Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Εξιστόρηση των "κατορθωμάτων" του Τοπάλ Οσμάν απο τον Ι. Παπαδόπουλο.

Μικρασιατική εκστρατεία
Τον Αύγουστο του 1921 ο Τοπάλ Οσμάν τράβηξε προς το μέτωπο σύμφωνα με την διαταγή του Κεμάλ. Ήταν καιρός να δείξει την αξία του πολεμώντας με τον ελληνικό στρατό κι’ όχι μονάχα σφάζοντας άοπλο λαό και γυναικόπαιδα. Στις 15 Αυγού­στου είχε φτάσει στην κωμόπολη Χαϊμάνα, που απείχε οκτώ ώρες από την Άγκυρα και τέσσερις περίπου απ’ τη ζώνη των επιχειρήσεων. Οι μεγάλες μάχες του  Σαγγαρίου είχαν αρχίσει.
Ο Ιωάννης Παπαδόπουλος - μουσικός - μας εξιστορεί τα κατορθώματα του αιμοβόρου κουτσού της Κερασούντας : «Όταν ο Τοπάλ Οσμάν ετοιμάσθηκε ν’ αναχωρήση απ’ τη Χαϊμάνα για το μέτωπο, έδωσε εντολήν εις υμάς τους οργανοπαίκτας να παραμείνωμε εις το σπίτι όπου διέμενε ο ίδιος, μέχρι νεωτέρας διαταγής του, και αφού παρέλαβε το εκστρατευτικόν του σώμα έφυγε δια το Μαγκάλ Τεπέ (Καλέ γκρότο ή Τρία αυγά, όπως τ’ ωνόμαζαν οι Έλληνες), το οποίον ήτο το τελευταίο έρεισμα των Τούρκων και απείχε οκτώμισυ ώρες  απ’ την Άγκυρα».
Σ’ εκείνες τις πολυήμερες και πολύνεκρες μάχες πήρε μέρος και ο Τοπάλ Οσμάν, προχωρώντας για τη ζώνη του πυρός στις 16 Αυγούστου. Οι  Έλληνες μουσικοί μένοντας στη Χαϊμάνα όπου τους είχε αφήσει ο αγάς, περίμεναν με αγωνία τα νέα, που δεν άργησαν καθόλου. Την άλλη μέρα κι’ όλας το απόγεμα γύρισε τραυματισμένος ο ιπποκόμος του Τοπάλ Οσμάν, Τεμέλ. Και εξιστο­ρεί ο Παπαδόπουλος:
«Επειδή ενύκτωσε ηναγκάσθη να διανυκτερεύση μαζί μας εις το ίδιο σπίτι, οπότε εύρε την ευκαιρίαν να διηγηθή, ενώπιόν μας, εις τον αξιωματικόν  Ισεΐν - τσαούς, το ιστορικόν της μάχης ως ακολούθως:
«Οταν εφθάσαμεν εις το Μαγκάλ Τεπέ, η μάχη, με τον ελληνικόν στρατόν, εδίδετο από το 95ον ανεξάρτητον σύνταγμα της Σαμσούντος, υπό τας διαταγάς του Χουσεΐν Aβνί. Ύστερα από ένα σκληρόν αγώνα, οι Έλληνες απεσύρθησαν εις τας θέσεις των. Την επομένην ο Τοπάλ Οσμάν με τας υπολοίπους δυνάμεις του 95ου συντάγματος, όταν κατόπιν αιφνιδιαστικής επιθέσεως, κατέ­λαβε την κορυφήν του βουνού, που προήσπιζον οι Ελληνες, ενόμισεν ότι ήτο πλέον νικητής και λέγει εις τους τσετέδες του: «Παιδιά, τώρα πια θα πάρωμε τον καφέ μας εις την Σμύρνην», αλλά και ως αφηγήθη ο τραυματίας, δεν πρόλαβε να χαρή την υποτιθεμένην νίκην, όταν την άλλην ημέραν, μόλις εχάραξεν η αυγή, ήρχισε το πυροβολικόν των Ελλήνων να σφυροκοπή τα μετόπισθεν και το πεζικόν των να κάμνη μίαν κεραυνοβόλον επίθεσιν εναντίον μας.
 Τότε τα εχάσαμεν. Πολλοί από ημάς δεν επρόλαβαν να ρίξουν ούτε μίαν σφαίραν και σκοτώθηκαν επί τόπου, πολλοί δε άλλοι ετραυματίσθησαν. Μετά την πανωλεθρίαν αυτήν, ο Οσμάν αγάς έδωσε το σύνθημα της οπισθοχωρήσεως, η οποία μετεβλήθη εις άτακτον φυγήν τοιαύτην, ώστε όσοι μπόρεσαν να γλυτώσουν, άλλοι μεν έφυγαν απ’ ευθείας εις τα χωριά των, άλλοι δε διεσκορπίσθησαν τηδε κακείσε».
