Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Το ημερολόγιο του Πόντιου αξιωματικού του ελληνικού στρατού Καραΐσκου Χρυσόστομου (Μέρος 3ο)

Η τοιαύτη ένωσις υπό την ηγεσίαν μιας αρχής είχε και το πλεονέκτημα ότι καθίστατο δυνατόν όπως παραμερισθούν οι ανίκανοι και μη αρεστοί εις τους πολεμιστάς και τους χωρικούς οπλαρχηγοί και εξ ετέρου κατωρθούτο εφεξής όπως προλαμβάνονται αι αναμίξεις των ενόπλων εις τα της κοινοτικής διοικήσεως των χωρίων, των οποίων κάποτε κατήντησαν η μάστιγξ.

Εθεσπίσθησαν ποιναί διά τους εγκληματούντες κατ’ αλλήλων πολεμιστάς και συνεστήθησαν ταμεία παρ’ εκάστω χωρίω δια την προμήθειαν όπλων και πολεμοφοδίων.
Τα εισοδήματα των ταμείων τούτων ωρίσθησαν τα τέλη των ιεροπραξιών των εκκλησιών και τα δικαιώματα τα προκύπτοντα εκ της επιλύσεως των διαφορών μεταξύ των κατοίκων.
Ένεκα της μη λειτουργίας των τουρκικών δικαστηρίων οι έχοντες διαφοράς πληθυσμοί κατέφευγων τούντευθεν εις την διαιτησίαν των ημετέρων τούτων δικαστηρίων, αρθέντος του ατόπου να υποβάλλωσι ταύτας εις την κρίσιν των οπλαρχηγών, αναλόγως των προσωπικών συμπαθειών εκάστου.
Υπεδείχθη εις τους πολεμιστάς να επιστήσουν την προσοχήν των μόνον εις τας ατομικός των προσπαθείας προς προμήθειαν όπλων και πολεμοφοδίων χωρίς να αναμείνουν έξωθεν μοιρολατρικώς τοιαύτα.
Διοργανώσαμεν υπηρεσίας μεταφοράς όπλων και χρειωδών εις την ύπαιθρον, πράγμα απαραίτητον δια τον κανονικόν ανεφοδιασμόν των οπλοφόρων.
Δια των τοιούτων ενεργειών κατορθώθη να συμφιλιωθούν αναμεταξύ των οι διιστάμενοι οπλαρχηγοί και να επέλθη η ποθητή ένωσις προς άπειρον θλίψιν των Τούρκων.
Εξ ετέρου ετονώσαμεν διά των συμβουλών μας την διδασκαλίαν εις τα σχολεία, τα οποία είχον εγκαταλειφθή εις την τύχην των, ένεκα ελλείψεως διδασκάλων, και προ παντός εδόθη η ώθησις δια την εις την ελληνικήν γλώσσαν διδασκαλίαν.
Κατεβλήθη προσπάθεια όπως μη διορίζονται εις τα εμπιστευτικάς θέσεις του εξάρχου και Μουχτάρη πρόσωπα ανήθικα και ανίκανα, αλλά οι απολαύοντες  γενικής εκτιμήσεως και εξ ετέρου οι γνωρίζοντες να κολακεύουν τους περίοικους Τούρκους προς δημιουργίαν αντικεμαλικού παρ’ αυτοίς πνεύματος, πράγμα όπερ ηδύνατο να επίδραση δυσμενώς εις την απόδοσιν της υπό του Κεμάλ συντελουμένης στρατολογίας.
Προπαρεσκευάσαμεν καταλλήλως την κοινήν γνώμην των Κιρκασιών εις δυσμένειαν και εξέγερσιν κατά των Τούρκων, εκμεταλλευόμενοι και την δράσιν του Κιρκασίου Αζναβούρ εις Πάνορμον.
Πράγματι δε δεν ήργησε να εκδηλωθεί η τοιαύτη ενέργεια των Κιρκασιών δια του φόνου των δυο βουλευτών Τραπεζούντος και Λαζοστάκ του Ιτζέτ βέη -Εγιούπ Ζατέ και Οσμάν βέη δια του Κιρκασίου Χασάν Τσαούς, ενεδρεύσαντος αυτούς καθ’ ην ώρα μετέβαινον εις το πανισλαμικόν συνέδρων της Αγκυρας.
