Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ / ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Δ, Ε ) ΙΔΙΩΜΑ ΣΑΝΤΑΣ

Δ

δατάχκουμαι = 1) δίνω οδηγίες 2) κάνω διαθήκη
δέβα(ή) = διάβαση, πέρασμα
δέβα = πήγαινε 
δεβάττοι = διαβάτες 
δέδ = μοιραίο 
δείσα = ομίχλη
δεισόκολε = που έχει τον κώλο του στην ομίχλη
 δελινάρι = φαΐ του δειλινού 
δερνοκοπάται ή δερνοκοπισκάται = δέρνεται, μαλλιοτραβιέται 
δέσσκεσαι = δένεσαι γιατί τρελάθηκες
διαβαίν πλάν = φεύγει γι' αλλού 
διαρμενεία = συμβουλή 
διάπλωμαν εγέντον = εξαντλήθηκε
 δίκλωπος = δόλιος 
διπλοκουράζνε = διπλοκουράζουν 
δόξα = φήμη, αξία
 δουκάλ = καπίστρι
 δουκαλεύνε = οδηγούν  τα ζώα με το καπίστρι 
δύχχερη = φούχτα με τα δυο 
δωδεκάρα = υπουργ. συμβούλιο
Δρόμος για την Σαντά

Ε

εβάρκιξεν = φώναξε δυνατά
 εβιτσίασεν = χτύπησε με βίτσα
 εβόρρα = ίσκιος
 εβουρουλεύτα = ερωτοκτυπήθηκα
 εγγαγγρώθεν = έγινε παράλυτος 
εγαζάνεψαν (τ) = κέρδισαν 
εγαντούρεψες (τ) = έπεισες 
εγαραλάϊξεν = φώναξε δυνατά
 έγγεψεν = ανάφερε 
εγέμ, εγέντζ, εγέμες = έγινα, έγινες, γίναμε 
εγιάντζεν = έκλινε, έγειρε 
εγκάλεσαν = κατάγγειλαν
έγκεν= έφερε 
εγλιάευεν= αργοπορούσε
εγλοίαξεν = γλίστρησε 
εγλοιαξία = μέρος ολισθηρό 
έγλυσεν = συνέτριψε
 εγλύσταν = βγήκαν οι κόκκοι
 εγνέφιξεν, εγνέφτσεν = ξύπνησε
 εγόνεψεν (τ) = έκατσε
 εγούευες (τ) = ήσουν φειδωλός
 εγουρνέθεν = ούρλιασε 
εγούρτεψεν = εξάρθρωσε 
εγράσταν = πάλιωσαν 
εγρίλεψεν = θέρισε, αποδεκάτισε
 εγροίξεν = κατάλαβε
 έγρυνεν = αγρίεψε 
εδέβεν = πέρασε 
εδέκαν κά = κατέβασαν 
εδελίασεν = μπέρδεψε 
εδέστεν και ’κ  εκραττεύτεν =δέθηκε και δεν κρατήθηκε
 εδιάρτσεν = μοίρασε 
εδιάσσκευεν = δίδασκε, κατηχούσε
 εδοκίασεν = τοποθέτησε δοκάρια
 έεις = έχεις
εζαϊφλάεψεν (τ) = έγινε ισχνός 
εζεγκοπάτεσεν = πάτησε στον αναβολέα της σέλας
 εζουκάτεψεν = θέλησε ν’ αντισταθεί
 εθαείς, εθαρείς = νομίζεις
 εθερέθεν = εξαγριώθηκε 
εΐδος = αιδοίο 
εκαλάτσσευαν = μιλούσαν 
εκαμάτιζεν = έβαλλε άλλους στη δουλειά του
 εκανέθεν = έφτασε 
εκαπίτσευεν = άλεθε παίρνοντας τα αλεστικά 
εκαράκωσεν = κλείδωσε με μάνδαλο
 εκαραμούτωσε = σκυθρώπιασε 
εκαρδοκόπεν = τρόμαξε πολύ 
εκειαπάν καικά = εκεί πάνω 
ε κιτι = ε καημένα
εκόλτσαν = ονόμασαν 
εκούζνεν = φώναζε 
εκουμουλιάουσαν = μαζεύονταν
 εκούρτεσεν = κατάπιε 
εκούφαναν = έγιναν βαθουλά
 εκρεμίουτον = έπεφτε 
εκρέμψεν = έριξε 
έλα = ερχομός 
ελάγκεψεν = πήδησε 
ελάϊσεν = κούνησε 
ελαΐστεν = κουνήθηκε 
έλαμνεν= όργωνε
 ελατάρτσεν = κουνήθηκε
 ελείβωσεν  = συννέφιασε 
ελετσσέγουμ (τ) = θα πεθάνω 
ελιγατούρεψεν = έστειλε με τη σύσταση να βιαστούν
 ελιγώθεν = λιποθύμησε
 έλλαζαν = έκαναν  αλλαγή 
ελτσσή (τ) = μέτρο
 έμ = και
Αγία Κυριακή Ισχανάντων

εμάντζεν =έκαψε και το μαύρισε
εμαρτακίασαν = τοποθέτησαν (μαρτάκια = φιντάνια )
εμέντζεν = ειδοποίησε
 εμέτσεν = μέθυσε 
εμιζιαβιρλιάεψεν (τ) = διέβαλε 
έμνεν = φιλοξενήθηκε 
έμνοστοι = εύχομαι να  είναι νόστιμο
εμποδέα = άκρη φορέματος γυναικών
εμουρδούλιζεν = έβγαζε φωνές 
εμπαίντζ = μπαίνεις
 έμπρια 'σ καικά = μπροστά σου 
εμπροζώσσκεται = βάζει πάνω της κάτι
εμπροϊστός = προεστός
 ενέας= αγαθά 
ενέγκασεν = κούρασε 
ενεπάαν = αναπαύθηκαν 
ενεσακίεν = τίναξε το φορτίο για  κάθεται στην πλάτη 
ενέσκαφτεν = βλαστημούσε τους πεθαμένους
ενέσπαλλεν = ξέχασε 
ενιάεις = λιπαίνεις
 ένοικα = κατοικία
ενούτζεν  επενούντζεν = σκέφθηκε πολύ
εντιδόνεσεν = αντήχησε 
εντούκεν = χτυπούσε
 εντώκες = κτύπησε 
εξέγκεν = έβγαλεν 
έξξιαν= έχυσαν 
εξεκαμπανίσταμε= απομακρυνθήκαμε τόσο ώστε να μη ακούμε καμπάνα
 έξεν= άκουσε 
εξιπνόϊσεν = πέθανε 
εξουκλούχ (τ) = έλλειψη 
εξύαν = χώθηκαν, όρμησαν 
εξεπλαμπανίγαμε = απομακρυνθήκαμε   πολύ 
επαίρνεν κά = υποχωρούσε 
επακλαεύτεν =έφυγε, πέθανε 
επαλαγώησεν = επισκεύασε, 2) τακτοποίησε
 επαρείδα = δεν είδα καλά 
επατούρευεν (τ) = βούλιαζε 
επάχνιξεν = άρχισε να φυτρώνει
 επεβρώτσεν = λέρωσε με περιττώματα
επεγανεύκουτον = έβρισκε της αρεσκείας του
επεζτούρεψε με = μ' εκαμε να βαρεθώ
έπ - εϊ (τ) = αρκετά 
επεκαικά = από κει
 επεκεί = κατόπι 
επεκειαπέσ = από κει μέσα 
επεκούμψεν = ακούμπησε 
επεκρέθαν = κρύωσαν, έχασαν διάθεση
επελίθωσεν = έγινε πέτρα επέμνα = έμεινα
επεξέγκεν = ανταπέδωσε, ξόφλησε 
επέρπαξεν = έπιασε ξαφνικά 
επέρπαξαν = διέκοψαν με άσχημο τρόπο
επεπίρνιξεν = σηκώθηκε πολύ πρωί 
επέρνιξεν = πέρασε το ποτάμι
 επεστέγασεν = ξεσκέπασε 
επεφόβσεν = έχασε το φόβο
 επέφυεν = ξέφυγε 
επεχωρίεν = χώρισε 
επιδέβεν = 1)παράτησε, 2) πέρασε το ύψωμα, τη στροφή
 επλούτωνε = απλωνόταν
 εποίνεν = έκανε 
Άγιος Χριστόφορος - Πιστοφάντων
επουγαλεύκουσαν (τ) = βαρέθηκαν
 επουσσμάνεψα (τ) = μετάνοιωσα 
επουσστίρτσαν = ψιθύρισαν
 εποταμίεν = παρασύρθηκε από το ποτάμι 
εράευεν (τ) = ζητούσε 
ερδουβάντζεν = έβγαλε το βούτυρο από το ανθόγαλα
 έρθεν κι επέμνεν = τα χρειάστηκε 
έρκιαντιαν (τ) = νωρίς 
ερούξεν = έπεσε έρουξαν  έξ = βγήκαν έξω, βγήκαν τρέχοντας 
έρται = έρχεται 
έρχαλ (τ) = ίσως 
εσαβούσσεψαν = παραμέρισαν
εσάεψεν (τ) = υπολόγισε, λογάριασε

