Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ / ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Β,Γ) ΙΔΙΩΜΑ ΣΑΝΤΑΣ

 Β

βάϊναση = θόρυβος με κλάματα 
βακούφ (τ) κτήμα ναού, μονής, τζαμιού ή συναγωγής 
βαλής (τ) =γεν. διοικητής 
βάλλω κά = θάφω 
βαρέα = 1) πολύ, 2) συχνά 
βαριάμ (τ) = φυματίωση 
βαριαμλής (τ)= φυματικός
 βάρκιγμαν = κραυγή 
βασιλοσκάμν = πρωτεύουσα 
βαρκίζ = φωνάζει δυνατά 
βαρυκανόνα = μέγας κανών
 βερβερίζω = τρομάζω
βεσικά (τ) = χαρτί απαλλαγής από τη στράτευση 
βεσιαϊάτ = διαθήκη
 βίος = ζώα
βιτσοκοπά = χτυπά με βίτσα 
βοτάν = φάρμακο 
βουκεντρέα = χτύπημα με βουκέντρι
βουκόλ = βοσκού 
βούρα = φούχτα 
βουριάστ = πάρε με τις φούχτες
 βραχχιάλ = βραχιόλι
 βραχχιόνα = βραχίονας 
βρούχνα = μούχλα 
βρουχνιασμένον = μουχλιασμένο 
βυζορώι = ρωγοβύζι
Παρχάρια στη Σαντά

Γ

γαβαλί = φλογέρας 
γαβουρμά = κρέας τσιγαρισμένο με λίπος
γαγγρούται = γίνεται παράλυτος
 γαΐπ (τ) = άφαντος 
γαϊτιάν (τ) καϊτάνι, παρυφή 
γαλαφόρα = όμορφη σαν το μελισσοφάγο
γαλαπαλούχ (τ) = βάρος περιττό 
γαλενόν = ήσυχο
 γαλιάμια (τ) κόκαλα των άκρων 
γαλόψωμον = ψωμί με βούτυρο 
γαμψψίν (τ) = μάστιγα 
 γαντουρεύω (τ) = πείθω 
γαρά (τ) = ξηρά 
γαράχουλαχ (τ) = μεγάλο γυριστό μαχαίρι 
γαρή (τ) = γυναίκα 
γαρήδες = γυναίκες 
γαρίπην (τ) = ξένο 
γαρίπκα = όπως ο ξένος
γαρίπκον = έρημο 
γαρίψ (τ) = ξένος, έρημος
 γαρκόν = ταύρος 
γαρσσί (τ) = αντίκρυ 
γαρσσιλαμάδας = απαντήσεις στα δίστιχα άλλου
 γάρταλος = γύπας 
γατ (τ) = πλήρης, τέλειος 
γατιρττζήδες (τ) = αγωγιάτες 
γερά = πληγή
γερανόφορος = με ρούχα γαλάζια 
γεργάνια (τ) =παπλώματα
 γερίτσος = γεροντάκος 
γιαβάντζ (τ) = λιγόμυαλος
 γιάβριμ ή γιαβρόπο μ (τ) = μικρό μου
γιαγμαλαεύνε (τ) = λεηλατούν 
γιαγούζ (τ) = με μαύρο χρώμα 
γιαζϊν (τ) — κάμπος 
γιαϊλίμ (τ) = βοσκότοπος 
γιάλ = για έλα 
γιαλός = παραλία 
γιάμ (τ) = μήπως 
γιαμιαττσσιά = ανίατη πληγή 
γιάν (τ) = πλάι, πλαινό 
γιαπία (τ) = κτίρια
 γιάρ (τ) = αγαπητό πρόσωπο 
γιαραεύ (τ) = χρησιμεύει 
γιαρτίμ (τ) = βοήθεια 
γιασίρ (τ) = σκλάβος 
γιαχάδες = γιακάδες 
γιλτουρούμ (τ) = κεραυνός 
γιόκ (τ) = όχι 
γιολτζήδες (τ) = διαβάτες 
γιόξα (τ) = ή, είτε 
γιοσμάδες (τ) νέοι με ίσιο ανάστημα και κομψά ντυμένοι
 γιοσμαλούχ (τ) = κομψότητα 
γλυκοκαλάτσσευτος = γλυκομίλητος
γλύσκουν = συνθλίβονται 
γολάϊα (τ) = εύκολα 
γομάρ(τ) = φορτίο 
γονάχ= μέγαρο  
γονικά= πατρικά 
γονουσευτά = ενώ μιλούσαν σιγά
 γορόσσ = το εκατοστό της τουρκικής λίρας
γλυπισμέντσαν = γδαρμένη 
γορουχτζζής (τ) =δασοφύλακας
 γούδουλα = χωρίς κορυφή 
γουΐα (τ) = 1) λάκκοι, 2) πηγάδια 
γούλα = λαιμός
γουλάβ = το τελευταίο μαλακό ακόνημα
 γουλέας = λαίμαργος
 γουντάχ =σπαρμανωμένο βρέφος 
γουρεύνε (τ) =στήνουν 
γουρζούλ = της πανούκλας 
γουρζουλάς = προσωποποίηση των επιδημιών χολέρας 
γουρνίν =τόπος συγκέντρωσης νερού για τα ζώα ως επί το πλείστον 
γουρπάντζ (τ)= θυσία για σένα 
γουρταρεύκεται (τ)= γλιτώνει 
γουρταρέψτεν = γλιτώστε 
γουρταρομονή = γλιτωμός
γρά-γρά = θόρυβος 
γρα- γρού (τ) = οχλοβοή 
γραιΐτζα = γριούλα 
γριζομάκελλον = αξίνα, κασμάς
 γριλεύω (τ) = αποδεκατίζω 
γριντζίλια = ούλα 
γυρευός = ζητιάνος 
γωνέα = αγκωνάρι


(τ) λέξη τουρκική