Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Οι Δάσκαλοι στη Σαντά

Λίγοι από τους δασκάλους  ήταν τελειόφοιτοι γυμνασίου· οι περισσότεροι συνήθως ήσαν απόφοιτοι δημοτικού, χωρίς καμιά επιμόρφωση.Θυμάμαι όταν μαθητής της δευτέρας του δημοτικού, άκουσα από τον δάσκαλό μου τα σημεία του ορίζοντα και του έκανα την ερώτηση: Κύριε γιατί τον Βορράν λέγνατον και άρκτον; (Κύριε γιατί τον Βορρά τον λένε και άρκτο; )
Πήρα την απάντηση: κε γρίξεσα το γιατί εκεί είναι πολλά αρκούδια (Δεν το κατάλαβες, γιατί μου είπε εκεί υπάρχουν πολλές αρκούδες).
Κάθε δάσκαλος εφάρμοζε το δικό του εκπαιδευτικό και διδακτικό σύστημα.
Συνήθως ίσχυε το ρητό όπου δεν πίπτει ο λόγος πίπτει η ράβδος  και κατά συνέπεια μόνιμα και  σ’ όλη την διάρ­κεια του μαθήματος κρατούσε ένα χάρακα με τον οποίο τιμωρούσε τους αδιάβαστους  και τους άτακτους, με  χτυπήματα στην ανοικτή τους παλάμη.  Η φορά και ο αριθμός των χτυπημά­των ήταν ανάλογη με την κατά την κρίση του επιβαλλόμενη ποινή. Ηπιότερη ποινή ήταν το τράβηγμα του αυτιού. Μετριώτερη ποινή ήταν να αναγκασθεί ο τιμωρημένος σε ορθοστασία κοντά στον μαυροπίνακα, σ’ όλη την διάρκεια του μαθήματος.
Βαρύτερη ποινή ήταν να απαγορευτεί στον τιμωρημένο να πάει το μεσημέρι για φαγητό, αλλά να παραμείνει μέσα στην αίθουσα μέχρι το τέλος και του απογευματινού μαθή­ματος (επέμνεν νηστικός =έμενε νηστικός).
Πιστοφάντων : Το σχολείο
Τα βιβλία που χρησιμοποιούνταν ήταν τα ίδια με το δημοτικό της Τραπεζούντας, που ήταν γραμμέ­να στην καθαρεύουσα, με την διαφορά ότι ενώ στην Τραπε­ζούντα η μετάφραση γινόταν από την καθαρεύουσα  στην δημοτική, στην Σαντά γινόταν από την καθαρεύουσα στην ποντιακή.
Αναφέρω ένα σχετικό περιστατικό που έγινε στο χω­ριό Ισχανάντων.
Κάποτε στην ενορία αυτή διορίστηκε  δάσκαλος ένας τελειόφοιτος γυμνασίου. Θέλησε λοιπόν να καινοτομήσει και σκέφθηκε να συγκεντρώσει τους κατοίκους, ιδιαίτερα  τους γονείς των μαθητών, για να τους ανακοινώσει μερικές καινοτομίες, σχετικά με το εκπαιδευτικό σύστημα.
Γι’ αυτό έγραψε μία πρόσκληση με επικεφαλίδα "Κοινοποίησις" και την κάρφωσε στην πόρτα του καφε­νείου.
Η γλώσσα που χρησιμοποίησε ήταν καθαρεύου­σα  και έτσι την άλλη μέρα το πρωί μερικοί βλέποντας την κοινοποίηση και  επειδή δεν κατάλαβαν το περιεχόμενο της, πήγαν και ρώτησαν τον καφεπώλη: Χρύσιο (έτσι λεγόταν) ντο εν κοινοποίηση; και ο Χρύσιον απάντησε αφού την διάβασε:  κοινοποίηση εν το κονοπίασμαν!! «Ο δάσκαλον θέλ' να κουμουλιάζ μας όλτσ σό σκολείον και να λέγμας να μην κονοπίονταν τα χάταλα απές σα στράτας και παλιώνε τα φορεσίας ατούν"».
Χρύσιο τι θα πει κοινοποίηση· και εκείνος αφού διάβασε την κοινοποίηση είπε: Ο δάσκαλος θέλει να μας συγκεντρώ­σει στο σχολείο και να μας πει να μην σέρνονται τα παιδιά μέσα στους δρόμους και καταστρέφουν τα ρούχα τους ".
Ο δάσκαλος δεν είχε ρολόι, την έναρξη και την λήξη των μαθημάτων την κανόνιζε με την θέση του ήλιου στον ορίζοντα, όποτε βέβαια υπήρχε ηλιοφάνεια .
Όταν όμως, όπως γινόταν τις περισσότερες μέρες, η ομίχλη κάλυπτε τα πάντα, την έναρξη και την λήξη των μαθημάτων μας στο χωριό Κοσλαράντων, κανόνιζε με το χτύπημα της καμπάνας του απέναντι χωριού Ζουρνατσάντων, στο οποίο φαίνεται ο δάσκαλος διέθετε ρολόι, με το οποίο κανόνιζε με κωδωνοκρουσίες την έναρξη και την λήξη των μαθημάτων. Έτσι μόλις άκουγε την καμπάνα, χτυπούσε και αυτός την καμπάνα της εκκλησίας και ειδοποιούνταν οι μαθητές ότι άρχιζε το μάθημα, το ίδιο γινόταν και με τη λήξη των μαθημάτων.
Ζουρνατσάντων: Άγιος Κωνσταντίνος

