Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Οι κρυπτοχριστιανοί της Σαντάς

Οι πρώτοι Κρυπτοχριστιανοί της Σαντάς χρονολογούνται στα τέλη της 3ης 10ετίας του 18ου αι. Συγκεκριμένα, στα 1730 οι εξισλαμισμένοι κάτοικοι του διπλανού χωριού Κολόσα (Κολοσαλήδες) κίνησαν αγωγή κατά των Σανταίων στο ιεροδικαστήριο Τραπεζούντας διεκδικώντας το παρχάρι Σκορδέν. Οι Σανταίοι δικαιώνονται βέβαια και αναγνωρίζονται ως νόμιμοι δικαιούχοι, αλλά οι Κολοσαλήδες, παίρνοντας μαζί τους και τους Σουρμενίτες, ζητούν εκδίκηση και απειλούν ότι θα εισβάλουν στην περιοχή. Αυτή, ακριβώς, η κρισιμότητα της κατάστασης επέβαλε, ως διέξοδο σωτηρίας, το δρόμο του κρυπτοχριστιανισμού.
Αγία Κυριακή - Ισχανάντων
Πράγματι, σε συνέλευση των κατοίκων του χωριού, αποφασίζεται, οι μισοί τουλάχιστον, και μάλιστα οι εγκριτότεροι, να υποκριθούν τους μωαμεθανούς. Οι άλλοι θα παρέμεναν φανεροί χριστιανοί, για να έχουν την προστασία των πρώτων και για να μη λησμονηθεί, με το χρόνο, η πίστη από τους επίγονους. Έτσι, το μπαϊράμι της χρονιάς εκείνης (1730), πολλοί από τη Σάντα, ιδιαίτερα της ενορίας Ζουρνατσάντων, και ελάχιστοι της ενορίας Ισχανάντων, το γιόρτασαν στην Κολόσα ως μωαμεθανοί, με μουσουλμανικά ονόματα.
Η ενέργεια αυτή στάθηκε σωτήρια για τους Σανταίους. Εκτός του ότι απαλλάχτηκαν από τον κίνδυνο των Κολοσαλήδων, κέρδισαν και την εύνοια των πολιτικών και θρησκευτικών αρχών Αργυρούπολης, ακόμη και του εμίνη των μεταλλείων. Το σπουδαίο είναι ότι απόκτησαν περισσότερα δικαιώματα, επιρροή και κύρος στην περιοχή. Ακόμη και οι μπέηδες θεωρούσαν τιμή τους να αναλάβουν την προστασία του χωριού και να αξιωθούν τον τίτλο του «Αγά της Σαντάς». Ανάμεσά τους ξεχωρίζει, για τον προστατευτικό του ρόλο, ο Χαφήζογλους, από το χωριό Γ ιαρμούρτερε.
Αλλά και αργότερα, ως και στα τέλη του 19ου αι., βλέπουμε πόσο οι Σανταίοι εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση για τους γείτονες Οθωμανούς, με την επιρροή και την προκοπή τους. Έτσι, όταν στα 1770 ξαναρχίζουν οι εχθροπραξίες με τους Κολοσαλήδες, για το ίδιο ζήτημα, καταφέρνουν και ξαναδικαιώνονται. Σ’ αυτή την περίπτωση τους αντιπροσώπευαν οι Κρυπτοχριστιανοί Μουσταφά, Χασάν Αλής, Λεφτέρ, Θανάς, Χριστόφ. Ζουρνατζή ογλου, Κετχουτά Πολίτ, Κετχουτά Γιορ, Γιάννες, Τερτέρ Σάββας, Γιαννάκ.
Το κακό, όμως, για το παρχάρι Σκορδέν δε σταματά εδώ. Ογδόντα χρόνια αργότερα (1849 - 1852) δημιουργούνται παρόμοιες έριδες και διαμάχες ανάμεσα στους Σανταίους και στους Μεσοχωρίτες, από άλλο διπλανό χωριό. Το βάρος του αγώνα, αυτή τη φορά, αναλαμβάνουν οι Κλωστοί Παντελής Τσακμάκ, Μαρούφ και Βατίκ, από την ενορία Πιστοφάντων, και Τσιλιγκιάρ, από την ενορία Ζουρνατσάντων. Τελικά, καταφέρνουν να εκδοθεί απόφαση του βαλή Τραπεζούντας Μεχμέτ Ραγήπ πασά (1858), η οποία, ενώ απαγορεύει στους Μεσόχωρίτες να εκμεταλλεύονται αυτό το χώρο, στην πραγματικότητα μένει ανεκτέλεστη. Έτσι, το παρχάρι περιέρχεται οριστικά σ’ αυτούς.
Ζωντανή, όμως, εικόνα της τόλμης και της επιρροής των Σανταίων μας δίνει σε έκθεσή του της 18 Γενάρη 1879, ο Άγγλος Πρόξενος Τραπεζούντας Alfred Biliotti: Τριάντα, περίπου, Σανταίοι, καθώς επέστρεφαν από την Τραπεζούντα, πέφτουν σε ενέδρα που είχαν στήσει 40-50 Τούρκοι, στην περιοχή Yumurah. Στη συμπλοκή σκοτώνονται τρεις άντρες. Αμέσως μετά, oι Σανταίοι δηλώνουν στις αρχές ότι, αν δεν τιμωρηθούν οι ένοχοι, θα πάρουν μόνοι τους εκδίκηση, καίγοντας τα χωριά των ενόχων. Η αστυνομία, φυσικά, ήταν ανίσχυρη να τους συλλάβει. Η επιμονή, όμως, των Σανταίων και η πίεση που άσκησαν στην τοπική διοίκηση, ιδίως στον αρχιμεταλλουργό Αγά Midhat Bey, συντέλεσαν, ώστε σε λιγότερο από μήνα (8 Φλεβάρη 1879) εικοσιπέντε Τούρκοι να παραπεμφθούν σε δίκη και να τιμωρηθούν.
Εξάλλου, τα πάνδεινα υπέφεραν οι φανερωμένοι Κλωστοί της Σαντάς μετά το Χάττι Χουμαγιούν (1856). Πρώτα - πρώτα, οι Σανταίοι του χωριού Καταβόλ, περιοχής Σουρμένων, αναγκάστηκαν να γυρίσουν στη γενέτειρα (Σαντά), γιατί δεν άντεχαν τις συνεχείς διώξεις, αρπαγές και ληστείες εκ μέρους των γειτόνων τους Οθωμανών.
Έπειτα, και στην ίδια τη Σαντά αρχίζει, απ’ αυτή την περίοδο, ένα έντονο μεταναστευτικό ρεύμα προς τη Ν. Ρωσία, το οποίο ενισχύεται μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878. Εκεί οι Σανταίοι δημιούργησαν ανθηρούς οικισμούς με τον πλούτο και τη χλιδή που απόκτησαν.

Βιβλιογραφία
1. Φ. Χειμωνίδη : "Ιστορία και στατιστική της Σαντάς"
2. Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη): "Ιστορία & Λαογραφία Σαντάς"