Εντός 45-50 ημερών περιήλθον τα Σαντζάκια Τοκάτης, Αμασείας, Αμισού, τα πλείστα των χωρίων και συνηντήθην μεθ’ όλων σχεδόν των οπλαρχηγών και συνέταξα κατάλογον όχι μόνο των οπλισμένων αλλά και των αόπλων των δυνάμεων να φέρουν όπλα.
Δια τοιαύτης εργασίας κατωρθώθη να αποκτήσωμεν την εκτίμησιν, την συμπάθειαν και τον σεβασμόν πάντων, αναγνωριζόντων ημάς ως ανωτάτην στρατιωτικήν, δικαστικήν και πολιτικήν αρχήν. Ουχ ήττον και παρ’ αυτοίς τοις Τούρκοις και τοις τουρκικαίς αρχαίς δια της φιλονύμου και δικαίας πολιτείας μας απεκτήσαμεν κύρος και σεβασμόν.
Πολλάκις παρεκλήθημεν υπό Τούρκων ενόπλων να αναλάβωμεν την επίλυσιν διαφορών μεταξύ τούτων και των ημετέρων. Αναφέρω εκ των τοιούτων την εξης περίπτωσιν:
Έλληνες αντάρται περί την περιφέρειαν Νεπιέν διήρπασαν 2.000 αιγοπρόβατα Τούρκων απαιτούντες λύτρα δια την απόδοσίν των, προς αγοράν φυσιγγίων. Οι ιδιοκτήται τούτων απετάθησαν εις τα τουρκικά δικαστήρια της Αμισού. Αι τουρκικαί αρχαί παρεκάλεσαν τον Επίσκοπον όπως ενεργήση παρά τοις αντάρταις να αποδώσουν τα αρπαγέντα προς πρόληψιν ρήξεως. Οι δράσται της αρπαγής πέντε ημέτεροι οπλαρχηγοί απήντησαν θρασέως και αρνητικώς εις τον Επίσκοπον. Όθεν μετέβην μετά του οπλαρχηγού Στέλιου παρά το Νεπιέν Δάγ και κατόρθωσα δια της πειθούς να αποδοθώσιν αμέσως τα αρπαγέντα προς μεγίστην χαρά των Τούρκων.

Αντάρται Αρμένιοι της περιφερείας Τσαρσαμπά παρά το χωρίον Καραμούχ εν τη θέση Τεστέ Μπουγάζ εφόνευσαν τρεις Τούρκους μεταφέροντας εμπορεύματα τα οποία και ήρπασαν. Επειδή το κακούργημα συνέβη πλησίον ελληνικού χωρίου ευλόγως υπετέθη ότι δράσται τούτου ήταν ημέτεροι.
Εις απάντησιν διαμαρτυρίας του διοικητού Αμισού προς τον Επίσκοπον δια την τοιαύτην δήθεν δράσιν των Ελλήνων αρνουμένων φυσικώς το γεγονός, διέταξα τον εκεί ευρισκόμενον οπλαρχηγόν Τσακήρ Γάλλιον προς ανακάλυψιν των φονέων. Πράγματι εντός 24 ωρών ανεκάλυψεν ούτος τους Αρμενίους φονείς, μεθ’ ων συνήψε συμπλοκήν, κατόπιν της οποίας τους ηχμαλώτισε. Παρέλαβε δε και τα εμπορεύματα τα οποία παρέδωκεν εις τας τουρκικός αρχάς.
Ο στρατιωτικός διοικητής Αμισού προσεφέρθη να δώση εις τούτους χρηματικόν ποσόν ως αμοιβήν. Αλλ’ ούτοι υπερηφάνως αποποιηθέντες εζήτησαν μόνον 3.000 βολάς μάνλιχερ, τα οποία και προθύμως παρεχωρήθησαν.