Συνέβη όμως αυτό μια ομιχλώδη μέρα, να μην ακουστεί η καμπάνα της λήξης των μαθημάτων του χωριού Ζουρνα­τσάντων και κατά την αντίληψη του δασκάλου μας είχε περάσει η ώρα· το απέδωσε σε πιθανή βλάβη του ρολογιού του δασκάλου Ζουρνατσάντων, και αναγκαστικά έστειλε τον μεγαλύτερο μαθητή της τάξης μας, ο οποίος να σημειωθεί ήταν και ο πιο πονηρός, να πηγαίνει να βλέπει  στην  διπλανή μάντρα (μαντρίν) του Παλτά αν έκατσαν τα κοσάρας (αν κούρνιασαν οι κότες) που συνέπιπτε με την δύση του ήλιου.
Ο πονηρός μαθητής όταν αντίκρυσε τις κότες να περιφέρονται ακόμη έξω από την μάντρα, τις έκλεισε μέσα και γυρίζοντας, φώναζε από την είσοδο της αίθουσας: Κύ­ριε Κύριε όλα εκάτσανε (Κύριε όλες κούρνιασαν). Έτσι διακόπηκε το μάθημα, οι μαθητές σχόλασαν και ο δάσκαλος γύρισε στο σπίτι του , που βρισκόταν στο διπλανό χωριό Τερζάντων.
Στην επιστροφή του όμως και προτού φθάσει στο Τερ­ζάντων άκουσε την καμπάνα Ζουρνατσάντων να χτυπάει· κατάλαβε αμέσως την απάτη που του έκανε ο μαθητής του και γύρισε εσπευσμένα στο σχολείο, όπου βρήκε τον μαθητή του αμέριμνο να παίζει στην αυλή του σχολείου, και όπως ήταν επόμενο έφαγε της χρονιάς του. Σε εκδίκηση όμως, την επομένη αρνήθηκε να έρθει στο σχολείο και τον έφερε βίαια η μητέρα του, για νέα χειροτονία από τον δάσκαλο, μεγαλύτερη της προηγούμενης, για ικανοποίηση της μητέρας του.
Εννοείται και πάλι από πείσμα ερχόταν πάντοτε αδιάβαστος και αυτό είχε σαν συνέπεια να είναι μόνιμα τιμωρημένος και όρθιος στον μαυροπίνακα.
Δεν θυμάμαι  τελικά αν προβιβάστηκε.....

Ανδρέας Σπυράντης
Γιατρός