Τουρκικό ιππικό
Εις ερώτησίν του αξιωματικού τι γίνεται τώρα ο αγάς μας, ο ιπποκόμος του απήντησε, ότι δεν γνωρίζει, αλλά «μπορώ να σας διαβεβαιώσω ένα πράγμα ότι, όταν κατά τον παγκόσμιον πόλεμον ευρέθην εις το Τσανάκ Καλέ, όπου έπεφτον κατά χιλιάδες αι οβίδες, δεν εφοβήθην τόσον, όσον απ’ αυτά που είδαν τα μάτια μου εις την μάχην αυτήν, που εδώσαμεν με τους Ελληνας».
Την επομένην, όταν ανέχωρησε ο τραυματίας, το θέαμα το ο­ποίον παρουσίαζεν η κωμόπολις ήτο απερίγραπτον. Επί τέσσαρας ημέρας μετεκομίζοντο εκατοντάδες τραυματίαι του συντάγματός μας δια να μεταφερθούν εις την Αγκυραν, τα στρατιωτικά κέντρα της κωμοπόλεως άδειασαν, τα καταστήματα και αι οικίαι παρέμειναν κλειστά, η αγορά ήτο έρημος και όταν πήγαμε δια να προμηθευθώμεν τρόφιμα δεν εύρομεν τίποτα.
Κατά τας νυκτερινάς ώρας, ηκούοντο τόσον ευκρινώς αι ομοβροντίαι του ελληνικού πυροβολικού, ώστε, επί στιγμήν, ηλπίσαμεν ότι, εντός ολίγου θα ευρεθώμεν περικυκλωμένοι από τον ελληνικόν στρατόν και θα σωθώμεν».
Μάταιες, όμως, αποδείχτηκαν εκείνες οι ελπίδες κι αντίθετα περίμενε τους Έλληνες μουσικούς το πιο τραγικό τέλος. Ενας  απεσταλμένος του αγά, Κουτσουρούκ Σαλέχ, ειδοποίησε να ετοιμασθούν αμέσως για την Αγκυρα κι’ ύστερα από εφτάωρη πε­ζοπορία φτάσαν σ’ ένα μικρό χωριό έξω απ’ την πόλη. Από εκεί προχωρήσαν άλλα τρία χιλιόμετρα κι’ άξαφνα είδαν έναν καβαλλάρη με λάζικη στολή να ’ρχεται γρήγορα προς το μέρος τους:
— Σταματάτε, τους είπε, ο αγάς διέταξε να τον περιμένετε εδώ.
Περίμεναν ανήσυχοι κι’ όταν έφτασε ο Τοπάλ Οσμάν πήραν πάλι διαταγή να ξεκινήσουν και το βραδάκι έφτασαν στους πρόποδες του Μαγκάλ τεπέ, όπου είχε κατασκηνώσει το μεταγωγικό τάγμα του συντάγματος των τσετέδων: «Από της στιγμής εκείνης προησθάνθημεν πλέον ότι αι ώραι μας είναι μετρημέναι. Ηταν το βράδυ της 19 Αυγούστου. Σιωπηλοί και συντετριμμένοι πήραμε τον ανήφορον υπό την συνοδείαν του αξιωματικού Ισεΐν Τσαούς, μέσα από μίαν χαράδραν. Εντός ολίγου ευρέθημεν αντιμέτωποι 30  τσετέδων, οι οποίοι υπό την απειλήν των όπλων μας περικύ­κλωσαν δια να μη φύγωμεν, ο δε Ισεΐν Τσαούς μετέβη εις την σκηνήν δια να αναγγείλη εις τον αγάν την άφιξίν μας. Μόλις, όμως, επλησιάσαμεν ένα απόσπασμα εκ 5 ανδρών έδεσε πισθάγκωνα τα χέρια όλων μας».
Εξαγριωμένος ήταν ο αγάς — του είχε καταγγελθή ότι οι Έλληνες μουσικοί... συνωμοτούν — κι’ ύστερα από πολλές διαβε­βαιώσεις και παρακάλια φάνηκε να λυγίζη και είπε να τούς λύ­σουν τα χέρια. Αλλα ευθύς αμέσως με την επιμονή του γαμβρού του Ζιά μπέη, αγρίεψε πάλι κι’ έδωσε διαταγή να τους ξαναδέσουν, όπως και τους έδεσαν πάλι, ανά πέντε: «Μετά από το δέ­σιμο ν, ήλθαν 5 τσέτες με εφ’ όπλου λόγχην, και παρέλαβον τους πρώτους 5 συναδέλφους μας και υπό το πρόσχημα ότι θα τους α- ποσπάσουν εις το πρώτον τάγμα, ωδήγησαν αυτούς εις μίαν χαρά­δραν, όπου καθ’ ην ώραν ηκούοντο αι γοεραί φωναί και οι οδυρμοί των, κατεκρεουργήθησαν, κατόπιν βασάνων, δια ξιφολόγχης, δια να μη ακούωνται οι πυροβολισμοί και φέρνουν σύγχυσιν εις τον στρατόν.
