Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΕΝΑΣ AΝΔΡΑΣ ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ

Η Thea Halo με την μητέρα της Σάνο
Για αρκετό κόσμο το Πάσχα του 1920 έφτασε χωρίς τις συνηθισμένες χαρές του. Οι Τούρκοι στρατιώτες είχαν πάρει όσους άντρες μπόρεσαν να βρουν κατά τη διάρκεια του πολέμου και τους υπόλοιπους τους πήραν την εποχή που είχαν πάρει και τον πατέρα μου, το περασμένο φθινόπωρο. Όσοι είχαν την τύχη να λείπουν ή πρόλαβαν να κρυφτούν όταν είδαν τους στρατιώτες να έρχονται, γλίτωσαν την ομηρία. Και κάποιοι, σαν τον πατέρα μου, που είχαν δραπετεύσει, μόλις είχαν αρχίσει να εμφανίζονται και να βγαίνουν από τις κρυψώνες τους. Η άνοιξη ήταν η εποχή που σπέρναμε και χρειαζόμασταν τη βοήθεια όλων, για να έχουμε καλή σοδειά και να είμαστε προετοιμασμένοι για τους δύσκολους χειμώνες. Για όσους από μας είχαν μείνει ακόμα στα χωριά, η ζωή έμοιαζε να μπαίνει στους φυσιολογικούς της ρυθμούς και πάλι. Κανείς δεν περίμενε να γίνουν όσα έγιναν μετά.
Αν και το κάθε χωριό είχε τη δικιά του μικρή εκκλησία, τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, οι κάτοικοι και των τριών χωριών πήγαιναν να εκκλησιαστούν στη μεγάλη εκκλησία του Αϊοντόν. Ήταν παράδοση να κάνουμε Πάσχα στον όμορφο ναό μας. Τα ξυλόγλυπτα στους εξώστες μας έκαναν να νιώθουμε πολύ περήφανοι. Κεριά φτιαγμένα με κερί από τα μελίσσια είχαν τοποθετηθεί παντού. Το φως τους τρεμόπαιζε σε κάθε μεριά, στο ιερό, στα στασίδια, κάτω στο δάπεδο και στα χέρια του κάθε χριστιανού. Όλοι οι κάτοικοι και από τα τρία χωριά κατέβαιναν τις πλαγιές προς το Αϊοντόν κρατώντας και από ένα κερί.
Δεν ήμασταν καθιστοί μέσα στην εκκλησία. Στεκόμασταν όρθιοι και προσευχόμασταν. Κάναμε μετάνοιες κάποιες φορές και ακουμπούσαμε το χέρι στο έδαφος κάτω με τα δάχτυλα ενωμένα στο σχήμα του σταυρού. Μετά, σηκωνόμασταν πάλι και σταυροκοπιόμασταν. Το βράδυ, γινόταν λιτανεία και κάναμε τον γύρο της εκκλησίας τρεις φορές κρατώντας τα κεριά μας αναμμένα. 0 παπάς πήγαινε μπροστά και έψελνε, ενώ εμείς προσευχόμασταν. Το φως των κεριών φώτιζε τα πρόσωπα στο σκοτάδι την ώρα που κάναμε το γύρο της εκκλησίας. Εκείνη τη χρονιά, η απουσία τόσων αντρών ήταν αισθητή σε όλους μας. Μάνες είχαν χάσει τα παιδιά τους, γυναίκες και παιδιά είχαν χάσει τους άντρες και τους πατεράδες τους. Η θλίψη ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους που τα φώτιζαν τα κεριά που κρατούσαν και έμοιαζε το πένθος τους με εκείνο της Παναγιάς.
Όταν σχολούσε η εκκλησία, οι άνθρωποι που γύριζαν στα σπίτια τους σχημάτιζαν ένα φωτεινό μονοπάτι με τα κεριά που κρατούσαν, που διακλαδωνόταν στα μισά της πλαγιάς προς τα δύο χωριά. Οι πιστοί έμοιαζαν με πομπή φωτεινή, με τα κεριά να τρεμοπαίζουν στο περίγραμμα του ορίζοντα κάτω από τον αστραφτερό ουρανό.
Τις τρεις μέρες που γιορτάζαμε το Πάσχα, ήταν δουλειά των παιδιών να μαζεύουν τα αυγά που έκαναν οι κότες μας. Η Χριστοδούλα, ο Γιάννης, εγώ, ακόμα και η μικρή Ναστασία ψάχναμε για τα αυγά. Μια από τις κότες μας είχε το συνήθειο να τα κρύβει και μερικές φορές δυσκολευόμασταν να τα βρούμε. Έτσι, κρυβόμουν εγώ πίσω από τον αχυρώνα και περίμενα. Οι αρχαίοι Ρωμαίοι πίστευαν ότι η κότα ήταν σοφό πουλί, αφού όταν έκανε τα αυγά της κακάριζε και το μάθαινε όλος ο κόσμος. Εκείνο το πρωί, όμως, ανήμερα το Πάσχα, εγώ είχα πειστεί για το αντίθετο. Η κλώσα κοίταξε να δει αν ήταν κανείς κοντά της και μετά κρύφτηκε για να κάνει το αυγό της. Όταν τελείωσε, όμως, δεν κατάφερε να κρύψει τον ενθουσιασμό και την περηφάνια της. Πήγα προς το μέρος που είχε πάει και αυτή και εκεί, χωμένο σε μια τρύπα που είχε φτιάξει στα άχυρα, βρήκα έναν ολόκληρο σωρό από αυγά. Η Μητέρα τα έβρασε και τα έβαψε κόκκινα με κρεμμυδόφλουδες και άλλες χρωστικές ουσίες που έπαιρνε από τα φυτά. Έβρασε και καλαμπόκι να δώσει στα παιδιά που έβγαιναν να πουν τα κάλαντα την Κυριακή του Πάσχα.
Έλα, έλα, καλησπέρα.
Γκαβαλάμε μούλαρ ’ μικρό.
 Για μπιές κρύο νερό
 Καλή σας εσπέρα άρχοντες.
 Ας είναι ορισμός σας
Όταν τελείωναν το τραγούδι, η νοικοκυρά έβαζε στο καλάθι των παιδιών λίγο βρασμένο καλαμπόκι και ένα βαμμένο αυγό, αν είχε. Οι άντρες, ιδιαίτερα οι νέοι, έφτιαχναν δικά τους αυγά με ξεχωριστό τρόπο. Έβαζαν τα αυγά στο τζάκι με τις στάχτες, τα σκέπαζαν με ένα πιάτο βαθύ και τα άφηναν να γίνουν στη θράκα. Τα αυγά γίνονταν σκληρά, χωρίς αέρα κάτω από το τσόφλι τους όπως όταν τα βράζαμε κανονικά. Όταν ήταν έτοιμα, οι άντρες πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι κατά τη διάρκεια του τριημέρου και τσούγκριζαν να δουν ποιος θα είναι νικητής. Ήταν μια καλή ευκαιρία για να γίνουν επισκέψεις και να διασκεδάσει ο κόσμος μετά από τους δύσκολους χειμώνες.
Ο Πατέρας χτύπησε το αυγό που μόλις είχε ψήσει στα μπροστινά του δόντια. Από τον ήχο καταλάβαινε αν ήταν καλό για τσούγκρισμα.
«Α! Αυτό είναι καλό. Δύσκολα θα με κερδίσετε», είπε στους θείους μου. «Έχει γίνει τέλειο».
0 θείος Κωνσταντίνος γέλασε.
«Όχι! Εμένα δε θα με κερδίσεις. Το δικό μου είναι πιο σκληρό ακόμα. Πραγματικός πρωταθλητής», είπε και χτύπησε το αυγό στα δόντια του.
«Λάθος κάνετε και οι δύο», είπε και ο θείος ο Νικόλας. «Το δικό μου είναι το καλύτερο σήμερα».
Έτσι μπήκε εκείνη η άνοιξη, αθώα. Θα τελείωναν όμως όλα τότε.

                                                                  ***************
Η Σάνο και ο Αβραάμ τη μέρα του γάμου τους

Μια μέρα, από εκείνες της άνοιξης που καταλαβαίνεις  ότι η φύση είχε βγάλει τα κίτρινα και καφετιά ρούχα του χειμώνα και φορούσε πράσινα και κόκκινα και που ο απογευματινός ήλιος φώτιζε τον μισό ορίζοντα μονάχα,  αφήνοντας την κοιλάδα στη σκιά, μαζί με την φίλη μου την Μαριγούλα προχωρούσαμε στο δρόμο προς το Αϊοντόν. Πηγαίναμε σιγοτρέχοντας, σταματώντας πού και πού να μαζέψουμε τα φύλλα ενός συγκεκριμένου φυτού που χρησιμοποιούσαμε για να βάφουμε τα νύχια μας κόκκινα. Όσα φύλλα μαζεύαμε, τα χώναμε στις τσέπες μας και συνεχίζαμε.
«Κοίτα!» φώναξα στη Μαριγούλα.
Πάνω στο δρόμο, είδαμε πεταμένα χαρτονομίσματα, Τρέξαμε και οι δυο, αλλά ακριβώς τη στιγμή που έσκυψα να τα πιάσω, εμφανίστηκαν δύο Τούρκοι στρατιώτες καβάλα στα άλογα. Από ένστικτο, στάθηκα όρθια και έκρυψα τα λεφτά κάτω από το πόδι μου. Δεν είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε στρατιώτες στα χωριά μας.
«Πού πηγαίνετε;» ρώτησε ο ένας.
Και οι δυο μας ήμασταν ακίνητες, ενώ το πόδι μου έκρυβε ακόμα τα λεφτά από κάτω.
«Πάμε απλά να μαζέψουμε φύλλα», απάντησα με τα σπαστά μου τουρκικά.
«Είναι αργά», είπε ο στρατιώτης. «Καλύτερα να γυρίσετε σπίτι».
«Εντάξει», είπα, αλλά το πόδι μου συνέχιζα να το κρατάω πάνω από τα λεφτά.
Καθώς απομακρύνθηκαν με τα άλογα, κοίταξα γύρω μου με αγωνία και εκεί, ακουμπισμένους σε ένα δέντρο, είδα δύο άντρες ντυμένους με εκείνα τα ρούχα που είχα πρωτοδεί το προηγούμενο καλοκαίρι στο χωριό. Τέτοιοι άντρες είχαν αρχίσει να εμφανίζονται όλο και πιο συχνά τελευταία. Η γλώσσα τους μας ήταν άγνωστη και πάντα παρέμεναν στις άκρες του χωριού, μακριά από το κέντρο, παραμονεύοντας και περιμένοντας σαν τα κοράκια. Ένιωθες πολύ περίεργα, έτσι που εμφανίζονταν ξαφνικά μπροστά σου. Λες και ξεπετάγονταν από το πουθενά, απειλώντας τα χωριά μας. Κοιμόντουσαν στα δάση ή στα χωράφια, και τους έβλεπες παντού.
Κατά τη διάρκεια του λιμού και οι γύπες εμφανίζονταν από το πουθενά ακριβώς τη στιγμή που έπεφτε νεκρό κάποιο άρρωστο ζώο. Χιμούσαν στη συνέχεια στο θήραμά τους και τα γιγάντια φτερά τους έκαναν φοβερό θόρυβο. Έσκιζαν τη σάρκα του πεσμένου ζώου χωρίς οίκτο, μερικές φορές ακόμα πριν προλάβει καλά καλά να ξεψυχήσει. Μάλωναν μεταξύ τους για το καλύτερο κομμάτι. Τους βλέπαμε καμιά φορά στα δέντρα να παραμονεύουν σιωπηλά μέχρι που κάποιο αδύναμο ζώο θα κατέρρεε. Το ίδιο έκαναν και αυτοί οι σιωπηλοί και περίεργοι άνθρωποι.
Κοίταξα επίμονα τους δύο αγνώστους για μερικά λεπτά και αναρωτιόμουν τι σκόπευαν να κάνουν. Κάθονταν ήσυχοι. Περίμενα μέχρι που απομακρύνθηκαν οι δύο στρατιώτες με τα άλογα και μετά έσκυψα και σήκωσα τα λεφτά. Ήταν ευχάριστο συναίσθημα να έχω δικά μου λεφτά, αν και δεν είχα πού να τα ξοδέψω.
