Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Η ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΑ ΣΤΗ ΣΑΝΤΑ :1.Το κλίμα και η μελισσοτροφική χλωρίδα & 2. H ποιότητα του μελιού της Σαντάς

Το κλίμα και η μελισσοτροφική χλωρίδα
Η Σαντά, αν και είχε έδαφος πετρώδες και άγονο, είχε ωστόσο πλού­σια βλάστηση, γιατί είχε κλίμα υγρό και ομιχλώδες με συνεχείς βροχοπτώ­σεις. Η ομίχλη  ήταν συχνή.
Παρ’ όλη όμως την υγρασία το κλίμα της Σαντάς ήταν πολύ υγιεινό, γιατί είχε υψόμετρο περίπου 1800 μέτρα και γιατί χιλιάδες στρέμματα από έλατα σκέπαζαν τη γύρω της έκταση. Η πλούσια μελισσοτροφική χλωρίδα της Σαντάς παρ’ όλη τη συνεχή ομίχλη, είχε άφθονη έκκριση  από νέκταρ και θα μπορούσε να δημιουργηθεί, να διαδοθεί και ν’ ανθίσει συστηματική μελισσοκομική εκμετάλλευση με πολύ ικανοποιητική απόδοση  και ν’ αποβεί ένας πλουτοπαραγωγικός πόρος για την τόσο φτωχή σε άλλη παραγωγή  Σαντά.
Παρχαρομάνα
H ποιότητα του μελιού της Σαντάς
Από την αφθονία και την ποικιλία των μελισσοτροφικών ανθέων, με­ταξύ των οποίων και πολλά αρωματικά, το  μέλι της Σαντάς ήταν εξαιρετι­κής ποιότητας, με λευκό χρώμα και λεπτό άρωμα. Με καλή περιποίηση η απόδοση μιας κυψέλης ήταν 25 οκάδες (31 κιλά) κατά μέσον όρο, με τιμή 5 γρόσια (1/20 της χρυσής λίρας) την οκά. Μια κυψέλη δηλ. μπορούσε να αποδώσει ετήσιο εισόδημα μια χρυσή λίρα.
Το μέλι των νοτίως της Σαντάς χωριών ήταν δηλητηριώδες, γιατί προερχόταν από τα δύο φυτά, τους δύο αυτοφυείς και αειθαλείς θάμνους, την Ποντική αζαλέα (τσιφίν στη διάλεκτο του τόπου) και το Ποντικόν ροδόδενδρον (κομάρ). Τα δύο αυτά φυτά είναι γνωστά στο διεθνή μελισσοκομικό και πνευματικό κόσμο από την Κύρου Ανάβαση, όταν οι Μύριοι στο όρος Θήχης έφαγαν το «μαινόμενον μέλι» το προερχόμενο από άνθη τους και έ­παθαν διάρροια και εμετούς.
Τα άνθη της αζαλέας, με ωραίο κίτρινο χρώμα, αλλά και  αποκρουστική ή  βαριά μυρουδιά, ήσαν γνωστά για τη δηλητηριώδη επίδρασή τους και στις αγελάδες: «Ετσιφινώθαν τα χτήνια» έλεγαν και χρησιμοποιούσαν για αντίδοτο «χαψοζώμ» (ζωμό από παστούς γαύρους, αντζούγιες). Όσο όμως  για το άλλο φυτό, το ροδόδεντρο, με το μωβ χρώμα και το ωραίο λεπτό άρω­μα, κανείς δεν  θα φανταζόταν ότι είναι δηλητηριώδες .
Οι περιοχές που είχαν τέτοια φυτά απείχαν δυο περίπου χιλιόμετρα από τα χωριά της Σαντάς  και αν και οι μέλισσες της Σαντάς μπορούσαν να τα τρυγήσουν, ωστόσο όμως επειδή η μεταφερομένη ποσότητα μελιού ήταν σχετικώς μικρή, για την αιτία της απόστασης  και  επειδή και αυτή η μετα­φερομένη μικρή ποσότητα διατίθετο για την εκτροφή του γόνου, δεν γινόταν εναποθήκευση του δηλητηριώδους αυτού μελιού στις κυψέλες της Σαντάς μέ­σα στο Μάη, στο μήνα που γινόταν η ανθοφορία των φυτών αυτών. 
Η μεγάλη μελιτοφορία και αποταμίευση μελιού άρχιζε από τον  Ιούνη και μάλιστα με­τά το πρώτο δεκαπενθήμερό του, όταν «τα χτήνια έβγαιναν σον Παρχάρ (δηλ. οι αγελάδες  βγαίνανε στα θερινά βοσκοτόπια) ή σο στάμαν, όπως οι Σανταίοι έλεγαν τον παρχάρ.

Νικόλαος  Τοπαλίδης