Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Ημερολόγιο της Δράσης των Ελλήνων Ανταρτών της Σαντάς. Γενάρης 1924

5. Προς το βράδυ ήρθε στρατός κάτωθεν του χωρίου Παρτίν, διά να πηγαίνη εις Ιμέραν. Ένας αξιωματικός με μερικούς στρατιώτας εχώρισε διά τον δρόμον του Λυκάστ’, αλλά λίγο άνωθεν της γεφύρας, όπου το μέρος ήτο απότομον και κρημνώδες και είχε νερά παγωμένα στον δρόμον, δεν μπόρεσε να περάση με το άλογό του και γύρισε και έφυγε και αυτός προς την Ιμέραν. Ειδοποιήθημεν αμέσως.


6. Μανθάνομεν ότι έκαναν έρευναν εις διάφορα σπίτια και άρπαξαν ό,τι καλά και τιμαλφή είχαν. Δεν μπορούσαμε πια να μείνωμε μέσα στο χωριό, ενώ έξω είχε χιόνι πολύ, και κατ’ ανάγκην ανέβημεν προς το βουνό, όπου είχε ένα παρχάρι και είχε μίαν καλύβην εκεί στεγασμένην, η οποία απείχε του χωριού μίαν ώραν.
 Φορτωθέντες, μαζί μας και οι γυναίκες και τα παιδιά ξύλα, κάρβουνα και στρώματα, εφθάσαμε εκεί, αλλά η καλύβη ήτο γεμάτη από χιόνι, διότι δεν είχε πόρταν. Και με τα χέρια και με ξύλα αδειάσαμε κάμποσο το χιόνι και εμείναμε εκεί, αι δε γυναίκες εγύρισαν προς το χωριό.

7 . Νύκτα ήλθαν πάλιν αι γυναίκες φέρνοντας φαγί ζεστόν και κάρβουνα και μας είπαν ότι οι Ιμερίται ειδοποίησαν να φύγουμε αμέσως. Έκλαιγαν αι γυναίκες, ενώ μας έλεγαν αυτά, διότι έξω η ανεμοχιονοθύελλα εμαίνετο και ήτο αδύνατον να φύγης πουθενά. Και αν ακόμη ο στρατός μάς ανεκάλυπτε εκεί, ήτο αδύνατος η φυγή μας και απεφασίσαμε να πεθάνωμε εκεί, πολεμώντας μέσα από την καλύβα, διότι δεν υπήρχε άλλη λύσις.
 Αι γυναίκες πάλιν έφυγαν διά το χωριό. Δεν ήρχετο ύπνος στα μάτια μας από το κρύο, διότι κάτω το έδαφος ήτο υγρόν και παγωμένον και από έξω ο αέρας εμαίνετο και φωτιά είχαμε μόνον λίγα κάρβουνα στο μέσον, όσον να ζεστάνωμε λίγο τα χέρια μας. Πόσον τώρα εμακαρίζαμε εκείνους που σκοτώθηκαν και γλίτωσαν από τα βάσανα αυτά. 
Δεν περιγράφεται η απελπισία που μας κατέλαβε, διότι βλέπαμε το άδοξον τέλος μας επάνω εις ενα έρημον βουνό, όπου μας καταπολεμούσε η φύσις.

