Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Οι αγρότες πρόσφυγες αποκτούν ρίζες. ΜΕΡΟΣ 2ο

 Ουσιαστικά όλοι οι αγρότες πρόσφυγες έχουν συγκεντρωθεί στην Κρήτη και στις δυο βορινές επαρχίες της ηπειρωτικής Ελλάδας, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Αυτές ήταν οι πιο αραιοκατοικημένες περιοχές με αρκετά μεγάλες εκτάσεις αρόσιμης γης. Από τις τρεις, η Μακεδονία είναι η κατά πολύ πιο σπουδαία. Δεν είναι μόνο η πιο εκτεταμένη αλλά περιλαμβάνει και το μεγαλύτερο ποσοστό καλλιεργήσιμης γης.
Απο την εκκένωση της Νικομήδειας (Αρχείο Πολεμικού Μουσείου)

 Θα περιοριστώ στην περιγραφή του προβλήματος των αγροτών προσφύγων, κυρίως στη Μακεδονία, όχι μόνο γιατί η τελευταία είναι η πιο αξιόλογη από τις περιοχές εγκατάστασης των αγροτών προσφύγων αλλά και γιατί τα όσα έχουν γίνει εκεί είναι αρκετά χαρακτηριστικά του έργου που συντελέστηκε στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η Ελλάδα αντιμετώπιζε ένα έλασσον προσφυγικό πρόβλημα δέκα χρόνια πριν από την Καταστροφή της Σμύρνης. Ας αναφερθούμε σύντομα στους δυο Βαλκανικούς Πολέμους που προηγήθηκαν του Παγκοσμίου. Ο πρώτος, του 1912, ήταν ένας πόλεμος ανάμεσα σε μια συμμαχία Ελλάδας,  Σερβίας και Βουλγαρίας κατά της Τουρκίας. Κατάληξε σε πλήρη ήττα των Τούρκων και στην απώθηση τους από τη Μακεδονία, τη   Θράκη και τη Νότια Βουλγαρία ως την περίφημη γραμμή της Τσατάλτζας λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κωσταντινούπολη. Αυτός ο πόλεμος ακολουθήθηκε από μια διαμάχη ανάμεσα στους νικητές συμμάχους γύρω από τη διανομή των εδαφικών κερδών. Ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος περιλάμβανε την Ελλάδα και τη Σερβία, οι οποίες αγωνίστηκαν ως σύμμαχοι κατά της Βουλγαρίας την οποία συνέτριψαν. Η τελική συνθήκη με την οποία τερματίστηκαν οι δύο πόλεμοι είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση των σημερινών συνόρων.
Καθώς χιλιάδες ελληνικών οικογενειών ζούσαν στις παραμεθόριες περιοχές της Βουλγαρίας και της Τουρκίας υπέστησαν, όπως ήταν φυσικό, επικίνδυνα αντίποινα από τους δύο ηττημένους γειτονες της. Οι διωγμοί ήταν συχνά τόσο βίαιοι ώστε από καιρού εις καιρό πολλές απ’ αυτές τις ελληνικές οικογένειες εγκατέλειπαν τα πάντα και κατέφευγαν στην Ελλάδα. Αυτή η διαδικασία διαρκούσε ήδη δέκα χρόνια πριν από την Καταστροφή της Σμύρνης και προσέλαβε, από τα πρώιμα στάδιά της, τέτοιες διαστάσεις ώστε η ελληνική κυβέρνηση δημιούργησε ένα ειδικό γραφείο του υπουργείου Γεωργίας, το οποίο επιφορτίστηκε με τη συστηματική οργάνωση της εγκατάστασης των επαναπατριζόμενων προσφύγων. Η πείρα που είχε αποκομίσει αυτό το Γραφείο του εποικισμού (of Colonization) ήταν ανεκτίμητη όταν η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με το πρόβλημα της μαζικής προσφυγιάς το 1922 και το 1923. Το Γραφείο είχε ένα μικρό αλλά έμπειρο επιτελείο γεωπόνων, μηχανικών και νομομαθών που είχαν μεγάλη εμπειρία στην εξεύρεση στέγης για τους πρόσφυγες και στην εγκατάσταση τους σε αγροτικές γαίες. Όταν εμφανίστηκε στο προσκήνιο, η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων προσέλαβε ολόκληρο αυτό το επιτελείο και το μετέβαλε σε πυρήνα της οργάνωσής της για να αντιμετωπίσει το μείζον πρόβλημα.
