάνεις στο βρωμόστομα σου τους βασιλιάδες. Και τον χτυπάει δυνατά «με το χρυσό του σκήπτρο» στη ράχη. Ο Θερσίτης βάζει τα κλάματα και σωπαίνει. Αποτραβιέται σε μιαν άκρη ζαρωμένος και σκουπίζει τα δάκρυα. Και το στρατόπεδο ξεκαρδίζεται στα γέλια. Καλά του 'κανε, λένε οι πολεμιστές, και του 'κλείσε το βρωμόστομα. Δεν θα του βαστάει πια να βρίζει τους βασιλιάδες μας.
Προσωποποίηση της αδιαντροπιάς και της φυσικής ασχήμιας ο Θερσίτης, αλλά και φοβητσιάρης και τιποτένιος. Τον χτυπούν, τον εξευτελίζουν κι’ αυτός κλαίει τρέμοντας, ποταπός, γλοιώδες ανδράποδο — και σωπαίνει ολότελα καταρρακωμένος. Η εξουσία εξόφλησε για πάντα με τον λεοντόθυμο, ευθαρσή και ελευθερόφρονα Θερσίτη. Με τον διασυρμό, τη συκοφαντία και το ψεύδος.
Γιατί ο Θερσίτης δεν είναι κάποιος τυχαίος πολεμιστής. Παλαιός Αιτωλός ήρωας, πήρε μέρος στο κυνήγι του καλυδώνιου κάπρου πλάι στον Θησέα, τους Διόσκουρους, τον Ιάσονα, τον Άδμητο, τον Τελαμώνα, τον Ιφικλή κ.ά. Αλλά και το όνομά του, από τη ρίζα θάρσος, σημαίνει αντρειωμένος. Ο ποιητής όμως, της εξουσίας υμνωδός, πρέπει να διακηρύξει την ιερότητα και το άτρωτο των κυριάρχων στιγματίζοντας και γελοιοποιώντας τον ατίθασο Αιτωλό. Ο αντάρτης Θερσίτης που αντιμιλάει στους βασιλιάδες είναι μηδαμινός, τιποτένιος και απαίσιος. Και πέτυχε ο ποιητής τον σκοπό του.  Στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα διαβάζουμε ότι «η ψυχή του γελωτοποιού Θερσίτη έλαβε μορφή πιθήκου.
 Και σήμερα το όνομά του έχει στηλιτευτική έννοια και αποκρουστική σημασία.....

με πληροφορίες απο το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου : "Η διαφθορά της εξουσίας"


*Άεθλα = Η προέλευσης της λέξης άεθλος βρίσκεται στην Μυθολογία μας και στο όνομα ΑΕΘΛΙΟΣ ο οποίος ήταν γιός του Δία και της Πρωτογένειας και πρώτος βασιλιάς της Ήλιδας. Αναφέρεται ότι μετά τον Ιδαίο Ηρακλή ο Αέθλιος ήταν ο συνεχιστής των αγώνων και από το όνομα του οι αγωνιστές ονομάσθηκαν αθλητές. Τιμόταν μάλιστα ο ΑΕΘΛΙΟΣ σαν ο προστάτης των αγώνων.
Ο Ομηρικός άεθλος φθάνοντας στις μέρες μας συνηρημένος ως ο γνωστός σε όλους άθλος είναι η λέξη που κρύβει μέσα της τον αγώνα και την άμιλλα για την απόσπαση βραβείου. Βραβείο που καλείται να κατακτήσει ο αθλητής για να γίνει έπαθλο το οποίο θα τον ακολουθεί για πάντα. 
**Ο Οδυσσέας προσπαθεί να πείσει τους Αχαιούς να συνεχίσουν τον πόλεμο για την άλωση της Τροίας. Στους ισότιμους — βασιλιάδες, αρχηγούς — αναπτύσσει επιχειρηματολογία, στους παρακατιανούς απευθύνεται με ύβρεις και ραβδισμούς. Εύγλωττη η σκηνή. Με τη συμπεριφορά του Οδυσσέα ή εξουσία αποκαλύπτει το αποτρόπαιο πρόσωπό της. Οι απλοί άνθρωποι, οι ανίσχυροι, δεν έχουν δικαίωμα να αντιμιλούν, να εκφράζουν γνώμη. Πρέπει να σιωπούν ή να υπακούουν και να πεθαίνουν για ξένα συμφέροντα. Αυτή είναι η φυσική τους κατάσταση (Μ.Ρ. Νilsson, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, Αθήνα 1952, σ. 170).