8. Το βράδυ περιμέναμε στην ωρισμένην ώραν να έρχονται αι γυναίκες, αλλά δεν εφάνησαν πουθενά, αν και πέρασε πολλή ώρα, και συμπεράναμε ότι θα ήλθε και εκεί στρατός και για τούτο δεν μπόρεσαν να έλθουν, διότι φεύγοντας υπεσχέθησαν ότι και πάλιν θα έλθουν. Αργά τα μεσάνυχτα ακούγομε το χιόνι έξω να τρίζη από πατήματα ανθρώπων και αμέσως ετοιμάσαμε τα όπλα, διότι νομίσαμε ότι θα είναι στρατιώται, οίτινες ανάγκασαν τους κατοίκους και υπέδειξαν το μέρος μας. Όταν όμως βγήκαμε δύο τρεις έξω, βλέπομε τον Σπύρον με τας γυναίκας να έρχωνται.
 Καταλάβαμε ότι κάτι το σοβαρόν συμβαίνει και τον ερωτήσαμε. Μας είπε «μην φοβάσθε, ο στρατός σήμερα έφυγε. Αλλά ήλθαν άλλοι δύο αξιωματικοί, οίτινες έφεραν διαταγήν από την Τραπεζούντα, εντός τριών ημερών να ετοιμασθούμε και να φύγωμε, διότι ελληνικά πλοία έφθασαν εκεί, διά να μας πάνε στην Ελλάδα κατόπιν της αποφασισθείσης ανταλλαγής των πληθυσμών».
 Ήτο μεγάλη η χαρά που δοκιμάσαμε την στιγμήν αυτήν και ξεχάσαμε τα βάσανα, αν και φαινομενικώς για μας δεν υπήρχε σωτηρία. Ελπίζαμε μόνον ότι κι εμείς θα μπορούσαμε κάπως να μεταμορφωθούμε και να κατεβούμε εις την Τραπεζούντα και ίσως με το πλήθος αυτό κατορθώναμε να διαφύγωμε.

9 . Εφοδιασθέντες με ψωμί και άλλα τρόφιμα εφθάσαμε εις έρημον χωρίον της Κρώμνης, τα Λωρία και εμείναμε ,διότι ύστερα από ενός μηνός ανάπαυσιν και ακινησίαν, τα πόδια μας δεν βαστούσαν να φύγωμε προς το βουνόν και να φθάσωμε εις την Σάντα.


10. Εφθάσαμε εις την μονήν Σουμελά, διότι από τα Μετσίτια προς την Σάντα ήτο αδύνατον από το χιόνι να φθάσωμε. Βρήκαμε την μονήν έρημον και λεηλατημενην και την εντός του σπηλαίου εκκλησίαν καμένην. Εμείναμε εις την Αγίαν Βαρβάραν εντός ενός αχυρώνος.

11. Εφθάσαμε εις την Σάντα και εμείναμε εις το σπήλαιον Χάρτοτη παρά τον μύλον.

13. Κατέβημεν εις την Ούζην και πήγαμε στου Αλή Οσμάν Ζαλούμογλου και εμάθαμε ότι πραγματικώς απεφασίσθη η ανταλλαγή και θα φύγουν όλοι οι Έλληνες.

14. Εις τον Αλή Οσμάν Γιακούπ και Λιμάν αγάν Ζαλούμογλου αφήσαμε όλα τα όπλα μας και μερικά ρούχα και τους πήραμε μόνον το εν όγδοον της αξίας των. Τους ανεθέσαμε να μας φέρουν εκεί τα ρούχα μας και μερικά πράγματα, κρατήσαντες μαζί μας μόνον ένα πιστόλι διά παν ενδεχόμενον, το οποίον θα τους παρεδίδαμε εις την Τραπεζούντα.
 