Αυτό το πρώιμο προσφυγικό πρόβλημα είχε επίσης υποχρεώσει την Ελληνική κυβέρνηση να λάβει ορισμένα μακρόπνοα μέτρα, τα οποία συνέβαλαν στην απλοποίηση αντιμετώπισης της υστερότερης, πιο μαζικής, εισροής προσφύγων. Αυτά τα μέτρα αφορούσαν τα κτήματα των μεγαλοκτηματιών. Δεν ήταν μόνο τα εδάφη της Μακεδονίας που κατέχονταν χαρακτηριστικά από «εν απουσία» Τούρκους μεγαλογαιοκτήμονες. Όμοια μεγάλες εδαφικές εκτάσεις βρίσκονταν στην ιδιοκτησία Ελλήνων στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Ο αριθμός των αγροτικών οικογενειών που επέστρεψαν αναγκαστικά στην Ελλάδα από το 1913 ως το 1920 ήταν αρκετά μεγάλος ώστε να δημιουργηθεί σοβαρό ζήτημα σχετικά με το πού μπορούσαν να τους εγκαταστήσουν. Έγινε φανερό ότι έπρεπε να βρεθεί κάποιος τρόπος για να τους χορηγηθεί η περισσή γη αυτών των μεγαλογαιοκτημόνων. Τελικά η ελληνική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να ψηφίσει ένα νόμο (γύρω στο 1920) με τον οποίο απαλλοτριώνονταν όλες οι ακαλλιέργητες εκτάσεις στην Ελλάδα πέρα από ένα, μάλλον μικρό, ανώτατο όριο.
Εκκένωση της Νικομήδειας (Αρχείο Πολεμικού Μουσείου)

Φυσικά αυτό το μέτρο ήταν επαναστατικού χαρακτήρα και προκάλεσε πολύ σκληρή αντίδραση. Ακούστηκαν οι συνηθισμένες κατηγορίες για σοσιαλισμό και οι συντηρητικοί αριστοκράτες γαιοκτήμονες πρόβαλαν λυσσασμένη αντίσταση. Ωστόσο η αναγκαιότητά του σε εθνικό επίπεδο ήταν τόσο μεγάλη ώστε το μέτρο έγινε δεκτό ως αναπόφευκτο. Τα γεγονότα που ακολούθησαν έδειξαν ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο εύστοχο. Όταν, το 1922, επήλθε η μεγάλη κρίση αυτό το απόλυτα αναγκαίο μέτρο είχε περάσει τους σκοπέλους της πολιτικής αντιπαράθεσης και είχε γίνει αποδεκτό ως κρατική πολιτική. Αν αυτό δεν είχε γίνει πριν επέλθει η μεγάλη κρίση το πρόβλημα των προσφύγων θα είχε περιπλακεί από μια μείζονα συνταγματική διαμάχη. Ευτυχώς το ζήτημα είχε λήξει πριν από την άφιξη του κύματος των προσφύγων. Ο κατατεμαχισμός των μεγάλων ιδιοκτησιών βρισκόταν ήδη εν εξελίξει και το Γραφείο Εποικισμού (of Colonization) είχε αρκετών ετών πείρα των πρακτικών λεπτομερειών της σχετικής διαδικασίας.
Από αυτό το Γραφείο Εποικισμού (of Colonization) αναδείχτηκε μια από τις μεγάλες μορφές της σύγχρονης Ελλάδας. Το όνομα του Καραμάνου δεν είναι γνωστό έξω από την Ελλάδα -είναι ένα όνομα με ενδιαφέρον — αλλά αυτός ο νέος έχει επιδείξει ικανότητες, οι οποίες σε ένα ευρύτερο πεδίο θα τον είχαν καταστήσει διάσημο διεθνώς. Τον έχουν χαρακτηρίσει ως τον «Χουβερ της Ελλάδας» και από πολλές απόψεις ο χαρακτηρισμός είναι εύστοχος αν και οι προσωπικότητες και οι μέθοδοι των δυο αντρών απέχουν μεταξύ τους όσο οι δυο πόλοι της Γης.
