Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Συνάντηση του Τούρκου Λιβά πασά και του στρατηγού των Ελλήνων ανταρτών Αναστάς πασά. Το οικτρό τέλος του θρυλικού στρατηγού Γκοτζά Αναστάς.

Στις 16 Σεπτεμβρη ο Τούρκος μέραρχος Λιβάς έστειλε και ειδοποίησε μ’ ένα σύνδεσμο τον Αναστάς πασά να πάει με μερικούς “λογικούς” και καλούς άντρες του, στο κιλπάσικο χωριό Πογιαλού για συνάντηση. Ο Αναστάς πασάς δέχτηκε την πρόσκληση και μαζί με 100 άντρες του έφυγε για το Πογιαλού. Έξω από το χωριό άφησε τους 90 και μπήκε μέσα με 10 παλικάρια του και πήγε κατ’ ευθείαν στο Λιβά πασά (Ετίν Μπεγ), ο οποίος τον περίμενε με 4 αξιωματικούς και 5 στρατιώτες.
Για πρώτη φορά συναντιόνταν δυο μεγάλοι πολέμαρχοι και σκληροί αντίπαλοι, που είχαν δώσει πολλά θύματα. Η συνάντηση ήταν φιλική και με αμοιβαία εκτίμηση. Ο υπασπιστής του μεράρχου δε μπόρεσε να κρύψει το θαυμασμό του για την παλικαριά, το παραστατικό, το ανάστημα, την ομορφιά και την ευστροφία του και του είπε: “Καπετάνιε σας αξίζει κάθε έπαινος και δίκαια το όνομά σου έγινε τόσο γνωστό και περίφημο”. Και πράγματι εκείνη την ημέρα κατέβηκαν πολλοί Τοκατλήδες στο χωριό, για να δουν από περιέργεια αλλά και περηφάνεια, ποιος είναι ο Αναστάς πασάς.
Όταν άρχισε η συζήτηση ο Τούρκος μέραρχος είπε στον Αναστάς πασά: “Τώρα δεν έχουμε κανένα λόγο να σας πούμε ψέματα και γι’ αυτό θέλω και εσείς να είστε ειλικρινείς. Η συμφωνία μεταξύ Τουρκία και Ελλάδος είναι γεγονός. Θα γίνει ανταλλαγή πληθυσμών. Όλοι οι Έλληνες θα φύγουν για την Ελλάδα και οι Τούρκοι από την Ελλάδα θα έρθουν στήν Τουρκία”. Διάβασε το σχετικό έγγραφο της τουρκικής κυβέρνησης που μιλούσε για τον τρόπο ανταλλαγής.
Ο Αναστάς πασάς ζήτησε αντίγραφο της διαταγής και πίστωση χρόνου, διότι η αμνηστία δεν αφορούσε τον ίδιο και ορισμένους άλλους. Ύστερα από ορισμένες επαφές και ενέργειες και ύστερα από μια δεύτερη συνάντηση των Λιβά πασά και Αναστάς πασά, καθορίστηκε ο τρόπος που θα κατέβαιναν σε παραλιακή πόλη τα γυναικόπαιδα για να φύγουν στήν Ελλάδα.

Ο τουρκικός στρατός είχε διαταγή να μην πειράξει τους Έλληνες. Έτσι άντρες και γυναικόπαιδα άρχισαν να φεύγουν ομάδες - ομάδες από την Αμισό. Καμιά 600 καπεταναίοι και αντάρτες δεν τόλμησαν να κατεβούν και να παραδώσουν τον οπλισμό τους και σκέφτονταν με την πρώτη ευκαιρία να φύγουν προς τη Ρωσία ή προς τη Συρία, με δωροδοκίες ή πλαστά διαβατήρια.
 Πολλοί όμως δεν πρόλαβαν να φύγουν, όπως ο Ποτόσης και ο Αναστάς πασάς που στις 2 Δεκεμβρίου 1922, με ύπουλο τρόπο τον δολοφόνησαν. Οι δολοφόνοι του έμειναν και μέχρι σήμερα ακόμη άγνωστοι. Έτσι, άδοξο ήταν το τέλος του μεγάλου στρατη­γού του ποντιακού ελληνισμού. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι η σύμβαση ανταλ­λαγής των πληθυσμών καθώς και το κείμενο της συνθήκης της Λωζάνης, δεν πε­ριέχουν ειδικό άρθρο για την τύχη των ένοπλων ανταρτικών σωμάτων του Πόντου. Αγνοήθηκε σκόπιμα η ιδιότητά τους και από τα δύο μέρη ώστε οι ένοπλοι αγωνιστές να στερηθούν από τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα τους, ακόμα κι αυτό της ζωής τους. Έτσι, κανείς τους δε δήλωνε επίσημα ότι ήταν ένοπλος αντάρτης και όταν ακόμα προσφωνούνταν από φίλους και γνωστούς τους με τις ιδιότητες που είχαν στα βουνά, σιωπηρά απέφευγαν την αποδοχή αυτής της τιμής. Και ο Παπά-Ευάγγελος Πουλατσίδης αναφέρεται στις απεγνωσμένες προσπάθεις του Λιβά πασά (Ετίν Μπεγ) για να εξοντώσει το γενναίο Πόντιο καπετάνιο Κοτζά Αναστάς, ο οποίος είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων.