Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ / ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Β,Γ) ΙΔΙΩΜΑ ΣΑΝΤΑΣ

 Β

βάϊναση = θόρυβος με κλάματα 
βακούφ (τ) κτήμα ναού, μονής, τζαμιού ή συναγωγής 
βαλής (τ) =γεν. διοικητής 
βάλλω κά = θάφω 
βαρέα = 1) πολύ, 2) συχνά 
βαριάμ (τ) = φυματίωση 
βαριαμλής (τ)= φυματικός
 βάρκιγμαν = κραυγή 
βασιλοσκάμν = πρωτεύουσα 
βαρκίζ = φωνάζει δυνατά 
βαρυκανόνα = μέγας κανών
 βερβερίζω = τρομάζω
βεσικά (τ) = χαρτί απαλλαγής από τη στράτευση 
βεσιαϊάτ = διαθήκη
 βίος = ζώα
βιτσοκοπά = χτυπά με βίτσα 
βοτάν = φάρμακο 
βουκεντρέα = χτύπημα με βουκέντρι
βουκόλ = βοσκού 
βούρα = φούχτα 
βουριάστ = πάρε με τις φούχτες
 βραχχιάλ = βραχιόλι
 βραχχιόνα = βραχίονας 
βρούχνα = μούχλα 
βρουχνιασμένον = μουχλιασμένο 
βυζορώι = ρωγοβύζι
Παρχάρια στη Σαντά

Γ

γαβαλί = φλογέρας 
γαβουρμά = κρέας τσιγαρισμένο με λίπος
γαγγρούται = γίνεται παράλυτος
 γαΐπ (τ) = άφαντος 
γαϊτιάν (τ) καϊτάνι, παρυφή 
γαλαφόρα = όμορφη σαν το μελισσοφάγο
γαλαπαλούχ (τ) = βάρος περιττό 
γαλενόν = ήσυχο
 γαλιάμια (τ) κόκαλα των άκρων 
γαλόψωμον = ψωμί με βούτυρο 
γαμψψίν (τ) = μάστιγα 
 γαντουρεύω (τ) = πείθω 
γαρά (τ) = ξηρά 
γαράχουλαχ (τ) = μεγάλο γυριστό μαχαίρι 
γαρή (τ) = γυναίκα 
γαρήδες = γυναίκες 
γαρίπην (τ) = ξένο 
γαρίπκα = όπως ο ξένος
γαρίπκον = έρημο 
γαρίψ (τ) = ξένος, έρημος
 γαρκόν = ταύρος 
γαρσσί (τ) = αντίκρυ 
γαρσσιλαμάδας = απαντήσεις στα δίστιχα άλλου
 γάρταλος = γύπας 
γατ (τ) = πλήρης, τέλειος 
γατιρττζήδες (τ) = αγωγιάτες 
γερά = πληγή
γερανόφορος = με ρούχα γαλάζια 
γεργάνια (τ) =παπλώματα
 γερίτσος = γεροντάκος 
γιαβάντζ (τ) = λιγόμυαλος
 γιάβριμ ή γιαβρόπο μ (τ) = μικρό μου
γιαγμαλαεύνε (τ) = λεηλατούν 
γιαγούζ (τ) = με μαύρο χρώμα 
γιαζϊν (τ) — κάμπος 
γιαϊλίμ (τ) = βοσκότοπος 
γιάλ = για έλα 
γιαλός = παραλία 
γιάμ (τ) = μήπως 
γιαμιαττσσιά = ανίατη πληγή 
γιάν (τ) = πλάι, πλαινό 
γιαπία (τ) = κτίρια
 γιάρ (τ) = αγαπητό πρόσωπο 
γιαραεύ (τ) = χρησιμεύει 
γιαρτίμ (τ) = βοήθεια 
γιασίρ (τ) = σκλάβος 
γιαχάδες = γιακάδες 
γιλτουρούμ (τ) = κεραυνός 
γιόκ (τ) = όχι 
γιολτζήδες (τ) = διαβάτες 
γιόξα (τ) = ή, είτε 
γιοσμάδες (τ) νέοι με ίσιο ανάστημα και κομψά ντυμένοι
 γιοσμαλούχ (τ) = κομψότητα 
γλυκοκαλάτσσευτος = γλυκομίλητος
γλύσκουν = συνθλίβονται 
γολάϊα (τ) = εύκολα 
γομάρ(τ) = φορτίο 
γονάχ= μέγαρο  
γονικά= πατρικά 
γονουσευτά = ενώ μιλούσαν σιγά
 γορόσσ = το εκατοστό της τουρκικής λίρας
γλυπισμέντσαν = γδαρμένη 
γορουχτζζής (τ) =δασοφύλακας
 γούδουλα = χωρίς κορυφή 
γουΐα (τ) = 1) λάκκοι, 2) πηγάδια 
γούλα = λαιμός
γουλάβ = το τελευταίο μαλακό ακόνημα
 γουλέας = λαίμαργος
 γουντάχ =σπαρμανωμένο βρέφος 
γουρεύνε (τ) =στήνουν 
γουρζούλ = της πανούκλας 
γουρζουλάς = προσωποποίηση των επιδημιών χολέρας 
γουρνίν =τόπος συγκέντρωσης νερού για τα ζώα ως επί το πλείστον 
γουρπάντζ (τ)= θυσία για σένα 
γουρταρεύκεται (τ)= γλιτώνει 
γουρταρέψτεν = γλιτώστε 
γουρταρομονή = γλιτωμός
γρά-γρά = θόρυβος 
γρα- γρού (τ) = οχλοβοή 
γραιΐτζα = γριούλα 
γριζομάκελλον = αξίνα, κασμάς
 γριλεύω (τ) = αποδεκατίζω 
γριντζίλια = ούλα 
γυρευός = ζητιάνος 
γωνέα = αγκωνάρι


(τ) λέξη τουρκική