Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Το μεγαλείο των Ελλήνων. ΜΕΡΟΣ 2ο

Η δυσθυμία, η μελαγχολία και η απελπισία είναι ξένες προς το χαρακτήρα του Έλληνα. Ο αέρας είναι πολύ καθαρός, ο ήλιος πολύ φωτεινός και τα χρώματα της φύσης πολύ ζωηρά για να αναπτυχθεί η μελαγχολική ψυχική διάθεση που κυοφορούν άλλα πιο μουντά κλίματα. Τα πάντα στο φυσικό του περιβάλλον τείνουν να διεγείρουν τον Έλληνα παρά να του προκαλέσουν κατάθλιψη. Μόνο δυο πράγματα ενεργούν αντίθετα προς αυτό τον κανόνα. Το καλοκαίρι, η έντονη ξηρότητα του φλογερού ήλιου με την υπερδιέγερση που προκαλεί τείνει τελικά να επιβραδύνει τη λειτουργία της καρδιάς και να προκαλέσει αθυμία. Ωστόσο, η λαμπρότητα του σκηνικού αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό αυτή την ενέργεια και η συνεχής προσφυγή σε μικρές δόσεις καφέ βοηθάει ακόμα περισσότερο.
Το ίδιο κλίμα σ’ ένα άλλο περιβάλλον θα είχε την τάση να διαμορφώσει έναν ασήμαντο λαό. Οι Έλληνες έχουν γλιτώσει απ’ αυτό χάρη στο περιβάλλον όπου ζουν, το οποίο ασκεί μεγάλη επιρροή στην ψυχολογία τους. Ένας διάσημος ιστορικός είπε ότι όταν έγραφε για την Ελλάδα οι αναγνώστες του έπρεπε να έχουν κατά νου ότι όλες οι τοποθεσίες, που ανέφερε, ήταν ορεινές εκτός αν γινόταν ειδική μνεία κάποιας πεδιάδας.
Προσφυγικές κατοικίες στη Θράκη
 Ο Έλληνας περιτριγυρίζεται από βουνά από κάθε κατεύθυνση. Είναι ψηλά και ογκώδη και μεταδίδουν σ’ αυτόν που τα βλέπει μια αίσθηση της μεγαλοπρέπειας και της δύναμης της φύσης. Ένας πολύ ευφυής Έλληνας είπε πρόσφατα: «Οι Έλληνες δεν είναι θλιμμένοι αλλά ούτε και χαρωποί ή εύθυμοι. Αγαπούν τη ζωή αλλά αντανακλούν συναισθηματικά το κλίμα και το περιβάλλον τους. Το τελευταίο είναι σκληρό, δύσκολο και αγέλαστο, το ανηλεές λαμποκόπημα του ήλιου απογυμνώνει και αποκαλύπτει το τραχύ περίγραμμα του σκηνικού. Δεν είναι ένα χαρωπό σκηνικό ούτε ένας χαρωπός λαός. Δεχόμαστε τη ζωή όπως είναι και απαλύνουμε τη βλοσυρότητά της με τις διασκεδάσεις».
Αυτή η απλότητα της ελληνικής ζωής εντυπωσιάζει όλους τους ξένους και απογοητεύει πολλούς απ’ αυτούς. Δεν είναι η απλότητα της ανικανότητας αλλά η απλότητα της αναπόφευκτης φτώχειας. Τα φτωχά σπίτια, που είναι χαρακτηριστικα της χώρας, είναι παρ’ όλ’ αυτά καθαρά και τακτοποιημένα. Παρ’ ότι είναι εργατικός, ο Έλληνας εκτιμά μερικά πράγματα περισσότερο απ’ ό,τι τα υλικά προϊόντα της εργασίας του.