Έλληνες αντάρται συνέλαβαν παρά την οδόν Πάφρας Τούρκον αξιωματικών έναντι της απολυτρώσεως του οποίου εζήτουν λύτρα, απειλούντες εν εναντία περιπτώσει φόνον. Μόλις περιήλθεν η είδησις αύτη εις γνώσιν μας ενηργήσαμεν πάραυτα την απελευθέρωσιν του συλληφθέντος προς μεγάλην ευχαρίστησιν του διοικητού Αμισού.
Επεβλέπομεν αγρύπνως πάσας τας ενεργείας των κεμαλικών, μεταφοράς όπλων και πλεμοφοδίων και τας στρατιωτικός αυτών κινήσεις, τα οποία και καθιστώμεν γνωστά εις τον εν Αμισώ Άγγλον αρμοστήν ο οποίος προέβαινεν αμέσως εις κατάσχεσιν τούτων.
Όταν όμως βραδύτερον εκεμαλοποιήθη κατά τας αρχάς Μαϊου 1920 η Αμισός, αναχωρήσαντος εις Κωνσταντινούπολιν του αντικεμαλικού διοικητού δια της φυλακίδος του Αρμοστού μετά του προσωπικού του ασυρμάτου Μερζιφούντος και Αμισού, τότε η κατάστασις ήρχισεν ολονέν εξελισσομένη εις βάρος ημών.
Τα πέριξ της Αμισού περιεχαρακώθησαν και ετοποθετήθησαν τηλεβόλα παρά τα Καβάκια όπερ και εγκαίρως εγνωρίσαμεν εις την στρατιωτικήν αποστολήν Κων/λεως.
Το στρατιωτικόν σώμα της Αμισού είχε το στρατόπεδόν του εις το 20 λεπτά απέχον της Αμισού χωρίον Ελέζκιοϊ, απέχον δε εκ του ημετέρου κέντρου του Χατζή Ισμαήλ μόνον ημίσειαν ώραν. Ελιποτάκτουν σωρηδόν οι στρατιώται και παραπλανώμενοι πολλοί εκ τούτων συνελεμβάνοντο παρά των ημετέρων και αφοπλίζοντο.
Τούρκος αξιωματικός προσεφέρθη να μας πωλήσει πολεμικόν υλικόν, ελλείψει όμως χρημάτων δεν ηδυνήθημεν να το παραλάβωμεν.
Η κατάστασις συν τω χρόνω ήρχισε να αποβαίνη απειλητική δια τους Έλληνας της Αμισού. Ήδη ήρχισαν οι Τούρκοι νυχθημερόν συμβούλια και διαβούλια επί του καλυτέρου τρόπου της εξοντώσεως των χριστιανών. Οι Έλληνες αντάρται εντείνοντες τας προσπαθείας των προς προμήθειαν όπλων κατήρχοντο εις Αμισόν, εκ της Αμισού δε και των λοιπών πόλεων οι Έλληνες κάτοικοι ήρχισαν να διαρρέουν εις τα χωρίς πλησίον των ενόπλων, πληροφορούμενοι τας προθέσεις των Τούρκων.
Τακτικώς απέστελλον εκθέσεις εις Αθήνας προς τε την κυβέρνησιν και την επιτροπείαν των Ποντίων και εξελιπάρουν την αποστολήν όπλων και πολεμοφοδίων προς διατήρησιν της αμύνης και παρακώλυσιν κατά το δυνατόν των τεκταινομένων υπό των Τούρκων. Αλλά προς πάντα ταύτα η αρμοδία υπηρεσία του Υπουργείου των Εξωτερικών εκώφευε διαρκώς.
Προ των απειλούμενων σφαγών διέταξα 20 των οπλαρχηγών δυνάμεως 200 τουφεκίων, να είναι έτοιμοι εις πρώτην διαταγήν όπως σπεύσουν προς άμυναν των Ελλήνων της πόλεως, κατέστρωσα δε και σχέδιον αμύνης εντός της πόλεως.
Ήδη είχον καταφθάσει εκ της περιφερίας Λαζισιάν περί τους 1800 Τσέται Λαζοί, οι οποίοι επιδεικτικώς περιεφέροντο εις τας ελληνικάς συνοικίας. Έτεροι κατενεμήθησαν εις τα τουρκικά χωρία μετά χωροφυλακής προς προστασίαν δήθεν τούτων από των Ελλήνων πολεμιστών.