Ο Καραμάνος ήταν ένας νεαρός αγρονόμος στο Γραφείο Εποικισμού of Colonization και επικεφαλής του τεχνικού επιτελείου του ως κύριος εμπειρογνώμων σχετικά με τα αγροτικά ζητήματα. Είχε γεννηθεί στην Ελλάδα και σπούδασε στην Ιταλία. Όταν οργανώθηκε η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων και απορρόφησε το επιτελείο του Γραφείου Εποικισμού of Colonization ο νεαρός Καραμάνος επιφορτίστηκε με την εφαρμογή του αγροτικού προγράμματος της Επιτροπής στη Μακεδονία.
Ο Καραμάνος αποδείχτηκε ιδανική επιλογή. Το μυαλό και η ψυχή του εξυψώθηκαν δια μιας στο υψηλό επίπεδο που απαιτούσε το μεγάλο ανθρώπινο πρόβλημα των προσφύγων, πετώντας πάνω από τις απλά τεχνικές λεπτομέρειες που στενεύουν τόσο συχνά την προοπτική των τεχνοκρατών. Δεν παραγνώρισε τα τεχνικά προβλήματα —αντίθετα τα επέλυσε με δεξιοτεχνικό τρόπο— αλλά αντιμετώπισε το εγχείρημά του ως κάτι απείρως πλατύτερο, βλέποντάς το με την οπτική του πολιτικού και του μεγάλου ανθρωπιστή. Στο εγχείρημα αυτό είχαν εμπλακεί όχι μόνο ο νους αλλά και τα συναισθήματά του. Αποδείχτηκε γεννημένος ηγέτης ανθρώπων. Η φύση τον είχε προικίσει με όλα τ’ απαιτούμενα γι’ αυτό το σκοπό χαρίσματα. Σωματικά, ο Καραμάνος συνδυάζει τους δυο κυριότερους τύπους Έλληνα. Έχει τη σκούρα, μελαχροινή επιδερμίδα, τα μαύρα μαλλιά και τα μαύρα λαμπερά μάτια του νότιου Έλληνα και την πιο ογκώδη και ρωμαλέα κατασκευή του βορινού. Η κατατομή του είναι εκείνη που μας έχουν καταστήσει οικεία τα κλασικά ελληνικά αγάλματα της ιδανικής ανδρικής νεότητας.
 Από άποψη ιδιοσυγκρασίας είναι Έλληνας από τα νύχια ως την κορφή. Ομιλητικός, εύγλωττος, παθιασμένος με τα λόγια και τις πράξεις του να περιβάλλονται από μια ακατανίκητη χειμαρρώδη ενεργητικότητα. Γοητευτικός συνομιλητής, πραγματικά τρομερός όταν εξοργίζεται και φλεγόμενος από μια παθιασμένη συμπάθεια προς τους πάσχοντες συμπατριώτες του, είχε, με το ζήλο του, να επιτύχει την άμεση αποκατάστασή τους, το είδος της συμπεριφοράς που ο Ρόμπερτ Μπερνς χαρακτήρισε ως «Η άγρια αγγελική φωτιά του Ησαΐα».
Ο Καραμάνος αφιερώθηκε ολόψυχα στο έργο αποκατάστασης των προσφύγων και επιδόθηκε στις δραστηριότητες που αυτό συνεπαγόταν, χωρίς να φεισθεί πνευματικών και σωματικών κόπων. Δεν θρονιάστηκε σ’ ένα γραφείο διευθύνοντας ψυχρά τις κινήσεις των υφισταμένων του, σαν να ήταν πιόνια, σε μια υπολογισμένη διαδικασία κατανομής των προσφύγων και των εφοδίων. Στην πραγματικότητα είχε καταστρώσει ένα τέτοιο σχέδιο αλλά όταν, κατά την εκτέλεσή του, πάρει κάτι που είχε μεγαλύτερη αξία κι αυτό ήταν η ζωογόνα επαφή με ένα μεγάλο πνεύμα που είχε εξευγενίσει το μόχθο τους με το μαγικό άγγιγμα του ιδανικού του και τους είχε εμψυχώσει να συνεχίσουν με το ακατανίκητο θάρρος του. Πρόσφατα, η μεγάλη προσφορά του αναγνωρίστηκε με την ανάδειξή του σε υπουργό Γεωργίας, γεγονός που τον κατέστησε υπεύθυνο για την επίλυση του σχετικού προβλήματος σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Παράλληλα με αυτή την εξαιρετική ηθική έξαρση, με την οποία ο Καραμάνος προσέδιδε δραματικότητα και περιεχόμενο στο έργο αποκατάστασης των προσφύγων στη Μακεδονία, υπήρχε μια εξίσου εκπληκτική πρόοδος σε απτά υλικά επιτεύγματα. Υπό τη διεύθυνση του Καραμάνου το πρόγραμμα αποκατάστασης των αγροτών προσφύγων ολοκληρώθηκε κατά 75 τοις εκατό μέσα σε πέντε χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν ενενήντα χιλιάδες οικογένειες εγκαταστάθηκαν σε αγροκτήματα στη Μακεδονία, έλαβαν καταλύματα, εργαλεία, ζώα και σπόρους και ξεκίνησαν μια νέα ζωή εφοδιασμένοι, ώστε να είναι αυτάρκεις.
