Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Περιπέτειες 6 ανταρτών και ο φόνος του αρχηγού τους Γιάννη Χαριάδη.

Μετά την απομάκρυνση του τουρκικού στρατού από την Σαντά άφησαν και οι αντάρτες μας τα λημέρια τους και συγκεντρώθηκαν στα χωριά και ιδιαίτερα στο Ισχανάντων. Τότε 6 παλληκάρια του ρημαγμένου χωριού δώδεκα Αλάτια, οι Γιάννης Χαριάδης, Φωκίων Χαριάδης, Δημήτριος Καγκελίδης, Χριστόφορος Καγκελίδης, Ευστάθιος Κέντσογλης και Αριστείδης Γαρατσάλ τάχθηκαν στις διαταγές του Ευκλείδη.
 

Όλοι οι αντάρτες τότε με την διαταγή του Ευκλείδη βαλθήκανε να κάνουν γενική έρευνα στα σπίτια όλων των ενοριών της Σαντάς που δεν κάηκαν για να βρουν τίποτα τρόφιμα και έπιπλα που δεν μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους οι εκτοπισμένοι Σανταίοι. Όσα έπιπλα ήσαν  αξίας τα πουλούσαν στα γειτονικά τουρκοχώρια και τα λεφτά τα στέλνανε στις εξόριστες οικογένειες τους. 
Οι  6 αντάρτες μαζί με τον Κώστα τον αδελφό του Ευκλείδη και τον Χριστόφορο  Αγγελίδη μπήκαν σ’ ένα σπίτι των Ισχανάντων που ανήκε σε ευκατάστατη οικογένεια και έψαξαν παντού. Ο Κώστας Κουρτίδης βρήκε στο ταβάνι μια πολύτιμη νυφική τάπλα με φλουριά αξίας 5 χρυσών λιρών και την πήρε χωρίς να πει τίποτα. Οι 6 αντάρτες βρήκαν και αυτοί ένα βαρελάκι γεμάτο αγελαδίσιο βούτυρο και το κράτησαν, χωρίς να ξέρουν πως  ο Κ. Κουρτίδης βρήκε νυφική τάπλα.
 Σύμπτωση εκείνες τις μέρες ο νοικοκύρης του σπιτιού έγραψε στον Ευκλείδη  από το Ερζερούμ  όπου βρισκόταν εξόριστος και τον παρακάλεσε να ψάξει  στά ταβάνια γιά να βρει την τάπλα. Ο Ευκλείδης πάνω  που ήθελε να κάνει έρευνα έμαθε πως οι 6 άντάρτες  μαζί με τον Κ. Κουρτίδη και X. Αγγελίδη έψαξαν το σπίτι και τους κάλεσε να παραδώσουν την τάπλα. Οι 6 αντάρτες έμειναν εμβρόντητοι από την απαίτηση του Ευκλείδη και δήλωσαν πως εκτός από λίγο βούτυρο δεν βρήκαν τίποτε άλλο. Ο Κώστας Κουρτίδης που ήταν κάτοχος της τάπλας και ο X. Αγγελίδης δηλώσανε κι' αυτοί με τη σειρά τους πως δεν βρήκαν τίποτε. 