 Πάνω απ’ όλα είναι ένα κοινωνικό ον και είναι πρόθυμος να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο προκειμένου να κερδίσει τις λίγες βραδινές ώρες όταν συναντάει τους φίλους του στις κοινωνικές συγκεντρώσεις και ασκεί τις πνευματικές δυνάμεις του, αναμετρώντας τες μ’ εκείνες των γειτόνων του. Η πολιτική είναι το αγαπημένο θέμα των συζητήσεων και δεν υπάρχει στην Ελλάδα μεροκαματιάρης που να μην είναι καλά πληροφορημένος σχετικά με την «κατάστάση» και να μην έχει την προσωπική του άποψη γι’ αυτήν.
 Η δημοκρατία των Ελλήνων στην οποία αναφέρομαι συχνά, δεν είναι απλά ένας τρόπος του λέγειν που χρησιμοποιείται για να καλύψει κάτι τελείως διαφορετικό. Αν η λέξη «δημοκρατία» δεν υπήρχε στην Ελλάδα θα έπρεπε να επινοηθεί για ν’ αποδώσει την γενικώς επικρατούσα κοινωνική πραγματικότητα.
Από αυτή την πολιτική ισότητα και την απόλυτη ελευθερία έκφρασης προκύπτει μια καθημερινά ανανεούμενη συναίνεση, που είναι ίσως πληρέστερη απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Το ίδιο φαινόμενο ερμηνεύει τις αιφνίδιες και βίαιες μεταλλαγές στη διακυβέρνηση της χώρας που περιπλέκουν και εκνευρίζουν πολλούς ξένους παρατηρητές. Καθώς οι Έλληνες είναι ατομικιστές και σχεδόν κάθε Έλληνας είναι ένα άτομο γεμάτο σκέψεις και ιδέες, τα πολιτικά αποτελέσματα δεν μπορεί παρά να είναι πολύ διαφορετικά από εκείνα που επιτυγχάνονται στην Αμερική. Για παράδειγμα, στην Αμερική τα ομαδικά παιχνίδια είναι τόσο ενστικτώδη όσο η αναπνοή και η πολιτική απασχολεί πολύ μικρό μέρος του χρόνου και των σκέψεων του μέσου πολίτη.
Ο Αμερικανός προσφέρει τη νομιμοφροσύνη του σε οργανισμούς και θεσμούς. Έχει μια έντονη τάση να θεωρεί τον εαυτό του ως μέλος ενός κόμματος και να το ακολουθεί άσχετα με το αν πολιτεύεται σωστά ή όχι. Από την άλλη πλευρά, ο Έλληνας είναι νομιμόφρων απέναντι στις ιδέες του. Ο τελευταίος ακολουθεί τον ηγέτη, ο οποίος προς στιγμήν ενσαρκώνει περισσότερο από τους άλλους αυτές τις ιδέες. Την στιγμή που οι ιδέες του αλλάζουν, ο Έλληνας στρέφεται προς έναν άλλο ηγέτη. Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι η ύπαρξη μιας ατέλειωτης ποικιλίας ηγετών, φατριών και συμμαχιών.
Πρόσφυγες με κάθε μέσο εγκαταλείπουν την Ανατολική Θράκη
 Τα πολιτικά δεδομένα αλλάζουν από ημέρα σε ημέρα σχεδόν από ώρα σε ώρα. Οι Αμερικανοί αντιμετωπίζουν με ανυπομονησία το χάος —κατά την άποψη του— που προκαλείται απ’ αυτήν την κατάσταση. Ωστόσο δεν πρόκειται για χάος. Παρά τις διαρκείς αλλαγές στα πολιτικά όργανα της κυβέρνησης, οι τελικοί στόχοι της ελληνικής πολιτικής είναι τόσο ξεκάθαρα καθορισμένοι και επιδιώκονται με τόση σταθερότητα όσο, για παράδειγμα, το δικό μας Δόγμα Μονρόε ή οι προστατευτικοί δασμοί μας. Είναι άσκοπο να επικρίνουμε το σύστημα τους απλώς επειδή είναι διαφορετικό. Επίσης είναι σφάλμα να συγχέουμε τις συχνές «επαναστάσεις» στην Ελλάδα με τις συχνές επαναστάσεις στην Κεντρική Αμερική. 
