Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Θηριωδίες των τσετέδων στη Σαντά

Λίγες μέρες ύστερα απ’ τον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού της Σαντάς οι Τούρκοι τσετέδες διέπραξαν τερατώδη κακουργήματα.
 Μόλις απομακρύνθηκε ο επικεφαλής αξιωματικός της καταδίωξης που τους κρατούσε δεμένα τα χέρια, έψαξαν οι Τούρκοι τσετέδες όλα τα χωριά της Σαντάς και βρήκαν γέρους και γριές που δεν μπόρεσαν εξ αιτίας των γηρατειών τους να συνοδέψουν το άλλο πλήθος και έμειναν στη Σαντά. Αυτούς τους βασάνισαν απάνθρωπα  και τέλος τους θανάτωσαν. Έτσι σκότωσαν την Δαμιανάβα στα Ποντίλια των Ισχανάντων, τον Μαματίκα τον σκότωσαν στο Πιστοφάντων κάτω από την εκκλησία του Άγιου Χριστόφορου, την δε Καμπουρίνα, την μαμά Τσιαχάλα και 5 άλλες γριές τις έκαψαν σ’ έναν φούρνο του Πιστοφάντων.
 Οι θηριωδίες αυτές άναψαν φωτιά στα στήθη των ανταρτών μας, οι οποίοι για εκδίκηση έπιασαν αργότερα μέσ’ στα σύνορα της Σαντάς 5 Τούρκους τους πήραν όλους για κατασκόπους,  όπως και ήσαν,αλλά εκεί  που κόντευε να τους εκτελέσουν οι τρεις δραπέτευσαν.

Η βρύση του Τσιαχμάχ και αριστερα διακρίνεται η εκκλησία του Αγιου Χριστόφορου στο Πιστοφάντων.
 Τους άλλους δύο - ο ένας απ’ αυτούς ήταν ο διαβόητος για την θηριωδία του Σιαπάν κάτοικος Τσιοράχ που χρημάτισε χωροφύλακας στη Σαντά και καταδίωξε άγρια τους φυγόστρατους Σανταίους και ο άλλος ήταν ο Χαμζάς - τους έφεραν κοντά στο σπίτι της Ισχανανταίας Χάρης Τεσέρ που καιγόταν και εκεί αντίκρυ στη μεγάλη φωτιά τους είπε ο Ευκλείδης: "Σιαπάν εφέντη, τα κακουργήματα που έκανες στη Σαντά θα τα πληρώσεις τώρα. Πες μας ποιον θάνατο προτιμάς, το τουφέκι, το μαχαίρι ή την φωτιά;" 
Πριν προφτάσει να μιλήσει ο Σιαπάν έσπρωξαν και τους δύο ο Χαράλαμπος Λαζαρίδης και κάποιος άλλος αντάρτης στη φωτιά, όπου κάηκαν ζωντανοί. Αυτός ο Σιαπάν ήταν που χτύπησε στον δρόμο της εξορίας με τον υποκόπανο του όπλου του την γριά μητέρα του Π. Τσουμπάν και την έριξε στο ποτάμι.