Ο Ευκλείδης τότε πίεσε όλους αυτούς μέχρι θανάτου για ν’  ανακαλύψει την τάπλα, μα δεν πέτυχε τίποτε γιατί  ο  αδελφός του Κώστας αψηφούσε τις φοβέρες του. Οι 6 όμως πειραχτήκανε τόσο πολύ  από τις επιπλήξεις και τις φοβέρες του Ευκλείδη ώστε αποφάσισαν να τον  εγκαταλείψουν και να σχηματίσουν ιδιαίτερη ομάδα με  αρχηγό τον Γιάννη Χαριάδη, με  σκοπό να παν να  εγκατασταθούν στο χωριό τους  Δώδεκα  Αλάτια. Ο ένας απ’ αυτούς, ο Χριστόφορος Καγκελίδης έφυγε με κάμποσα γυναικόπαιδα στην Τραπεζούντα  και οι άλλοι 5 μαζί με την γυναίκα του αρχηγού Ελένη  οπλιστήκανε και πήρανε τον δρόμο του χωριού του. 
Σαν φτάσανε στη Χάρτοτη είδανε την αγελάδα της  Ελένης Νυμφοπούλου που γύριζε σαν  αγρίμι μεσ’ στα δάση, την πιάσανε με πολλή δυσκολία, τη σφάξανε, της καβουρδίσανε το κρέας και πήρανε τον καβουρμά μαζί τους για να τους κρατήσει στη ζωή ώσπου να βρουν σωτηρία.  Στα Δώδεκα Αλάτια φτάσανε νύχτα, και μάθανε εκεί πως μερικά παλικάρια του Κοπαλάντων κρύβονταν στο δάσος ,που βρισκόταν στο πάνω μέρος του χωριού τους,  όπου μέσ’ στις σπηλιές και στις χαράδρες ζούσαν μαρτυρική ζωή. Είδανε τότε οι 5 πως δεν μπορούσανε κι’ αυτοί να κατασκηνώσουν στο χωριό κι’  αποφασίσανε να βγουν στη θέση Σοούν κιόλ (λίμνη ελαφιού) όπου φτιάξανε παλακάνι (παλιοκάλυβο) ανάμεσα στα δάση και στους βράχους για ν’ αποφύγουν την καταδίωξη των Τούρκων τσετέδων. Σμίξανε τότε με τους Κοπαλανταίους και αρκετές μέρες ζήσανε εκεί ήσυχα. 
Μια μέρα ο αρχηγός παρακάλεσε δύο παλικάρια του, τον Ευστάθιο Κέντσογλου και τον Αριστείδη Γαρατσάλ να παν στο Ισχανάντων και  από κει στην  επιστροφή τους να μεταφέρουν πατάτες και  ότι άλλα τρόφιμα μπορούσανε να βρουν. Στο μεταξύ χιόνισε και την άλλη μέρα που γυρίσανε οι δύο αντάρτες φορτωμένοι τρόφιμα αντικρίσανε ένα τρομακτικό θέαμα. Εκεί που προχωρούσανε ανύποπτοι στον καταυλισμό τους ακούσανε ομοβροντίες πυροβολισμών και είδανε τον αρχηγό τους, την γυναίκα του, τους δύο συντρόφους του και τους 4 Κοπαλανταίους να κατρακυλούν στις χαράδρες και να χάνονται. Τι είχε γίνει;
Εκείνη τη νύχτα οι  αντάρτες  ανάψανε φωτιά και βάλανε να ψήσουν στη φωτιά πατάτες για να φάνε, αν και είχαν κάποια υποψία πως μπορεί  να τους προδώσει η φωτιά. Οι Τούρκοι των γύρω χωριών που τους παραμόνευαν πάντοτε πήραν την νύχτα εκείνη κατεύθυνση προς την φωτιά και πολιόρκησαν τους  αντάρτες χωρίς  να το αντιληφθούν  οι ίδιοι. Μόλις ξημέρωσε, οι Τούρκοι πυροβόλησαν τους  αντάρτες  εκ του ασφαλούς, σκοτώσανε δύο Κοπαλανταίους και τραυματίσανε θανάσιμα τον αρχηγό.
 Οι  αντάρτες Δ. Καγκελίδης και Φ. Χαριάδης μαζί με την γυναίκα του αρχηγού αφού ρίξανε μερικές ντουφεκιές στους Τούρκους, κατρακυλήσανε ύστερα στις χαράδρες  όπως είπαμε και δεν πάθανε τίποτα. Ο αρχηγός μισή ώρα μετά τον τραυματισμό του μη μπορώντας ν’ αντέξει στους πόνους του τραύματος σύρθηκε στην κοιλιά, βγήκε απ' την χαράδρα, εξέθεσε επίτηδες τον εαυτό του στα πυρά των Τούρκων τσετέδων και σκοτώθηκε κοντά στη βρύση του χωριού. Οι σύντροφοι του Φωκίων Χαριάδης και Δημήτριος Καγκελίδης έφυγαν τότε στα δάση, λίγη  ώρα αργότερα μαζί με τους κομιστές των τροφίμων κατέφτασαν στο Ισχανάντων, όπου παρουσιαστήκανε στον Ευκλείδη και του ιστορήσανε τα συμβάντα.
 Ο Ευκλείδης συγκέντρωσε τότε τους οπλίτες του, τους μίλησε και τους όρισε να κατέβουν αμέσως μαζί του στα Δώδεκα  Αλάτια και να εκδικηθούν τον θάνατο του  Γιάννη Χαριάδη.
Ισχανάντων (Κρενίν Ευκλείδη)
Τριάντα οπλίτες κατέβηκαν την άλλη μέρα στα Δώδεκα  Αλάτια με την διαταγή να σκοτώσουν χωρίς διαδικασία τον κάθε Τούρκο που θ'  έβρισκαν στην περιοχή του χωριού, μα που Τούρκος!! Πήρανε τότε οι 30 τον νεκρό (Γιάννη Χαριάδη) και τον θάψανε κοντά στη βρύση, ορκιστήκανε  πάνω στον τάφο του αιώνια εκδίκηση εναντίον των Τούρκων!


Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος
Εκπαιδευτικός- Ιστοριογράφος της Σαντάς