Πρώτον σχεδόν όλες οι επαναστάσεις στην Ελλάδα είναι αναίμακτες. Δεύτερον, είναι απλώς πλάγιοι δρόμοι για επιβολή συνταγματικών αλλαγών σε ένα εξαιρετικά ευφυές έθνος που διαθέτει υπερβολική πολιτική αυτοσυνειδησία. Είναι αλήθεια ότι μερικές από αυτές τις επαναστάσεις είναι κωμικές υποθέσεις αλλά ακόμα και αυτές είναι αβλαβείς και παροδικές.
Η θέση της γυναίκας στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη των γειτονικών λαών. Με εξαίρεση τους αγρότες των απόμακρων ορεινών περιοχών της Ηπείρου η γυναίκα κατέχει πολύ υψηλή θέση στην Ελλάδα. Συμμετέχει ισότιμα στην κοινωνική ζωή και όχι σπάνια δεσπόζει στην οικογένεια, συμπεριλαμβανομένου και του συζύγου της, όταν διαθέτει ανώτερη ευφυία και χαρακτήρα. Είναι πολύ συχνό φαινόμενο στην Ελλάδα να κληρονομεί μια χήρα ολόκληρη την περιουσία του άντρα της και να τη διαχειρίζεται με οφθαλμοφανή επιτυχία. Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας οι γυναίκες ζουν σ’ αυτό το είδος της μετριόφρονης απομάκρυνσης που στην Αμερική θα θεωρούσαμε παλιομοδίτικη. Όμως εκεί (στην Ελλάδα) κανείς δεν απατάται από τις εξωτερικές συμβατικότητες. Στο σπίτι της η Ελληνίδα συμμετέχει ισότιμα στα οικογενειακά συμβούλια. Η θέση της είναι αξιοπρεπής και σεβάσμια. Στην Αθήνα είναι πλήρως χειραφετημένη όπως είναι οι Νεοϋρκέζες και οι Παριζιάνες.
 Γνωρίζω, για παράδειγμα, μια εξαιρετικά μορφωμένη Ελληνίδα που ενημερώνεται για τις τελευταίες εξελίξεις στη λογοτεχνία σε τέσσερις γλώσσες και που μετά από τον Παγκόσμιο Πόλεμο ανέλαβε να αποκαταστήσει την οικογενειακή της περιουσία που βρίσκεται κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία και είχε υποστεί σοβαρές καταστροφές από τις επιδρομές στη διάρκεια του πολέμου1.
Καραβάνι χριστιανών προσφύγων στο δρόμο για τη Ραιδεστό
 Πήγε μόνη της στο απόμακρο αγρόκτημά της, ταξιδεύοντας έφιππη και παίρνοντας μαζί της ένα σωρό όπλα και πολεμοφόδια μαζί με τροφές και κουβέρτες. Έμεινε μόνη της στο αγρόκτημα επί πολλούς μήνες, αγόρασε την απαιτούμενη για την επιδιόρθωση των κτιρίων ξυλεία, προσέλαβε μηχανικούς και κατηύθυνε τις εργασίες τους επιβλέποντας στην αποκατάσταση του εδάφους σε καλλιεργήσιμη κατάσταση. Ούτε η μοναξιά του μέρους ούτε η συχνή εμφάνιση συμμοριών στα πέριξ την φόβισαν έστω και ελάχιστα και ούτε η ανεξάρτητη συμπεριφορά της θεωρήθηκε ως κοινωνικά προκλητική.