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει όταν η Μαριγούλα και εγώ τελειώσαμε το μάζεμα των φύλλων και κατευθυνθήκαμε προς τα σπίτια μας. Περπατούσαμε γρήγορα και κάθε τόσο αντιλαμβανόμασταν και άλλους περίεργους άντρες που παραμόνευαν στην κάθε στροφή.
Πριν πάμε στα σπίτια μας, σταματήσαμε και με μια πέτρα λιώσαμε τα φύλλα που είχαμε μαζέψει, ρίξαμε σάλιο και τα ανακατέψαμε μέχρι που έγιναν πολτός. Μετά, βάψαμε τα νύχια μας με το χτυπητό κόκκινο χρώμα και τρέξαμε μέχρι το σπίτι, καμαρώνοντας και επιδεικνύοντας τα όμορφα κόκκινα νύχια μας.
Η Μαριγούλα και εγώ μόλις είχαμε φτάσει στο σπίτι, όταν ακούσαμε άντρες και γυναίκες να κραυγάζουν πιο κάτω. Τρέξαμε να δούμε τι συμβαίνει και βρήκαμε το θείο το Νικόλα και δύο ακόμη άντρες να στέκουν με τα κεφάλια χαμηλωμένα μπρος στο κόσμο που έκλαιγε.
«Δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσαμε να κάνουμε», έλεγε ο ένας άντρας. «Κάναμε το καλύτερο για να τον σώσουμε, αλλά δεν μπορούσαμε. Μέχρι να τον φτάσουμε με τον κορμό, αυτός είχε ήδη βυθιστεί τέσσερις ή πέντε φορές».
«Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος ξέρουμε κολύμπι», είπε και ο άλλος άντρας. «Θα είχαμε βουτήξει, αν μπορούσαμε».
«Γιατί;» φώναξε ο πατέρας του πνιγμένου. «Γιατί; Τι γύρευε μέσα στο νερό;»
Μείναμε με τα μάτια και τα στόματα ορθάνοιχτα προσπαθώντας να καταλάβουμε τι γινόταν, νιώθοντας εκείνο το μυστηριώδες, απόμακρο συναίσθημα που πάντοτε συνοδεύει το θάνατο.
«Είδε ένα λουλούδι από την άλλη μεριά της λιμνούλας», είπε ο θείος Νικόλας φανερά συντετριμμένος. «Ήθελε να το κόψει, επειδή ήταν τόσο όμορφο. Έτσι, έπιασε ένα κορμό που βρήκε εκεί και τον έριξε στο νερό για να περάσει στην άλλη μεριά. Όταν όμως ανέβηκε στον κορμό, ο κορμός έσπασε και έπεσε μέσα στο νερό».
«Είναι πολύ βαθιά σε εκείνο το σημείο της λίμνης», είπε ο πρώτος άντρας. «Δεν πατούσε και δεν ήξερε και κολύμπι».
Οι άντρες έκαναν νευρικές κινήσεις, καθώς η μάνα του πνιγμένου σήκωσε το μουσκεμένο από τα δάκρυα πρόσωπό της και έκλαιγε τη μοίρα της με οδύνη, υψώνοντας με απόγνωση τα χέρια της προς τον ουρανό.
Έσκυψα και κοίταξα τα φρεσκοβαμμένα νύχια μου και φαντάστηκα πως ήταν το φανταχτερό λουλούδι που έστεκε λαμπερό και αθώο στην άλλη μεριά της λίμνης με το είδωλό του να αντανακλάται στα ήρεμα νερά, μη γνωρίζοντας, βέβαια, πόση δυστυχία είχε φέρει η σατανική του ομορφιά.
Προσπαθούσαν πολύ ώρα να βοηθήσουν το φίλο τους, είπαν. Ανέβηκε πολλές φορές στην επιφάνεια του νερού, αγκομαχώντας να πάρει αναπνοές, αλλά, στο τέλος, βούλιαξε στον πάτο σαν πέτρα. Μετά από την τελευταία φορά, οι άντρες περίμεναν πολλές ώρες μήπως και ανέβει, αλλά μάταια. Στο τέλος, πήραν το δρόμο της επιστροφής.