εσάρεψεν (τ) = έφραξε, 2) κύκλωσε 
εσαριλάευεν (τ) = κιτρίνιζε 
εσέβαν = μπήκαν 
εσεβταλανεύτεν (τ) = ερωτεύθηκε
 εσέγκεν = έβαλε 
εσέρευαν = μάζευαν 
εσιζιλεύτεν = γλίστρησε 
εσίνεψεν = έπεσε αθόρυβα 
εσκάλωσεν = σκάλωσε κάπου 
εσκουτούλτσεν = μοσχομύρισε 
έσκωσαν ποδάρ = επιτάχυναν το  βήμα
εσολτόκοβεν = έκοβε σε λωρίδες 20 πόντους 
εσουμαρλάεψεν = παράγγειλε 
έσπρυναν = έγιναν άσπρα 
εσσιά (τ) = περιουσία 
εσσιασσίρεψεν (τ) = τάχασε 
εσσιάφλιζεν = άφριζε, σαλιάριζε
 εσσιασσχαλάεψεν = τάχασε 
εσσινεύταν = φαγώθηκαν οι ανωμαλίες της μυλόπετρας
 εσσιόπον (τ) = ταίρι 
εσσ - κιογουλτιάν (τ) μέ όλη την καρδιά 
εσσκίουτον = ράγισε 
εσσκυλογέρασα = γέρασα
 εσσοχοχοχό = προτρεπτικό να προχωρήσουν 
εστερίεσεν = σταμάτησε 
εστρέφτεν = συγκατετέθη 
εσυνεσέβεν = του μπήκε
 έσυρεν = επέσυρεν, υπόφερε πολύ
 εταγιανεύτεν (τ) =  έκατσε (;)
 εταγιάνεψεν (τ) = βάσταξε 
εταγουτεύτεν (τ) = σκορπίσθηκε 
εταγούτεψαν = σκόρπισαν
 ετάβιζαν = μάλλωναν
εταίρος = σύντροφος, φίλος
 ετάραξεν = ανακάτωσε
 ετέρεσεν = ανέθρεψε 
ετέρνεν = περιποιόταν 
ετιαβγαλάευαν (τ) = κατέφευγαν στο δικαστήριο
 ετιασσεύτεν = τρύπησε 
ετίζεψεν = έβαλε στη σειρά
 ετοπλάεψαν (τ) = μάζεψαν 
ετοπλαεύταν (τ) = μαζεύτηκαν 
ετσακοποδίαν = έσπασαν τα πόδια
 ετσαντζάρεψεν = σκαρφάλωσε
 ετσαραμπούλιζεν = έλαμπε
 ετσαρκέλιζεν = βοτάνιζε 
ετσίλτεψεν = κατούρησε
 ετσουνάξαν = έβγαλαν σπίθες
 ετσουρμούγκλιζεν = έκλαιγε δυνατά 
ετσουρώθεν = έκλεισαν
 ετσούρωσεν  άτο = δεν έβγαλε μιλιά
ετσσιάϊζεν = φώναζε δυνατά
 ετσσιάλεψεν = δεν τον έδωσε σημασία,αδιαφόρησε
 ετσσιάμπλιζεν = τσίμπλιαζε ,ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα
 ετσσιάντζαν = σκόρπισαν 
ετσσιάτεψαν (τ)= συνάντησαν
 έτσσιουξαν = λυπήθηκαν 
ετσσίτιζεν = κοίταζε από τις χαραμάδες
εύκαιρος = άδειος, χωρίς φορτίο, ο ελαφρύς και στο μυαλό
ευτάγνε = έκανε
ευτάει = κάνει
εφάζνεν = τάιζε
εφκιάρ (τ) = πάθος
εφκιαρόπον = μικρό πάθος
εφόσσιξεν = έβαλε βαθιά,έθαψε
εφουρκίοταν = πνιγόταν 

εφουσκαλιδίασεν = έφερε φούσκες 
έφραζα = εφάρμοσα 
εφτουλάξαν = έσκασαν 
εφτύρκουσαν = τρόμαζαν κι έφευγαν
εφτουλίγαν= ξέσχιζαν τα ρούχα τους. 
εφώτιζεν = βάπτιζε 
εχαϊκούρευεν = αλάλαζε 
εχαντιλιάγαν = θάμπωσαν
 εχείμαζεν = διαχείμαζε
Άγιος Κωνσταντίνος- Ζουρνατσάντων
εχχεμένος = ευκατάστατος
 εχχέρεψεν = χήρευσε 
εχπαράεν = τρόμαξε 
έχπασαν = ξερίζωσαν, απέσπασαν
 εχπάσκουσαν = ξεκινούσαν 
εχπάστεν = ξεκίνησε 
εχτάρεψαν = σκάλισαν 
εχτέθεν = απέκτησε, έπαθε 
εχώρτσαν = διάλεξαν 
έψψεν= άναψε 
έψψεν απάν = επέμενε


(τ) λέξη τουρκική