Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ / ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Α) ΙΔΙΩΜΑ ΣΑΝΤΑΣ

(τ) λέξη τουρκική, (περσ.) περσική (αρμεν.) αρμενική (ρωσ.) ρωσική.

αβαράς (τ) = άεργος 
αβλούκια = ξυνολάπαθα
αβουτείν = αυτοί
αβραχχιόνα = βραχίονας 
αβατζζής (τ) = κυνηγός 
αβούτος - ε - ο = αυτός - ή -ό 
αβτζζιλούχ (τ) = κυνήγι
αγάπς = της αγάπης
 αγιαράευτον = άχρηστο
 αγιάτ = χαγιάτι
αγκάλ = να καταγγείλεις 
αγλιαεύ (τ) = αργοπορεί 
αγνά = παράξενα
αγνόν = παράξενο
 αγούρ = άνδρες 
άγουρος = άνδρας
αγράρθωπος = άγριος άνθρωπος
αγράσσκεμος = πολύ άσχημος
αδά = εδώ
αδακά = εδώ κοντά
αδαπέσ =  εδώ μέσα
αέρακας = γεράκι
αέτς = έτσι
αητέντζ  = αετός
αθέρα = δύναμη, φόρα
άθια = άνθη
αιίδ = κατσίκι
αΐκος , αΐξα, αΐκον = τέτοιος-α-ον
αΐθια = παρ’ ολίγο
αϊνάδας = καθρέπτες
αϊν οϊν = τυχαίο, μικρής  αξίας
ακαμάτιν = ακατέργαστο
ακεί = εκεί
ακλείδια = χωρίς κλειδιά 
άκλερος = άμοιρος 
αλάϊ (τ) = τάγμα 
αλάϊ μαλάϊ = και  όλο 
Ισχανάντων-Πινατιάντων-Τερζάντων
 αλαττσσιαλία (τ) = παρδαλά 
αλεπός = 1) αλεπού, 2) το μέρος της φτερωτής
 αλήγορα = γρήγορα 
αληνά = αληθινά 
αλιαπία (τ) = πήχεις 
αλισσβερίσσι (τ) = δοσοληψία 
αλισσβεριτζζής (τ) = έμπορος 
άλλο μίαν = υστέρα από λίγο 
αλογάντ = αγωγιάτες μέ άλογα 
άμα (τ) αλλά
αμάν (τ) = προσοχή, 2) στη στιγμή
άμε = πήγαινε
αμιάκια (τ) = κόποι
άμον = δπως, σαν
αμοντό = ευθύς ως
αμουρατσούζκον = άμοιρο
αμπάρ (τ) =αποθήκη γεννημάτων
άν (ο Τούρκον) = επέμεινε
άναβα = εξόν, εκτός
αναβάρα = εφιάλτης
αναλλαγάδια = ρούχα γιορτινά
αναλλάζω = φορώ γιορτινά
άναλος = ανάλατος
ανάμνον = περίμενε
αναπλυσία = έλλειψη καθαριότητας
ανασπάλτς = ξεχνάς
αναφαΐα = έλλειψη τροφής
αναχάπαρα = ξαφνικά
ανέννοια = δίχως έγνοια
ανεχχετία = ανέχεια, φτώχεια 
ανοιχτής = μάγος 
αντάρα = θύελλα 
άντζζακ (τ) = μόλις 
αντζόπον = κνήμη, πόδι 
αντραέφσα = κουνιάδα 
αξξτιαμτάν κελετσσέγουμ (τ) = το βράδυ θα έρθω 
άξον = άκουσε 
αοΐκος βλ. αΐκος = τέτοιος
 Απα = άγνωστης σημασίας 
απαγκέσ = πάνω, επιφανειακά 
απαγκαικά = 1) κάτω 2) επιπλέον
 απαδά = από δω 
απαδαμέρ = μεθεπόμενη 
απάν άτς = επιφάνεια σώματος
 απάν καικά = προς τα κάτω 
απάν αφκά = πάνω κάτω 
απατζζήν (τ) ράφτην 
απέ = από
 απέσ = μέσα
απεγάνευτος = ακατάδεκτος 
απελογέθεν = αποκρίθηκε 
απέσ άθ = μέσα του
 απιδέβα με = παράτα με
 απιδιαβαίνω = παραιτώ 
απισσκέσ = αναμεταξύ 
αποβρωτίζ = λερώνει 
αποθεδέν = από πουθενά 
αποκάμ = δαυλός 
αποκατάν = προς τα πάνω 
από κοντά σ = αφ’ εαυτού σου 
αποκουμπιάγ = ξεκουμπώσου 
αποκουντά = σπρώχνει από εκεί
απαλάμια = παλάμη 
αποκρούται = κρυώνει 

αποξαμούνταν = απλώνουν τα χέρια για να χτυπήσουν 
αποξάφτς = σου περνά ο οργασμός
αποξύσμ = το τελευταίο παιδί
 απουράταν  ασσιαγά (τ) απο δώ προς τα κάτω 
αποχιονώνε = ξεχιονίζουν
 απραεμένος = άρρωστος, δυστυχής
 απράνας = πριν από λίγο 
αρ = λοιπόν 
αρ (τ) = φιλότιμο 
αραεύω (τ)=  ζητώ
 αραευτής = εκείνος που γυρεύει 
αραπάδας (τ) = κάρα
 αραπατζζήν = καροτσιέρη
 αργαστέρ = μαγαζί 
αργαστεράς = καταστηματάρχης 
άργυρα = ευτυχισμένα 
αρσσίνν = μέτρο ίσο με 68 πόντους
 αρτούκ(τ) = λοιπόν, έτσι 
αρτούτσσ (τ) = κέδρος 
αροθυμία = πόθος επιστροφής 

ας= από 
άς = άφησε 
ας σου = αφού 
ασσαευτοσύνια = απροσεξία, αδιαφορία
ασαιαγά (τ) = προς τα κάτω
 ασλάεμαν (τ) = εμβολιασμός 
ασσιούχς (τ) = λαϊκός ποιητής 
ασπαλείς = κλείνεις 
άσπλαχνα = αλύπητα 
Άσπρη θάλασσα = Αιγαίο 
αστάρ (τ) = φόδρα 2) τό πρώτο στοκάρισμα ή βάψιμο
 ασχώρετος = ασυγχώρητος 
ατείν = αυτοί 
ατεινέτερον = αυτών 
άτεχνος = χωρίς τέχνη 
ατματσσιάς = γεράκι 
ατουκά = 1) αυτού κοντά, 2) στην υπόθεση αυτή 
ατου πάν = αυτού πάνω
άτρες = διεύθυνση 
ατσσιαΐπκον (τ) = παράξενο 
ατσσιαλιά (τ) = βιαστικό
 ατσσιάπαν (τ) = άραγε 
αφεντοπαίδ = αρχοντόπουλο 
άφιαρουμ (τ)= εύγε 
αφκά = κάτω 
αφκάτισ = αποκάτω σου
 αφουκάτος = δικηγόρος 
αφουκρεθέτε = ακούστε 
άφσι = άφησε 
άφτς = ανάβεις 
αχά = να, ιδού 
αχάνω = ανοίγω το στόμα 
αχαστοί = με ανοικτό στόμα 
αχάξαν = νάτο πάλι 
αχμάχ (τ) = ανόητος 
αχούλ (τ) νους 
αχουλία = γνωστικά 
αχπαράζ = ξαφνιάζει, τρομάζει 
αχπάσσκεται = ξεκινά 
άχτ (τ) =πόθος που δύσκολα εκπληρούται 
άψιμον = φωτιά