Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Ιατρική ζώων στη Σαντά

Όπως για τους ανθρώπους τα φάρμακα ήσαν μερικά απλά βότανα ή πράγματα, το ίδιο και για τα ζώα το παντζεΐρ (πανάκεια) ήταν το πρώτο φάρμακο· έπειτα διάφορα πράγματα χαψοζώμ, αυγά, μπαρούτι· ευχές του παπά  και γήτεμαν.
Σαντά

Αποσκούλιγμαν: (εξάρθρωση του μηρού) αθεράπευτη στα χρόνια εκείνα.

Δηλητηρίαση: Φαρμάκωμα από την αζαλέα την ποντική (τσιφινίαγμαν) ή από άλλα χόρτα (γαλαχτίτα κ.λ.π.). Το ζώο πάθαινε σκοτοδίνη και σπασμούς, έπεφτε και λάκτιζε. Ανακάτευαν αυγά, μπαρούτι και χαψοζώμ και το πότιζαν. Έριχναν κρύο νερό στην πλάτη του και έτριβαν το σώμα του. Όταν δηλητηριαζόταν η κότα από ποντικοφάρμακο, έσχιζαν τον πρόλοβο της (χουρτούδα), τον καθάριζαν, τον γέμιζαν με τσουμούρ (ψωμί βρασμένο με νερό και βούτυρο) και τον έραβαν. Σχεδόν πάντοτε είχε επιτυχία.

Μαντάρια: Όγκοι εξωτερικοί διάφοροι μεγεθών που παρουσιάζονταν  σε διάφορα μέρη του σώματος και προπάντων στην κοιλιά, τα έδεναν σφιχτά με μετάξινη κλωστή κάτω  στη βάση τους, ατροφούσαν κι έπεφταν.

Ομματίαγμαν: (βασκανία). Συμπτώματα και θεραπεία όπως στους ανθρώπους .
Εγκεν σ' ομμάτια ή έγκεν σόν πρόσωπον. Στο εσωτερικό μέρος των βλεφάρων παρουσιαζόταν μια υπόλευκη ξυλώδης ουσία, το ζώο δεν έτρωγε. Αντέστρεφαν τα βλέφαρα, με τη βελόνα περνούσαν κλωστή στην ξυλώδη ουσία, τραβούσαν προς τα έξω και την έκοβαν με το ξυράφι, και έβαζαν ψιλό αλάτι στην πληγή. Χάραζαν και τ’ αφτιά για να τρέχει αίμα.

 Οξέας: Στις εσωτερικές πλευρές των σιαγόνων παρουσιάζονταν πολλά μικρά σκληρά σαρκώματα, όμοια με τον καρπό της οξιάς. Το ζώο δυσκολευόταν να φάει, να μασά και να καταπίνει. Τις έκαιγαν με κόκκινο από φωτιά τσιμπίδι και έβαζαν στις πληγές αλάτι.

Πεντικοφολιδίαγμαν: Πρηζόταν όλο το σώμα του ζώου. Έτριβαν τα τσάφια (ξερά δάχτυλα) του τυφλοπόντικα στην κοιλιά και στην πλάτη του

Σαμάνιγμαν: Μετά τον τοκετό πρήζονταν τα μαστάρια και τ’ ιθάκ. Έπαιρναν ένα κόκαλο από την επιφάνεια της γης, έτριβαν με αυτό τα μαστάρια και πάλι το τοποθετούσαν στη γη, αυτό επαναλαμβανόταν τρεις φορές.

Σαντζζή: Κοιλόπονος από κρύωμα. Το ζώο συμμαζευόταν πλάγιαζε, σηκωνόταν. Έβαζαν στις πλάτες του ζεστό φτυάρι ή μια πλάκα γης μαζί με τα χόρτα για να συγκρατούν το χώμα, την οποία ζέσταιναν στη φωτιά. Κάποτε έκαναν και τ’ αντίθετο: έριχναν στην πλάτη του κρύο ή πλάκες κρύες.

Σπλενίαγμαν: Γινόταν από δυνατό κτύπημα στη σπλήνα. Το ζώο  αισθανόταν σκοτοδίνη κι' έπεφτε. Ένας κρατούσε ανοιχτά τα σαγόνια του ζώου κι άλλος τραβούσε τη γλώσσα του.

Στειρότητα: Όταν καμιά δαμάλα έμενε στείρα (κι εκράτνεν), την έφερναν σ' ένα σταροδρόμ, έδεναν τα πόδια της με σχοινί, περνούσαν ένα μακρύ ξύλο, την σήκωναν και την τριγύριζαν (εζυγουρίαζαν) έτσι ώστε η πλάτη της να αγγίζει το χώμα.
Σην Σαντά: Ακόμαν αέτς κουβαλούν τα χορτάρα!!

Στραγκάλωμαν: Το ζώο πάθαινε σπασμούς λάκτιζε, έπεφτε. Όποιος το έβλεπε πρώτος, έβγαζε το βρακί του και το περιέφερε τρεις φορές γύρω από το κεφάλι του ζώου ή την πλάτη και την κοιλιά ή το σταύρωνε τρεις φορές. Τελευταία το σταύρωναν με το τσίτι τους.

Ταούκ- καρασί: Όταν ο άνθρωπος ή το ζώο από ατροφία εξ αιτίας αρρώστιας αδυνάτιζε και δεν έβλεπε παρά μόνο στο δυνατό φως, όπως οι κότες , το τάιζαν καλά.

Ταπάχ: (αφθώδης πυρετός). Ανάμεσα στα νύχια παρουσιάζονταν  πληγές και το ζώο κούτσαινε, το ίδιο κάποτε και στο στόμα, το ζώο αδυνάτιζε και έχανε ή  λιγόστευε το γάλα του. Έπλυναν τα πόδια  του και τα χείλη με γαλαζόπετρα.

Τομούζ-πασση:  Πρήξιμο του λαιμού αποκάτω. Το ζώο ούτε έτρωγε, ούτε μηρυκαζόταν. Το άνοιγαν με ξυράφι και το άλειφαν με αλάτι.

Τσακοποδίαγμαν: (κάταγμα ποδιού). Συναρμολογούσαν τα σπασμένα κόκαλα, τα τύλιγαν με ζυμάρι από σιταρένιο αλεύρι και αυγά. Έδεναν από πάνω μερικά χαρτώματα για να μη λυγίσει το πόδι.

Φτειρίαγμαν: (Ψείριασμα). Άλειφαν το ζώο με υδράργυρο λέγοντας:
 Ας σην ψψή 'σ κι ανώτερον άλλο ψψή να μη απομέν απάν 'ισ.

Στάθης Αθανασιάδης
 (Γεροστάθης)