Οι γάμοι «συμφωνούνται» στην Ελλάδα κατά το γαλλικό σύστημα ανάμεσα στους γονείς των ενδιαφερομένων. Το ειδύλλιο παίζει μικρό ή και καθόλου ρόλο σ’ αυτούς. Παρ’ όλ’ αυτά η συζυγική τρυφερότητα είναι ο κανόνας μάλλον παρά η εξαίρεση και οι οικογενειακοί δεσμοί ασκούν ίσως τη μεγαλύτερη, από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα, επιρροή στη ζωή του Έλληνα. Το ηθικό επίπεδο είναι πολύ υψηλό και ενισχύεται από έναν αυστηρό και ιδιόρρυθμο κώδικα αναφορικά με την οικογενειακή τιμή.
Το έθιμο προβλέπει ότι, όταν μια γυναίκα ξεστρατίζει από το δρόμο της αρετής, πρέπει να τη σκοτώνει ένα μέλος της οικογενείας της. Στην περίπτωση μιας παντρεμένης γυναίκας εκείνος που τη σκοτώνει δεν είναι ο σύζυγος αλλά ο αδελφός της. Το σκεπτικό είναι ότι το αμάρτημά της αποτελεί κηλίδα για την τιμή των εξ αίματος συγγενών της και πρέπει να καθαριστεί με αίμα. Η θέση που υιοθετεί ο σύζυγος είναι ότι εξαπατήθηκε στις διαπραγματεύσεις κατά τις οποίες συμφωνήθηκε ο γάμος. Δεν είναι εκείνος που ατιμάστηκε αλλά η οικογένεια της γυναίκας του. Το έθιμο αυτό είναι τόσο αυστηρό και τόσο γενικά αποδεκτό ώστε στις σπάνιες περιπτώσεις που σημειώνεται ένα περιστατικό μοιχείας, συνήθως ο αδελφός που έχει σκοτώσει τη γυναίκα δικάζεται για φόνο, καταδικάζεται σε φυλάκιση δυο ετών και απελευθερώνεται μερικές εβδομάδες μετά την καταδίκη του.
Με άλλα λόγια, η κοινωνική συνείδηση επιδοκιμάζει τη δραστική ενέργεια της οικογενείας προκειμένου να ξεπλύνει το όνομά της. Φυσικά, το αποτέλεσμα είναι ότι η βεβαιότητα της τιμωρίας εκ μέρους της οικογενείας ενεργεί ως ισχυρό αντικίνητρο για την επιτέλεση πράξεων που θα προκαλούσαν την παρέμβασή της.
Η φιλοξενία είναι πάγκοινη αρετή των Ελλήνων. Ακόμα και στο φτωχότερο σπίτι θα προσφέρουν στον καλοδεχούμενο ξένο ένα φλιτζάνι τούρκικο καφέ και τσιγάρα ή γλυκό συνοδευόμενο από ένα ποτήρι νερό που είναι τα χαρακτηριστικά κεράσματα ανάμεσα στα γεύματα. Στους απομονωμένους οικισμούς της Ηπείρου ο ξένος είναι μια καλοδεχούμενη επαφή με τον έξω κόσμο και η φιλοξενία του έχει μετατραπεί σε μια περίτεχνη και χρονοβόρα τελετουργία που μερικές φορές φέρνει σε αμηχανία το βιαστικό ταξιδιώτη. Ωστόσο, ο επισκέπτης πρέπει να υπομείνει ολόκληρο το πρόγραμμα υποδοχής και περιποίησης του γιατί αλλιώς ο οικοδεσπότης του προσβάλλεται τόσο πολύ ώστε εξαπολύει επάνω του τα τεράστια μαντρόσκυλά του καθώς φεύγει.