Την επόμενη μέρα, άντρες από το χωριό, μαζί και οι θείοι μου, γύρισαν στη λίμνη για να βρουν το πτώμα του άτυχου φίλου τους. Έριξαν ένα κορμό πάνω από το σημείο που είχε πνιγεί, αλλά κάθε μέρα, γύριζαν χωρίς αποτέλεσμα.
Τρεις ή τέσσερις μέρες αργότερα, ακούσαμε πάλι τα βογκητά και τα κλάματα. Τρέξαμε με την παιδική μας περιέργεια για να δούμε τι συνέβαινε. Το άψυχο σώμα του άντρα το είχε ξεβράσει η λίμνη και επέπλεε στην επιφάνεια. Τώρα δεν κουνιόταν ξέφρενα αγωνιζόμενος να πάρει αέρα. Ήταν γαλήνιος. Το σώμα του πιάστηκε σε κάποιο κλαδί και έμεινε έτσι, μπρούμυτα στα ήρεμα νερά, μέχρι που τον βρήκαν οι φίλοι του.
Είπαν ότι, αν τον αφήνανε, θα ξαναπήγαινε στον πάτο μετά από λίγες μέρες και ότι, με αυτόν τον τρόπο, η λίμνη έδινε μια τελευταία ευκαιρία στους δικούς του να
τον πάρουν πριν τον στείλει στο λασπωμένο βυθό της για πάντα.
Οι άντρες μετέφεραν τον πνιγμένο μέσα από το χωριό πάνω σε ένα φορείο που είχαν φτιάξει από ξύλα και άχυρα. Το πρόσωπό του και τα μπράτσα του, τα μόνα μέρη του σώματός του που φαίνονταν, είχαν ζαρώσει και έμοιαζαν με αποξηραμένο δαμάσκηνο. Λες και τα υγρά της ζωντάνιας του τα είχε ρουφήξει η λίμνη και εί χε αφήσει μονάχα το ζαρωμένο, μουλιασμένο κέλυφος του. Δεν έμοιαζε δίκαιο να πεθαίνει κάποιος την άνοιξη, όταν όλη η υπόλοιπη φύση ξαναζωντάνευε. Αλλά ο Θεός
-Πόσο μικροί φαινόμαστε μπροστά στη μεγαλοσύνη του!
Ο Αβραάμ με στολή
οδηγού τρόλεϊ
1915

Ήταν έθιμο στα μέρη μας να τελούμε την κηδεία την επόμενη ακριβώς μέρα. Τύλιξαν τον νεκρό σε ένα λευκό σάβανο και τοποθέτησαν αναμμένα κεριά γύρω του. Οι πενθούντες τον έκλαψαν και προσευχήθηκαν και γονάτι σαν εμπρός του. Μετά, τον μετέφεραν μέχρι το νεκρό ταφείο στην άκρη του χωριού και τον έθαψαν. Αργότε ρα, θα έφτιαχναν και την ταφόπετρα που θα την έβαζα πάνω από τον τάφο. Η οικογένειά του έφτιαξε και τα παραδοσιακά κόλλυβα, σιτάρι, καρύδια και ζάχαρη, και τα έβαλε σε ένα μεγάλο δίσκο που το λέγαμε σίνι. Στη μέση του δίσκου βάζανε ένα μήλο ή ένα αχλάδι. Ίσως, το σιτάρι να συμβόλιζε τους κύκλους που κάνει η ζωή. Μετά την κηδεία, ο παπάς ευλόγησε τα κόλλυβα και τα μοίρασε. Όλοι οι παρευρισκόμενοι γύριζαν τις ποδιές τους ή άπλωναν τις χούφτες τους να πάρουν από λίγα.
Εκείνο το βράδυ, ολόκληρη η οικογένειά μου μαζεύτηκε στο τζάκι και μιλήσαμε για τον πνιγμένο. Ακόμα και ο θείος Κωνσταντίνος και η γυναίκα του και ο θείος ο Νικόλας με τη γυναίκα του ήταν εκεί.