Επί τη προφάσει αποβιβάσεως ελληνικού στρατού διένειμαν όπλα εις τους κατοίκους των τουρκικών χωρίων ως και τους κατοίκους των παραλίων.
Κατήλθον εις Αμισόν και επεκοινώνησα μετά των εκεί προκρίτων και του Επισκόπου, όπου κατόπιν συζητήσεως μοι προτάθη όπως αναχωρήσω δια Κωνσταντινούπολην και Αθήνας και εκθέτων την κατάστασιν ως έχει καταπείσω τους αρμοδίους να ενισχύσουν τους εκεί μαχομένους δια της αποστολής των χρειωδών, των οποίων υπήρχε μεγάλη ανάγκη.
Εν τω μεταξύ ελήφθη εξ Αθηνών επιστολή δι’ ης εγνώσθη ότι εφορτώθη αρκετή ποσότης πυρομαχικών και όπλων δι’ Αμισόν, δια τας ανάγκας των οπλοφόρων δια την παραλαβήν των οποίων εφείλκυον οι εν Αθήναις την προσοχήν των αρμοδίων. Επίσης επίσημός τις ξένος (του οποίου αποσιωπώμεν την ιδιότητα) προσεφέρθη αντί ελάχιστου ποσού να μας χορηγήση όπλα και πολεμοφόδια φορτωμένα επί ρωσικού ατμοπλοίου. 
Μ’ όλα ταύτα κατόπιν συστάσεων της εφοροδημογεροντίας και του Επισκόπου απεφάσισα να μεταβώ εις Κωνσταντινούπολιν και εν ανάγκη εις Αθήνας, όπως καθιστών γνωστήν την θέσιν των εν Αμισώ ενόπλων μας καταπείσω τους αρμοδίους περί της ταχείας και αποτελεσματικής ενισχύσεως του αγώνος δια χρημάτων και όπλων και εφετέρου όπως αποσταλούν εν τάχει χρήματα δια την εξαγοράν των υπό του προαναφερθέντος προσώπου χορηγουμένων όπλων και την ασφαλή αυτών εκφόρτωσιν και παραλαβήν.
Εφωδιάσθην δια καταλλήλων γραμμάτων υπό του Επισκόπου και της εφοροδημογεροντίας εις τα οποία δια ζωηρών χρωμάτων διεζωγραφείτο η θέσις των ομογενών του Πόντου και η ανάγκη της αμέσου ενισχύσεως της εν Αμισώ αμύνης.
Εις τον Άγγλον αρμοστήν Αμισού παρά τω οποίω μετέβην έγινα δεκτός λίαν φιλοφρόνως και εδέχθη να με οδηγήση ασφαλώς.
Εις τας ερωτήσεις του περί της καταστάσεως, τω απήντησα ότι εν τη ιδιότητί μου ως μέλους του ελληνικού Ερυθρού Σταυρού διένειμα εις τους ενόπλους της υπαίθρου χρήματα και φάρμακα και ότι στερούμενοι άρτου αγοράζουν ούτοι δια των χρημάτων εκείνων όπλα, ένεκα της επιθετικής στάσεως των Τούρκων.
Μετά ταύτα τη συνοδεία δύο Άγγλων αξιωματικών επιβάς λέμβου υπό αγγλικήν σημαίαν μετέβην εις το εν τω λιμένι ρωσικόν ατμόπλοιον. Εκεί μετά την αναχώρησιν των Άγγλων αξιωματικών κεμαλικός αστυνόμος εζήτησε να εξελέγξη εν ονόματι της κυβερνήσεως της Αγκυρας το διαβατήριόν μου. Τω παρετήρησα ότι ως Άγγλος υπήκοος δεν ανεγνώριζον εις αυτόν το δικαίωμα και επί τη επιμονή του τω προέτεινα το πιστόλιόν μου δια να παύση ασχολούμενος περί εμού.
Αποβιβασθείς εις Κωνσταντινούπολιν μετέβην εις την εκεί ελληνικήν αρμοστείαν εις ην και εξέθεσα τα πράγματα και διηρμήνευσα τας αντιλήψεις των εν Πόντω εν σχέσει με τα έγγραφα δι ων είχον εφοδιασθή εξ Αμισού.
Δυστυχώς ουδεμίαν σημασίαν απέδωκαν εις τας παρακλήσεις των εν Αμισώ τουλάχιστον όσον αφορά τα αποτελέσματα των υποσχέσεών των περί συναντιλήψεως και βοήθειας του αγώνος.
Επέστρεψα και πάλιν εις Κωνσταντινούπολιν κομίζων μόνον υποσχέσεις περί της μελλούσης συνδρομής του κράτους. Εν Κωνσταντινουπόλει επεσκέφθην δια τελευταίαν φοράν τον κ. Καθενιώτην και τον παρακάλεσα όπως συγκατάνευση δια την αποστολήν πολεμοφοδίων εν Πόντω, αλλά και πάλιν ούτως ηρνήθη διαρρήδην προφαζόμενος το αδύνατον τοιούτων ενεργειών.
Παρ’ όλην την αποτυχίαν των ενεργειών μου, κατορθώσας να εφοδιασθώ δια ξένου διαβατηρίου επεχείρησα και πάλιν παρ’ όλην την επιδεινώθείσαν εκεί κατάστασιν να μεταβώ και πάλιν εις Πόντον. Ημποδίσθην όμως τότε βιαίως υπό της εν Κων/πόλει στρατιωτικής αποστολής και ανέμενον ευκαιρίαν όπως δι’ άλλου μέσου κατορθώσω να διαπεραιωθώ εις Πόντον. Εννοείται δεν κατορθώθη τούτο, εν τω μεταξύ δε πάσα εξωτερικήν συνδρομή και συναντίληψις δια τον διεξαγόνενον εκεί κάτω εθνικόν αλλ’ άνισον αγώνα είχε ματαιωθή.
Και οι Πόντιοι πολεμισταί ενεκαρτέρουν άνευ πολεμοφοδίων και ζωοτροφιών, μήνας και έτη, υπό όρους και συνθήκας δυσμενεστάτας, φυλάττοντες ζηλοτύπως την ιεράν εθνικήν παρακαταθήκην, τας γυναίκας και τα νήπια, υπερ των οποίων πλείστοι εξ αυτών, κατά χιλιάδες εθυσίασαν ότι πολυτιμώτερον είχον, την ζωήν των.
Εδώ τελειώνει η διήγηση του Χρυσόστομου Καραϊσκου, που μας την παραδίδει ο Βαλαβάνης, του άγνωστου αυτού ήρωα του ποντιακού ελληνισμού, που με παρρησία και σαφήνεια μας παρέδωσε πολύτιμα στοιχεία για τα ανταρτικά σώματα του Πόντου, τη διάρθρωση, τη συγκρότησή τους, την ιεραρχία τους, την πειθαρχική δωσιδικία κ.ά., αλλά και για την απαράδεκτη συμπεριφορά των ελληνικών κυβερνήσεων και παραγόντων της ελλαδικής εξουσίας των Αθηνών, που εκπροσωπούσαν το δόγμα ότι “Έλληνες είναι μόνο εκείνοι που ζούσαν τότε στην ελληνική επικράτεια”.

Για μία ακόμα φορά θα τονίσουμε ότι σε μια έστω και χλιαρή συνεργασία της ελλαδικής εξουσίας με τον ελληνισμό του Πόντου, θα μπορούσε να παραταχθεί μια στρατιωτική δύναμη τουλάχιστον 50-80.000 ανδρών από τις τάξεις του ελληνισμού του Πόντου και η δύναμη αυτή θα ήταν διπλάσια και τριπλάσια δηλ. ένας προς τρεις με τις τουρκικές δυνάμεις, μόνο και μόνο επειδή οι Πόντιοι πολεμιστές θα αγωνίζονταν για τα πάτρια, για την ελευθερία τους, την ανεξαρτησία τους, την τιμή τους, τους βωμούς και τις εστίες τους.