Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Περιπλάνηση δύο γυναικών στα δάση της Σαντας

Στις 19 του Νοέμβρη 1921 ο Γιάννης Κάτσιος με τέσσερις αντάρτες ξεκίνησε για το τουρκοχώρι Άσια. Μόλις φτάσανε οι 5 αντάρτες στο Χαντσάρ διακρίνανε δυο γυναίκες κάτω από μια αχλαδιά να μαζεύουν αχλάδια. Οι γυναίκες ήσαν ρακένδυτες και δεν τις αναγνώρισαν οι αντάρτες.

 Οι γυναίκες αυτές μείνανε στη Σαντά χωρίς να το θέλουν και ζήσανε δυο μήνες στην μοναξιά. Έτσι κατάντησαν αγρίμια, και μόλις είδανε τους  αντάρτες αμέσως βάλανε τις φωνές και φύγανε προς τα κάτω. Ο Κάτσιος τελευταία τις αναγνώρισε, τις είπε πως αυτός και οι σύντροφοι του είναι Σανταίοι  και τις κάλεσε να παρουσιαστούν και να μη φοβούνται.
Οι γυναίκες απ' το φόβο τους ούτε άκουγαν και ούτε γύριζαν να δουν, τρέχοντας  κατά τον κατήφορο φτάσανε σ’ ένα κοντινό ψηλό βράχο, με σκοπό να πέσουν στον γκρεμό και όχι στα χέρια των ανταρτών που τους πήρανε για Τούρκους. Από την πολλή τους αγωνία εξαντλήθηκαν οι δυνάμεις τους  και επειδή το δάσος ήταν γεμάτο θάμνους περιπλέχτηκαν σε κλαδιά και σε βάτα και έπεσαν λιπόθυμες. 
Οι αντάρτες έσπευσαν επί τόπου. Οι γυναίκες μόλις συνήλθαν και είδαν τους αντάρτες τους αγκάλιασαν και κλαίγανε άπ’ την μεγάλη τους συγκίνηση. Οι γυναίκες αυτές ήσαν η Ελένη Γραμματικοπούλου και η Ελένη Ταιριά σύζυγος του Χρύσανθου, ο οποίος επί δύο μήνες την γύρευε στα δάση της Σαντάς και δεν την έβρισκε. Αυτές  απ’ την μέρα που έγινε ο εκτοπισμός ζούσανε μέσα στα δάση των Τερζάντων κοντά στο Μελεσσιναρόν. Κάθε νύχτα πλησίαζαν στο Τερζάντων, έμπαιναν στους παχτσέδες του χωριού και έπαιρναν λάχανα και πατάτες, με τα οποία κρατήθηκαν στη ζωή  όλο αυτό τον καιρό. Ευτυχώς που είχανε λίγα σπίρτα με τα οποία άναβαν κάποτε φωτιά και βράζανε τις πατάτες, μα τις έλειπε το αλάτι κι’ αυτό τις βασάνιζε πολύ. 0ι αντάρτες βλέπανε κάποτε τον καπνό της φωτιάς μα νομίζανε πως προέρχεται από τους Τούρκους και έτσι δεν ερευνήσανε να μάθουν τι γίνεται. Τις γυναίκες τις πήρανε οι αντάρτες στα λημέρια τους και τις δώσανε να φάνε και να συνέλθουν και τελευταία τις φυγάδεψαν στην Τραπεζούντα.