Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Αγροτσάλτς το σπέλεν τη Κουνάκας ( Αγροτσάλτς, η σπηλιά της Κουνάκας).

Από μικρέσσα  εγάπανα ν’ ακούω  ιστορίας,
’ς σα μέρα ’μουν ντ’ είνουσαν εκείνα τα χρονίας,
 ς’ εκείνα τ’ άγρα τα καιρούς, τη μαυροχαλαρδίας.
 Μικρίτσικον κορτσόπον έμ ’ κι  ακόμαν εθυμούμαι:
Έλεγαν, ενεστέναζαν, εμαυροκαταρούσαν.
Έκλαιγαν για τ’ ανθρώπ’ς άτουν και  παρ’γορίαν  ’κ’ είχαν, 
για τ’ εκεινούς π’ επέμνανε, για  τ’  εκεινούς π’ εχάθαν,
’ς ση χαμονής, το άκλωστον, τ’  αγύριστον τη στράταν.
Για τοι γυναίκ’ς, για τα μωρά, γραιάδας, γεροντάδας, 
για  όλτς  εκείν’τς  π’  επέθαναν και άταφους  εφέκαν.
Ατώρα ασ’ σου  ετράνυνα δεβάζω τα βιβλία.
Έδέβασα για τ’ Αγροτσάλ’, το σπέλεν τη Κουνάκας.
Για τοι γυναίκ’ς π’ ερρούξανε αφκά ς’ σην ποταμέαν
 κι  άλλτς ζωντανούς  εξέγκανε και  άλλτς  αποθαμένους.
Νουνίζ’ άτο  ανατριχώ, νουνίζ’  άτο τρομάζω:
Εφέκαν τα ψηλά ραχά, τα πυκνοδεντρωμένα, 
εφέκαν τα κρύα τα νερά, τ’  ολόερα τ’ ορμόπα,
 όθεν επέγναν τον πουρνόν κι επότιζαν τ’ αρνόπα.
Κι εγούεψαν την  ψην άτουν, εμορφίαν, νεότην 
κι ενούντσανε τ’  αθρώπ’ς’ άτουν, την Μάνναν και τον Κύρην, 
τον σύντροφον τον άξιον, το χρυσόν το ζευγάρι.
Κι  ενούντσαν τα μωρόπα  ’τουν, τη παραδείσ’ πουλόπα.
Τη κοσμί’ όλα τα καλά, εκείν’ τιδέν κι ενούτσαν.
Μανάχον να μη έμπαιναν ’ς ση Τούρκονος τα  χέρα.
Τα  ψόπα τ’ εκεινέτερα, άσπρα περιστερόπα, 
εκόνεψανε ’ς σα δεντρά ’ς σα πράσινα κλαδία,
ανθόπλαστα,  ανθομύριγα, τσιτσάκια φορτωμένα.
Οι  αλλ ’ εκρύφταν  ’ς Αγροτσάλ, το σπάξιμον να φεύ’νε, 
να γλντών’νε τα ψήα τουν...
Σκοτία πίσσα ξέβανε ασ’ σο βαθύν το σπέλεν.
Επέραν τα ψηλά ραχά, εζήνανε  ’ς ορμάνα.
Ήμ’σοί τ’  ημ’σού επέμνανε, εθέρτσεν άτ’ς  η πείνα.
Άς σο μαχαίρ’  αγρέτερον τη πείνας το θερίον,
 με τη ψωμί το  όνεμαν, την ψην  επαρεδούν’ ναν.
Εκeίν' τον Άδ’ ερμάτωσαν. Εμείς  όσα ’πορούμε,
 έναν κερόπον  άφτομε: Τ’ εμέτερα τα λόγια!