Υπαίθριο κουρείο για πρόσφυγες στη Ραιδεστό
Ο Έλληνας είναι πολεμοχαρής και δεν μπορεί παρά να είναι. Έζησε επί πέντε χιλιάδες χρόνια και παραπάνω πλάι σε εχθρικές φυλές. Αυτοί από τους κοντινούς γείτονές τους που χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή είναι οι Τούρκοι ενώ οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι είναι πάντοτε δυνητικοί και συχνά ενεργοί εχθροί του. Αν η στάση  των Ελλήνων είναι διαφορετική απέναντι στον πόλεμο από εκείνη των Αμερικανών, αυτό είναι εντελώς φυσικό. Γι' αυτούς ο πόλεμος είναι το ίδιο αναπόφευκτος με την ανατολή του ήλιου και προσβλέπουν στον επόμενο πόλεμο με απόλυτη ηρεμία, χωρίς έξαρση σχετικά με την υποτιθέμενη δόξα του ή νοσηρές προβλέψεις σχετικά με τις τραγωδίες που αναπόφευκτα θα τον ακολουθήσουν. Γι' αυτούς ο πόλεμος είναι απλώς ένα από τα γεγονότα της ζωής.
Τίποτα δεν υπήρξε πιο αποκαλυπτικό σχετικά με το πόσο υγιής είναι ο χαρακτήρας του ελληνικού λαού από τη συμπεριφορά του κατά τα τελευταία επτά χρόνια, στη διάρκεια της μεγαλύτερης κρίσης της πρόσφατης ιστορίας του. Η τρομακτική μετανάστευση ενός εκατομμυρίου διακοσίων πενήντα χιλιάδων ανθρώπων σε νέο περιβάλλον κάτω από τις πλέον αντίξοες συνθήκες πραγματοποιήθηκε με εκπληκτικά λίγη αταξία. Τα μαρτύρια που υπέστη δεν τον κατέβαλαν. Η τραγωδία υπήρξε ένα ακόμα γνώριμο γεγονός της ζωής σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της ιστορίας του. Ο Έλληνας είχε πάντα έντονη συνείδηση αυτού του γεγονότος αλλά δεν ενέδωσε ποτέ στην απογοήτευση.
Θα ήταν δύσκολο να υπερτονιστεί η ψυχική δοκιμασία των προσφύγων. Αυτό που εννοούσε ο ψαλμωδός όταν έγραφε: «Δεν μπορώ να ψάλλω τους ύμνους του Κυρίου σε μια ξένη γη» έπληξε όλους τους πρόσφυγες. Αυτή η σχεδόν αφόρητη νοσταλγία αποκαλύπτεται με πολλές συγκινητικές μορφές. Οι γηγενείς της Μακεδονίας ένιωσαν έκπληξη βλέποντας τους πρόσφυγες που μόλις είχαν έρθει από τον Πόντο να περιφέρονται στα δάση με τις βαλανιδιές, σχεδόν ζαλισμένοι, ψάχνοντας απεγνωσμένα για καρύδια, όπως έκαναν κάθε χρόνο επί αιώνες στην πατρική τους γη και να απελπίζονται και να νιώθουν σαν χαμένοι όταν ανακάλυψαν ότι δεν υπάρχουν καρυδιές στην Ελλάδα. Μερικοί από τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία ζούσαν επί αιώνες σε ευχάριστα, στεγνά σπήλαια στα παράλια.


Henry Morgenthau
Αμερικανός δικηγόρος και διπλωμάτης
Πρόεδρος της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων









1. Oι Βούλγαροι κατέλαβαν την Ανατολική Μακεδονία αμαχητί τον Μάιο του 1916. Η αμαχητί κατάληψή της υπήρξε αποτέλεσμα της ουδετερόφιλης (κατ’ άλλους γερμανόφιλης) πολιτικής του βασιλιά Κωνσταντίνου. Κατά τη διάρκεια της κατοχής τους, η οποία διήρκεσε ως το φθινόπωρο του 1918, οι Βούλγαροι προέβησαν σε συστηματικούς διωγμούς του ελληνικού πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας και η πλήρης εξόντωσή του απετράπη μόνο χάρη στις πιέσεις των Γερμανών οι οποίοι φοβούνταν άτι η αντίδραση του ελληνικού λαού στις αγριότητες των Βουλγάρων θα οδηγούσε στην ανατροπή του Κωνσταντίνου.