Αυτός ο αριθμός μπορεί χωρίς φόβο σφάλματος να πολλαπλασιαστεί επί τέσσερα ώστε να δώσει ένα μετριοπαθή αριθμό ατόμων -γυναικών, παιδιών και αντρών. Αυτό σημαίνει ότι περίπου ένα τρίτο του εκατομμυρίου ανθρώπινα πλάσματα σώθηκαν από τη δυστυχία και την απελπισία και επαναφέρθηκαν σε μια φυσιολογική κοινωνική και οικονομική ζωή, σύμφωνα με τις παραδόσεις της φυλής τους, συγκεντρώθηκαν σε κοινότητες αποτελούμενες από γνωστούς, φίλους και συγγενείς, με τις εκκλησίες, τα σχολεία και τους θεσμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης που τους ήταν οικείοι.
Το έργο αυτό επιτελέστηκε κάτω από απελπιστικά αντίξοες συνθήκες. Για παράδειγμα, ακόμα και σήμερα η Μακεδονία διαθέτει μόνον τρία μίλια βατών δρόμων ανά εκατό τετραγωνικά χιλιομετρα. Αυτό σημαίνει ότι τα οικοδομικά υλικά έπρεπε να ρυμουλκηθούν, στην κυριολεξία, μέσα από την ύπαιθρο όπου χτίζονταν οι αγροτικοί οικισμοί. Ακόμα και κάτω από ιδανικές συνθήκες αυτό προϋπέθετε μεγάλο κόπο. Όταν ο καιρός ήταν βροχερός, σήμαινε ατελείωτο τσαλαβούτηγμα μέσα στη λάσπη. Όταν χιόνιζε, σήμαινε πάγωμα των μονοπατιών. Το πρόβλημα της μεταφοράς και μόνο απαιτούσε ατέλειωτη υπομονή και αδάμαστη βούληση.
Τσατμά & μπαγναντί. Τα πρώτα σπίτια χτίζονταν όπως  και στην πατρίδα (Αρχείο Μεγαλοκονόμου)

Οι μεγαλύτερες εκτάσεις διαθέσιμων εδαφών στη Μακεδονία βρίσκονται στην πεδινή περιοχή κοντά στις εκβολές των ποταμών Στρυμόνα, Αξιού και Αλιάκμονα. Σε μεγάλο ποσοστό αυτές οι εκτάσεις είναι ελώδεις και κατακλύζονται από τις ανοιξιάτικες καταιγίδες. Η όλη περιοχή είναι μολυσμένη από την ελονοσία που σε μεγάλο βαθμό είναι κακοήθους μορφής. Οι κακουχίες που είχαν ήδη υποστεί, πριν από την άφιξή τους, οι πρόσφυγες είχαν μειώσει την ανθεκτικότητα του σώματός τους στις ασθένειες ενώ οι δυσχέρειες των πρώτων χρόνων της εγκατάστασης στα νέα μέρη, όταν αποκτούσαν σταδιακά στέγη και τα προς το ζειν, τους είχαν εξασθενήσει ακόμα περισσότερο. 