Αγροτσάλτς, η σπηλιά της Κουνάκας

Από μικρή είχα χαρά ν’ ακούω ιστορίες,
 που γίνονταν στα μέρη μας, τα παλιότερα χρόνια, 
κείνους τους άγριους καιρούς , της μαύρης καταιγίδας.
 Μικρούλι κοριτσάκι ήμουνα κι ακόμα το θυμάμαι:
Έλεγαν, αναστέναζαν, μαυρομοιρολογούσαν.
Για τους δικούς τους κλαίγανε, παρηγοριά δεν είχαν,
 για κείνους που μείνανε, για κείνους που χαθήκαν, 
στου χαλασμού, του άχαρου, του αγύριστου την στράτα.
 Για τις γυναίκες, τα μικρά, τις γριές και τους γέρους, 
για όλους που  πέθαναν και άταφους αφήσαν.
Και τώρα που μεγάλωσα, διαβάζω τα βιβλία.
Διάβασα για τον «Αγροτσάλ», την σπηλιά της Κουνάκας,
 για τις γυναίκες που έπεσαν, βαθιά μέσ’ στο ποτάμι
 κι άλλες τις βγάλαν ζωντανές, άλλες αποθαμένες. 
Ανατριχίλα μούρχεται, το σκέπτομαι και τρέμω:
Άφησαν τα ψηλά βουνά, τα πυκνοδεντρωμένα,
 άφησαν τα κρύα νερά και τα γύρω ρυάκια,
 όπου πήγαιναν την αυγή και πότιζαν τ’ αρνάκια.
Αυτές δεν λυπηθήκανε ψυχή, ομορφιά και νιότη,
 δεν σκεφτήκανε τίποτα, τη Μάνα τους, τον Κύρη, 
τον σύντροφό τον άξιο, το χρυσό το ζευγάρι.
Τα μικρά τους δεν σκέφτηκαν, πουλιά του παραδείσου. 
Δεν σκεφτήκανε τίποτα απ’ τα καλά του Κόσμου. 
Μονάχα να μη μπαίνανε στα τούρκικα τα χέρια.
Οι ψυχούλες τους γίνανε άσπρα περιστεράκια, 
πάνω στα δέντρα κόνεψαν, στα πράσινα κλαδάκια,
τ’ ανθόπλαστα, ανθομύριστα, λουλούδια φορτωμένα. 
Οι άλλοι κρύφτηκαν στη σπηλιά, τη σφαγή ν’ αποφύγουν, 
τη ζωή τους να σώσουνε...
Σκοτάδι πίσσα, βγήκανε απ’ τη βαθιά σπηλιά τους, 
πήρανε τα ψηλά βουνά, ζούσανε  μέσ’ στα δάση.
Μισοί μείναν απ’ τους μισούς, τους θέρισε η πείνα.
Απ’ το σπαθί πιο άγριο της πείνας το θηρίο,
 αναζητώντας το ψωμί, παρέδιδαν το πνεύμα.
’Κείνοι τον Άδη κόσμησαν, εμείς όταν μπορούμε,
 ένα κερί θ’ ανάβουμε: Τα λόγια τα δικά μας.



Πόπη Τσακμακίδου- Κωτίδου.
Γεννήθηκε το 1929 στη Νέα Σάντα Κιλκίς. Οι γονείς της ήσαν πρόσφυγες από τη Σάντα του Πόντου.
Μεγάλωσε και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε σαν φιλόλογος στο Ιδιωτικό Γυμνάσιο Χέρσου Κιλκίς και των Γιαννιτσών Πέλλας.
Από τα φοιτητικά της χρόνια ενδιαφέρθηκε για τα "Ποντιακά δρώμενα".
Υπήρξε η πρώτη εκλεγμένη Γενική Γραμματέας του Τμήματος της Νεολαίας της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης με Πρόεδρο τον μακαρίτη Δημήτρη Κασιμίδη.
Τακτική συνεργάτης του περιοδικού "ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΒΗΜΑ" της Ευξείνου Λέσχης Κοζάνης και άλλων ποντιακών εντύπων.
Είναι μέλος πολλών προσφυγικών σωματείων και παίρνει μέρος σε συνέδρια που ασχολούνται με ποντιακά θέματα.
Από τον Εκδοτικό οίκο Αδελφών Κυριακίδη κυκλοφόρησε το βιβλίο της "Οι Γυναίκες της Σάντας του Πόντου" (2000).
Είναι παντρεμένη με τον γεωπόνο Χαράλαμπο Κωτίδη και απόκτησαν δύο παιδιά, την Γωγώ και τον Κώστα. Πολιτικούς Μηχανικούς.