«Υπάρχει κάποιο μέρος στον ουρανό όπου ζουν άνθρωποι», ξεκίνησε ο Παππούς. «Έχουν μάτια και πάνω από το κεφάλι τους και έτσι μπορούν και βλέπουν προς όλες τις κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Αν δώσεις το χέρι σου σε κάποιον από αυτούς, το χέρι σου θα κολλήσει με το δικό τους και δε θα μπορείς ποτέ να το πάρεις. Μια μέρα, ένας νεαρός άντρας προχωρούσε μέσα στο δάσος όταν του χίμηξε ένα αγρίμι που πετάχτηκε από ένα θάμνο. Ο άντρας φοβήθηκε και πισωπάτισε. Μετά, άρχισε να τρέχει. Το αγρίμι τον κυνήγησε και όλο και τον πλησίαζε. Στο τέλος, ο άντρας άρχισε να σκαρφαλώνει σε ένα δέντρο για να γλιτώσει από το αγρίμι. Αλλά το αγρίμι άρχισε και αυτό να ανεβαίνει το δέντρο.
-Βοήθησέ με, φώναξε ο άντρας, κοιτάζοντας προς τον ουρανό.
Και ξαφνικά, ένα χέρι εμφανίστηκε από τον ουρανό και ο άντρας πιάστηκε από αυτό. Το χέρι του κόλλησε στο άλλο που τον τράβηξε και τον έσωσε ακριβώς τη ατιγμή που το αγρίμι θα τον έκανε κομμάτια».
Λίγο καιρό μετά από αυτό, μια μέρα που ο Παππούς ήταν στο σιδεράδικο που είχε στην τουρκική πόλη, συνέβη κάτι αναπάντεχο. Οι στρατιώτες τότε συνέχιζαν να εμφανίζονται και να κυκλοφορούν στους δρόμους σε όλες τις πόλεις.
«Βαρίδημε! Βαρίδημε!» φώναξε μια γυναίκα έξω από το μαγαζί. «Βγες έξω να δεις τι γίνεται!»
Ο Παππούς βγήκε από το μαγαζί και πριν καλά καλά καταλάβει τι γινόταν οι στρατιώτες τον άρπαξαν και τον πήραν μαζί τους. Τα νέα της σύλληψής του έφτασαν στο χωριό μας. Ήταν σαν να έφυγε η γη κάτω από τα πόδια μας. Όλα τα μέρη που συνήθιζε να περπατάει, να κάθεται και να κοιμάται έμοιαζαν κενά χωρίς αυτόν. Κάθε μέρα, η Γιαγιά έβγαινε έξω και κοιτούσε πέρα στον ορίζοντα προς τον λόφο ελπίζοντας ότι θα έβλεπε τη γνώριμη μορφή του να πλησιάζει. Και κάθε βράδυ, ο ήλιος έδυε όπως ακριβώς είχε δύσει και το προηγούμενο βράδυ, χωρίς τον ήχο από το σουραύλι που ο Παππούς συνήθιζε να παίζει πλάι στη φωτιά.
Όταν πέρασε λίγος καιρός, η Γιαγιά κατέβασε όλα τα πολύτιμα λινά προικιά της και τα άπλωσε στο πάτωμα.
Μετά, φώναξε το καθένα από μας τα παιδιά να μας πάρει μέτρα.
«Τι κάνεις;» ρώτησε η Μητέρα τη Γιαγιά που είχε αρχίσει να κόβει τα καλά υφάσματα.
«Φτιάχνω ρούχα για τα παιδιά», απάντησε εκείνη. «Μα, αυτά είναι τα προικιά σου», σχολίασε η Μητέρα.
«Τι αξία έχουν τώρα πια;» είπε η Γιαγιά. «Όλα τελείωσαν τώρα. Καλύτερα να μας φανούν και λίγο χρήσιμα. Δεν υπάρχει λόγος για πολυτέλειες τώρα πια».


Thea Halo

Απόσπασμα απο το βιβλίο :"Ούτε το όνομα μου"