Το αποτέλεσμα ήταν να εκδηλώνεται κάθε χρόνο μια εποχιακή κρίση ελονοσίας, που ήταν τόσο βαριά ώστε αρκούσε για να καταστήσει τα θύματά της ανίκανα να εργαστούν για τέσσερις εβδομάδες κάθε φορά. Το κλίμα της Μακεδονίας αποτελεί σοβαρή δοκιμασία ακόμα και για τους υγιέστερους ανθρώπους. Το καλοκαίρι, η αποπνικτική ζέστη του μεσημεριανού ήλιου είναι τόσο ανυπόφορη ώστε η δουλειά σταματάει υποχρεωτικά από το μεσημέρι ως τις τρεις. Το χειμώνα, εξάλλου, το κρύο είναι βαρύ, η υγρασία σου τρυπάει τα κόκαλα ενώ συχνά πέφτει πυκνό χιόνι. Οι περισσότεροι πρόσφυγες προέρχονται από περιοχές με πιο ισορροπημένο κλίμα και ελάχιστοι έχουν αποκτήσει ανοσία έναντι της ελονοσίας. 
Βέβαια η όλη κατάσταση καθιστούσε τους οργανισμούς των προσφύγων ιδανικό πεδίο ανάπτυξης της φυματίωσης και η τελευταία κάνει θραύση σε όλη τη Μακεδονία. Μόλις πρόσφατα αναφάνηκε μια νέα ελπίδα στον αγώνα κατά της ελονοσίας με την προοπτική της πραγμάτωσης του προ πολλού σχεδιαζόμενου έργου ελέγχου των υδάτων των μακεδονικών ποταμών από μια κοινοπραξία αμερικανικών και αγγλικών κατασκευαστριών εταιριών. Τα σχετικά σχέδια συμπεριλαμβάνουν την αποξήρανση των ελών και όταν αυτό επιτευχθεί θα καταστεί δυνατή η εφαρμογή των γνωστών μεθόδων ελέγχου των κουνουπιών ώστε να εξαλειφθεί η ελονοσία.
Η φυματίωση θα περιοριστεί σε φυσιολογικά επίπεδα όταν οι πρόσφυγες εγκατασταθούν μόνιμα και ανεβεί το βιοτικό τους επίπεδο.
Το 76 τοις εκατό αυτών των αγροτών ασχολούνται με την καλλιέργεια διαφόρων δημητριακών και κυρίως σιταριού. Τα δημητριακά ανταποδίδουν πιο γρήγορα από κάθε άλλη καλλιέργεια τους κόπους του αγρότη και η άθλια κατάσταση των προσφυγων δεν τους επέτρεπε την πολυτέλεια της καθυστέρησης που απαιτούν οι άλλες καλλιέργειες. Ο αγρότης που έσπειρε σιτάρι το φθινόπωρο του 1923 μπορούσε να φάει ψωμί απ’ τη δική του γη την επόμενη άνοιξη. Δεν μπορούσε να περιμένει ν’ αρχίσουν ν’ αποδίδουν καρπούς τα οπωροφόρα δέντρα. Το σιτάρι αναπτύσσεται σχεδόν σε κάθε είδος εδάφους. Από την άλλη πλευρά, ο καπνός, το άλλο αναπτυσσόμενο με ταχύτητα προϊόν της χώρας, απαιτεί πολύ ειδικές συνθήκες, συνθήκες εδάφους, κλίματος και έκθεσης. Όπου υπήρχε αυτή η ευτυχής σύμπτωση, φυτεύτηκε καπνός καθώς ο τελευταίος δεν αναπτύσσεται απλώς γρήγορα και μπορεί να πουληθεί αμέσως αποφέροντας χρήματα στον καλλιεργητή αλλά και γιατί η οικονομική του απόδοση κατά στρέμμα είναι πολύ υψηλή. Βρέθηκαν αρκετά εδάφη που προσφέρονταν για καλλιέργεια καπνού έτσι ώστε το 14 τοις εκατό των αγροτών επιδίδονται στην καπνοκαλλιέργεια.
Το υπόλοιπο 10 τοις εκατό των αγροτών περιλαμβάνει περίπου ένα 3 τοις εκατό που καλλιεργούν σταφύλια και 2 τοις εκατό που καλλιεργούν οπωροφόρα ενώ το τελευταίο 5 τοις εκατό επιδίδονται σε διάφορες αγροτικές ασχολίες όπως η μεταφορά των αγροτικών προϊόντων και τα συναφή με τη γεωργία επαγγέλματα, όπως αυτά του σιδηρουργού, του μυλωνά κ.λπ.


Henry Morgenthau
Αμερικανός δικηγόρος και διπλωμάτης
Πρόεδρος της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων