Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Το ημερολόγιο του Πόντιου αξιωματικού του ελληνικού στρατού Καραΐσκου Χρυσόστομου (Μέρος 2ο)

Πώς εκτίθεται η κατάστασις της αμύνης της περιφερείας Αμισού - Πάφρας. Αι  πολύτιμαι πληροφορίαι του Καραϊσκου.

Μετά την διενέργειαν της στρατολογίας των Ποντίων και την συγκρότηση του πρώτου στρατιωτικού πυρήνος, ο οποίος προωρήσθη δια την εν καιρώ χρησιμοποίησιν υπό της δυνάμεως εκείνης, η οποία θα ελάμβανεν εντολήν (mandat) δια τον  Πόντον, η προσοχή μας κατ’ ανάγκη εστράφη προς την γωνίαν εκείνην του Πόντου, όπου οι αρηίφιλοι εκείνοι Έλληνες κάτοικοι, ως ανεφέραμεν, προέκριναν την ένοπλον άμυναν κατά των τουρκικών υπερβασιών, αντί της παθητικής των και καθημερινής εξολοθρεύσεως.  
Η κατάστασις τούτων δια πολλούς λόγους δεν ήτο ευχάριστος. Εγκαταλελειμμένοι ευθύς εξ αρχής εις μόνας τας δυνάμεις των, άνευ χρημάτων και όπλων, άνευ εφοδίων, αλλά και άνευ συναντιλήψεως των ενδιαφερομένων, υποκείμενοι  εις διχονοίας και εμφυλίους έριδας, ένεκα ελλείψεως ενιαίας διοικήσεως παρ’ ανωτάτης τίνος αρχής, είχον απογοητευθή εις μέγαν βαθμόν οι συγκροτούντες τας ενόπλους εκείνας ομάδας.
Ήδη μετά τόσας θυσίας και αφού είχεν εκτεθή ο περίοικος ποντιακός λαός εις την εκδίκησιν των Τούρκων, ήτο πράγματι θλιβερόν να αναλογισθή τις, ότι η  ωραία εκείνη εις χειρονομίαν εθνική επιχείρησις και αι χιλιάδες των ευσταλών εκείνων παλικαριών θα διελύοντο αδόξως και θα παρείχον εις τους λυσσώντας  Τούρκους την ευκαιρίαν να θύσουν και να απολύσουν όλον τον άμαχον ελληνικόν πληθυσμόν, ως δεν παρέλειπον να διακηρύξουν ούτοι.
Το τοιούτον έθλιβε μεγάλως, όλην την χορείαν των περί την εν Αθήναις επιτροπείαν των Ποντίων πατριωτών. Και υπό της ψυχώσεως ταύτης καταληφθείς  απεφάσισα να μεταβώ εις τον Πόντον, όπως προσφέρω τας υπηρεσίας μου και την ζωήν μου ακόμη, ως απλούς εν ανάγκη πολεμιστής.
Είχον, ως είπον, αμέριστον την ηθικήν υποστήριξιν του καλλίστου εκείνου εθνικού ποντιακού σωματείου και επιπλέον και ωρισμένας οδηγίας του. Δεν ώκνησα δε επί του προκειμένου να λάβω και τας γνώμας κύκλων, των οποίων αι απόψεις ως προς τον καλύτερον τρόπον της ευοδώσεως του ζητήματος ευρίσκοντο εν αντιθέσει προς την εκπεφρασμένην γνώμην του συνταγματάρχου κ. Καθενιώτου.
Απολυθείς ως έφεδρος του 1913 ανεχώρησα δι’ Αμισόν του Πόντου, όπου απεβιβάσθην ως Γάλλος υπήκοος κατά τας αρχάς Μαρτίου. Ουδεμίαν γνώσιν έλαβε κανείς της ιδιότητός μου και του σκοπού τον οποίον επεδίωκον.
Μετά τρεις ημέρας, καθ’ ας έκρινον καλόν να περιορισθώ εις το κατάλυμά μου, επεκοινώνησα μετά του αειμνήστου Επισκόπου Ζήλωνος και του προέδρου της εφοροδημογεροντίας κ. Μακρή ιατρού.
Η πρώτη εντύπωσίς μου εκ της διεξαγομένης εργασίας υπό του επισκόπου ήτο εξαίρετος. Ειργάζετο με αυτοθυσίαν και ζήλον διαπραγματευόμενος τας προμήθειας των πολεμοφοδίων και όπλων και δίδων εκάστοτε συμβουλάς εις τους διισταμένους των αρχηγών της αμύνης.
Ουδεμία όμως προφύλαξις ελαμβάνετο παρά τούτου όπως η γινομένη εργασία τηρείται μυστική. Οι οπλαρχηγοί εισήρχοντο ημέρας και νυκτός εις την Μητρόπολιν άνευ της στοιχειώδους προφυλάξεως και ήτο πλέον κοινόν μυστικόν, ότι κέντρον ανεφοδιασμού τούτων ήτο η Μητρόπολις.
Την στιγμήν καθ’ ην συνεζητούντο εν τη Μητροπόλει ζητήματα αφορώντα την ύπαιθρον άμυναν και οι οπλαρχηγοί επεριδιάβαζον εις τους διαδρόμους, Τούρκοι υπάλληλοι της διοικήσεως εγίνοντο δεκτοί υπό του αειμνήστου Επισκόπου δια διάφορα ζητήματα.
Ήκουσα ποτέ τον Επίσκοπον συζητούντα μετά του διοικητού Αμισού δια τηλεφώνου, ότι εάν δεν αποφυλακίση αντάρτην τινά Έλληνα θα διέτασσε την κάθοδον εις Αμισόν 5.000 οπλοφόρων προς ικανοποίησιν!
Η τοιαύτη μετ’ επιπολαιότητος και εκριτομυθίας και μετ’ ακαίρου ενθουσιασμού διεξαγωγή της σπουδαιότατης εκείνης υπηρεσίας εστέρησε μετ’ ολίγον τούτον της πολυτίμου συνεργασίας των Αμισηνών, και της εφοροδημογεροντίας παρά τη οποία προ του πατριωτικού ενθουσιασμού επρωτοστάτει η σύνεσις.
Εξ ετέρου δε άκαιροί τινες προτιμήσεις προς τινας των ασημοτέρων αρχηγών, οι οποίοι κατερχόμενοι κατορθώνουν να εφελκύωσι παρ’ αξίαν την εύνοιαν του Επισκόπου, εγίνοντο αιτία διεγέρσεως αντιζηλιών επικινδύνων μεταξύ πραγματικών ηρώων οπλαρχηγών, οι οποίοι λόγω των ανδραγαθημάτων των δεν ηδύναντο να κατέλθουν ανενόχλητοι εις την πόλιν.
Μετά τινας συνεντεύξεις μου μετά του προέδρου της εφοροδημογεροντίας κ. Μακρή ιατρού έμαθον εμπιστευτικώς ότι το διοικητικόν εκείνο σώμα της Κοινότητος ουδεμίαν είχεν εμπιστοσύνην εις τον Επίσκοπον, λόγω της αχαλινώτου ακριτομυθίας του και της πλημμελούς οικονομικής του διαχειρίσεως. Αναφέρω εν παρόδω ότι ο ιατρός κ. Μακρής Ν. και ως πρόεδρος της Κοινότητος αλλά και ως επιστήμων φιλάνθρωπος προεδρεύων του ελληνικού Ερυθρού Σταυρού προσέφερεν απείρους υπηρεσίας όχι μόνον εις την ελληνικήν κοινότητα Αμισού, αλλά και εις όλον τον πληθυσμόν της πόλεως, περιθάλπων ασθενείς και λεπρούς, πάσης εθνικότητας και προσελεύσεως και διανέμων δωρεάν φάρμακα και βοηθήματα. Ουχί δε ολίγας υπηρεσίας προσέφερε την εποχήν εκείνην και ο ιατρός κ. Αθ. Πράβος. Και οι δύο ούτοι επιστήμονες προς ανταμοιβήν της τοιαύτης δράσεώς των εξωρίσθησαν υπό των κεμαλικών, υποστάντες πολλά.
Μοι προτάθη τότε όπως αναλάβω εγώ την γενικήν αρχηγίαν και διαχείρισιν του αγώνος εν τινι συνεδρία καθ’ ην παρέστησαν περί τα επτά πρόσωπα εκ των εγκριτοτέρων και πλουσιωτέρων ομογενών της πόλεως, εν τη οικία του κ. I. Εις την απόφασιν δε ταύτην ήχθησαν ούτοι αφού πρότερον διεπιστώθη το ακατάλληλον του Επισκόπου δια μίαν τοσούτο λεπτήν υπηρεσίαν, και εξέφρασαν την επιθυμίαν όπως ζητήσουν την αποστολήν κατ’ ευθείαν εκ της Ελλάδος δύο καταλλήλων Ελλήνων αξιωματικών, οπότε ο κ. Ν. Μακρής κατέστησεν εις αυτούς γνωστόν την αληθή ιδιότητά μου, και ότι ηρχόμην δια τον ως άνω σκοπόν ειδικώς εκ μέρους της εν Αθήναις Επιτροπείας των Ποντίων.
Εγώ εξεδήλωσα επιφυλάξεις τινάς, όσον αφορά τας συνεπείας αι οποίαι θα ηδύναντο να προκύψουν δια τους ελληνικούς πληθυσμούς, εν περιπτώσει καθ’ ην παρ’ όλην την εχεμύθειαν θα καθίστατο γνωστή η ιδιότης μου εις τους Τούρκους. Αι επιφυλάξεις αύται ήρθησαν κατόπιν των εξηγήσεων τας οποίας οι προύχοντες εκείνοι μοι έδωκαν ότι, ο κίνδυνος των υφίσταται εν πάση περιπτώσει είτε ενοχοποιούντο οι χριστιανοί είτε μη.
Δι εμέ είχε λοιπόν ριφθή πλέον ο κύβος. Ανεχώρησα αμέσως εις την ύπαιθρον, αφού εφωδιάσθην δια μιας συστατικής επιστολής εκ μέρους του Επισκόπου, εξαναγκασθέντος προς τούτο υπό της ρηθείσης επιτροπής όπως περιβληθώ με όλον το απαιτούμενον κύρος δια την τοιαύτην, αποστολήν μου.
Ο Ιστύλ Αγάς με τα παλικάρια του
Συνηντήθην μετά του επικρατεστέρου εκ των αρχηγών Στέλιου Κοσμίδου μετά του οποίου από κοινού ηρχίσαμεν το έργον του οργανισμού. Διέθεσεν ο οπλαρχηγός ούτος 7 εκ των οπλοφόρων του περί εμέ, όπως χρησιμεύσουν ως διαγγελείς. Κέντρον των εργασιών μας ωρίσθη το χωρίον Χατζή Ισμαήλ, απέχον ημίσειαν ώραν της Αμισού. Ο εν λόγω οπλαρχηγός είχεν αρκετόν κύρος παρά τοις ενόπλοις ως και εις τον οπλαρχηγόν των. Ήτο ευφυής και εγνώριζε κάλιστα το έδαφος, είχε δε το πλεονέκτημα να νομίζεται και ως τουρκόφιλος. Ήτο δε και καθ’ υπερβολήν φιλόδοξος.
Την εποχήν εκείνη αι διχόνοιαι μεταξύ των πολεμιστών είχον φθάσει εις το ανώτατον όριον. Συνέβαινον φόνοι και αντεκδικήσεις μεταξύ των πολεμιστών, πράγμα όπερ εζημίωνε, σοβαρώτατα τον αιώνα. Κεμαλικοί τσέται επωφελούμενοι της τοιαύτης καταστάσεως εδολοφόνουν ατιμωρητεί ομογενείς.
Απεφάσισα λοιπόν να θέσω τέρμα εις την τοιαύτην κατάστασιν μεταβαίνων προσωπικώς εις συνάντησιν των οπλαρχηγών, όπως βολιδοσκοπήσω τας διαθέσεις εκάστου και θέσω τον θεμέλιον λίθον του οργανισμού τον οποίον είχον υπ’ όψιν.
Επεσκέφθην λοιπόν εν συνοδεία του οπλαρχηγού κ. Στ. Κοσμίδου τους σωφρονεστέρους κατ’ αρχάς αρχηγούς και δια των συμβουλών μου και δυνάμει του επισήμου πλέον κύρους, δι ου περιεβαλλόμην, κατόρθωσα να τους πείσω όπως δηλώσουν πλήρη υπακοήν και υποταγήν εις την ανωτάτην διοικούσαν αρχήν.
Και ήτο η εκδήλωσις της υπακοής ταύτης εις μίαν ενιαίαν διοίκησιν ανάγκη απόλυτος δια διαφόρους λόγους.
Πρώτον διότι θα ετίθετο ούτω τέρμα εις τας μεμονωμένας ενεργείας των οπλαρχηγών δι' ικανοποίησιν ατομικών σκοπών και κορεσμόν παθών. Η τοιαύτη υποταγή θα είχεν ως άμεσον συνέπειαν την ισχυροποίησιν του αγώνος δια κατευθύνσεως όλων των δυνάμεων ταυτοχρόνως προς εκβίασιν της επιτυχίας, εκεί όπου αι διηρημέναι ενέργειαι εγίνοντο αιτία μάλλον αδυναμίας.
Επιπλέον θα ελύοντο ούτω ειρηνικώς όλαι αι μεταξύ των πολεμιστών διαφοραί άνευ της θλιβερός προσφυγής αυτών εις τα όπλα, δημιουργουμένου δικαστηρίου όπερ θα έλυε τας τοιαύτας διχονοίας εν πνεύματι αμεροληψίας και δικαιοσύνης.