Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Συγκινητική συμπαράσταση κατα την πορεία για την εξορία στους Σανταίους.

Δεν υπάρχει ανάγκη να περιγραφούν οι ταλαιπωρίες κατά την πορεία των Σανταίων προς το άγνωστο, ούτε τα δεινά και ο αποδεκατισμός από τις στερήσεις και αρρώστιες , ιδίως από εξανθηματικό τύφο και τον υπόστροφο πυρετό, στους τόπους της εξορίας τους, ειπώθηκαν αλλού και μάλιστα αναλυτικότατα
Είναι  ανάγκη , είναι υποχρέωση μας να γίνουν όμως γνωστά μερικά πράγματα, που τιμούν τους Πόντιους σαν Έλληνες και σαν ανθρώπους. Πολλά μπορεί να έχουν λησμονηθεί στο διάστημα που πέρασε  και πολλών εντυπώσεων να έχει χαθεί  η ζωντάνια. Ένα πράγμα ωστόσο θα θυμόμαστε πάντα όλοι μας  και η θύμησή του θα είναι για μας παντοτινή συγκίνηση:
Είναι η συμπόνια και η βοήθεια που βρήκανε, στο δρόμο προς την εξορία σε   κάθε   περίπτωση που έτυχε ν' ανταμώσουν άλλους Πόντιους.
Δύο σταθμοί βρέθηκαν στην πορεία  προς την εξορία: Η Κρώμνη, με την γειτονική της  Ίμερα και η Αργυρούπολη. Στα παραπάνω μέρη υπήρξε αμέριστη  η συμπαράσταση των κατοίκων προς τους Σανταίους.
Κατά το πέρασμα από την Ίμερα (μετά την διανυκτέρευσή  στην Κρώμνη, όπου οι κάτοικοι, αν και απροετοίμαστοι και εμποδιζόμενοι από τους φρουρούς των καταλυμάτων ,   σκεφτόταν χίλιους δυο τρόπους για να  προσφέρουν ό,τι μπορούσαν) , μία επιτροπή   με τον Κωστή Φωστηρόπουλο επικεφαλής μοίρασε ψωμί σε ολόκληρο το καραβάνι, μπροστά στην πόρτα του μοναστηριού του  Αγίου Ιωάννη. Για τους περισσότερους , αν όχι για όλους, ήταν η πρώτη μπουκιά που βάζανε στο στόμα μετά από δυο μέρες — ψωμί βρεγμένο με πολλά δάκρυα, αλλά γεμάτο από την αγάπη και την συμπόνια.
Και στα χωριά όμως της Κρώμνης και της  Αργυρούπολης βρήκαν πρόθυμη φιλοξενία πολλές οικογένειες, που κατόρθωσαν να διαφύγουν την επιτήρηση κατά την   ολιγοήμερη   παραμονή  εκεί και τελικά γλύτωσαν την θεομηνία.
Οικογένεια στη Σαντά
Την ίδια αγάπη και συνδρομή βρήκαν   τα απροστάτευτα γυναικόπαιδα των Σανταίων   και στο Ερζερούμ και στο Χούνους, από τους εξόριστους άνδρες της Τραπεζούντας   και των περιχώρων κι’ από   άλλους Πόντιους   άλλων περιοχών, που είχαν την δυνατότητα να παίρνουν εμβάσματα από τις οικογένειες τους. Δίχως την δική τους προστασία, δεν θα γύριζαν ζωντανοί ούτε οι λίγοι που είχαν επιζήσει.
Πολλοί από εκείνους δεν αξιώθηκαν να ξαναδούν τους δικούς τους και να πατήσουν το φιλόξενο χώμα της ελεύθερης πατρίδας. Έμειναν εκεί, όπου  ξένοι κι' έρημοι άφησαν την τελευταία τους πνοή και κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο, αδελφωμένοι με τους νεκρούς των Σανταίων σε κοινά νεκροταφεία.
Γράφει ο Α' Ιστοριογράφος της Σαντάς  Φίλιππος Χειμωνίδης:
Όταν  ξεκινήσαμε για την περιπέτεια της δεύτερης, της μεγάλης προσφυγιάς, μετά την συμφωνία της  Ανταλλαγής, όσοι βρισκόμασταν στο Χούνους, γονατίσαμε ευλαβικά στα χιονοσκέπαστα μνήματα και τους αφιερώσαμε σιωπηλοί τη σκέψη μας για λίγες στιγμές. 
Μέσα στη σιγαλιά του απέραντου υψίπεδου, τους έμεινε για συντροφιά ο απαλός φλοίσβος του μικρού ποταμού του Χούνους...