Ύστερα από ολίγην ώραν, όταν επέστρεψαν και πήραν τους 5 άλλους, ο Νικόλαος Ξανθόπουλος, ενώ περνούσε από κοντά μου και είδε τα δάκρυα εις τα μάτια μου, με ένα τελευταίον αποχαιρετιστήριον φίλημα μου λέγει: «Βρε Γιάννη, κάποτε θα αποθάνωμεν, τι τώρα τι μετά 50 έτη, τι στενοχωρείσαι, και αυτός θα το βρη από τον θεόν, γειά σου και μετά μισή ώρα θα  ανταμωθούμε στον άλλο κόσμο»...
Δεν πέρασαν 30 λεπτά και ηκούσθησαν πάλιν τα κλάματα και οι φωνές των άλλων 5 σφαγιασθέντων συναδέλφων. Εις το διάστη­μα αυτό, ο Νίκος Τσιτνόγλου, ο οποίος ήτο δεμένος δίπλα μου, έ­σκυψε το κεφάλι του και με λέγει: «Γιάννη πλησίασε τα χέρια σου στα χέρια μου, για να λασκάρη το σχοινί και να μπορέσω να βγάλω το σουγιαδάκι μου και να το κόψω. Εως ότου να γυρί­σουν οπίσω οι τσετέδες, φεύγομε, θα αναγκασθοΰν να μας πυροβο­λήσουν και έτσι θα σκοτωθώμεν μια ώρα πρωτύτερα, παρά να υποφέρωμεν, επί ολοκλήρους ώρας τα βασανιστήρια και τις μα­χαιριές». Επροτίμησα κι’ εγώ τον τέτοιον θάνατον και όπως με είπε, επλησίασα και μόλις εχαλάρωσε το σχοινί, έβγαλε το σουγιαδάκι και άρχισε να το κόβη...
Ισμέτ Ινονού- Τοπάλ Οσμαν- Μουσταφά Κεμάλ
Έως ότου επιστρέψουν οι Τούρκοι, επρόκαμα, με αγωνίαν ψυ­χής, να έχω κομμένο ολότελα το σχοινί, μόλις δε ήλθαν και μας πήγαν προς τον κατήφορο, επωφελούμενοι του σκότους και της αναμπαμπούλας, επηδήσαμεν από ανάμεσα των οι δυό μας και φύγαμε προς τον κατήφορο. Οι Τούρκοι αιφνιδιάσθησαν και έως ότου να συνέλθουν, ημείς απεμακρύνθημεν περί τα 50 μέτρα. Δυο απ’ αυτούς, έπεσαν κατόπιν μας και άρχισαν να φωνάζουν. «Δυό γκιαούρηδες έφυγαν, πιάστε τους, κόψτε τον δρόμον τους» δια να ειδοποιήσουν τους άνδρας του μεταγωγικού τάγματος, που ευρίσκετο εις τους πρόποδας του βουνού.
Εκεί, που τρέχαμεν εγώ εσκόνταψα σ’ ένα χαντάκι και έπεσα κατάμουτρα επάνω σε χώματα. Ο Νίκος εν τω μεταξύ, έως ότου να συνέλθω, προχώρησε αρκετά προς τον κατήφορο και όταν ση­κώθηκα  και διέκρινα μέσα στο σκοτάδι την σκιάν του πήρα την κατεύθυνσιν προς αυτήν. Μόλις προχώρησα μερικά βήματα ακούω από το μέρος που εφαίνετο η σκιά, φωνάς. «Σταμάτα γκια­ούρη και θα σε φάμε». Κατάλαβα τότε ότι ο κακομοίρης ο Νίκος έπεσε στα χέρια των. Αναστέναξα βαθιά, επόνεσε η ψυχή μου, εις μάτην, τον έφαγαν τα σκυλιά.
Κατόπιν όταν είδα ότι έμεινα ολομόναχος, με το συναίσθημα της αυτοαμύνης, που οδηγεί τον άνθρωπον εις παρατόλμους πρά­ξεις και χαλυβδώνει την ψυχήν του, έστριψα αστραπιαίως αριστερά προς την πλαγιά της χαράδρας  και υπό την προστασίαν του σκό­τους, συρόμενος πήρα τον ανήφορον δια να πέσω εις την άλλην πλευράν της χαράδρας».

Έτσι μετά πολλές περιπέτειες — κρυβόταν την μέρα και περπατούσε τη νύχτα — έπεσε στις ελληνικές γραμμές όπου και σώθηκε.