Πυξίτης ποταμός
 (Από την ΠαναγίαΣουμελά)
15. Μόλις βράδιασε φύγαμε και κατέβημεν εις το Τεγερμέντερε «Πυξίτης ποταμός», οπόθεν διά κάθε ενδεχόμενον εχωρίσθημεν εις δύο ομάδας διά να πάμε μέσα στην Τραπεζούντα και να συναντηθούμε εις το Δημ. Σχολείον Δαφνούντας, όπου εμάθαμεν ότι κατοικούν στρατιώται Έλληνες, απαλλαγέντες και καταβαίνοντες από το Ερζερούμ.
 Εν περιπτώσει όμως που θα συναντούσαμε κανένα αστυνομικόν, διότι ήτο νύκτα ακόμη, απεφασίσαμε να προσποιηθούμε ότι είμεθα εξ Ούζης και κατεβήκαμε, διά να ιδούμε πότε θα φύγωμε. Επροπορεύθη η μία ομάς από τον Ευκλείδην και Κων/τίνον Κουρτίδην, Χαράλ. Λαζαρίδην και Παναγιώτην Γραντσάν η δε δεύτερη ομάς θα ακολουθούσε μετά δέκα λεπτά· ήσαν δε ο Χαράλ. και Χριστόφορος Αγγελίδης, Φίλιππος Κουρτίδης και Αλέξανδρος Σπυριδόπουλος. 
Εφθάσαμε εις την Ελεούσαν και μέσω της Δαφνούντας προχωρούσαμε προς το σχολείον. Μακρόθεν ακούσαμε τους ήχους των χτυπημάτων του νυκτοφύλακος, αλλά προχωρούσαμε κατ’ ευθείαν και μόλις τον πλησιάσαμε τον ερωτήσαμε τι ώρα είναι και προχωρήσαμε. Πριν φθάσωμε όμως στο σχολείον, από ένα σκοτεινόν σοκάκι αμέσως ανοίγει ένα ηλεκτρικό φανάρι το φως του κατ’ επάνω μας και μία φωνή ενός αστυνομικού ηκούσθη «ποίοι είσθε» και μας επλησίασε. Του είπαμε ότι είμεθα Έλληνες εξ Ούζης και κατεβήκαμε τώρα από το χωριό, διά να ιδούμε πότε θα φύγωμε. «Και δεν φοβάσθε νύκτα και περπατάτε;», μας είπε. Του είπαμε ότι είχαμε και Τούρκους συντρόφους οίτινες έφυγαν από τον απάνω δρόμον. «Και που θα πάτε τώρα νύκτα;» μας ερωτά. «Θα πάμε εις το σπίτι του Τοκατλή ζαδέ Αρίφ εφέντη», είπαμε «διότι είναι πατριώτης μας». «Και γνωρίζετε το σπίτι του;». «Μάλιστα εφέντη μου», είπαμε, «είναι στο Ταξίμ απάνω».
Κατόπιν μας κοίταξε καλά καλά και μας είπε. «Εγί χάϊτε κίτινιζ» δηλ. καλά φευγάτε. Αυτό θέλαμε και φύγαμε αμέσως προς το σχολείον, αλλά τρομάζαμε διά τους συντρόφους μας, διότι, αν συναντούσε και αυτούς και έλεγαν τα ίδια που είπαμε κι εμείς, ασφαλώς θα υπωψιάζετο και θα τους συνελάμβανε. Αλλ’ ευτυχώς, μόλις πήγε στο σταυροδρόμι, εγύρισε κάτω κατά την παραλίαν, διά να φθάση στο καραούλι και οι σύντροφοί μας ήλθαν μετ’ ολίγον, δίχως να συναντήσουν κανέναν.
 Και όλοι μας σώοι εφθάσαμε στο σχολείον, όπου η φροντίς μας ήτο να βρούμε κανένα γνωστόν να μας φέρη σ’ ένα σπίτι και να κρυφθούμε, αλλά σε όποιους απετάθημεν, έφευγαν και δεν ήθελαν να μας πλησιάσουν. Εστείλαμε τον Χαράλαμπο Αγγελίδην εις τον Αργυρόπουλον, Ρώσον υπήκοον, αλλά και εκείνος εφοβήθη και μας έλεγαν ότι πρέπει αμέσως να φύγωμε από την Τραπεζούντα, διότι θα τους καταστρέφαμε όλους. Ιδόντες ότι δεν υπάρχει ελπίς από πουθενά, σκεφθήκαμε ότι μόνον εμείς θα φροντίσωμεν διά την σωτηρίαν μας.
Ευρίσκετο τότε εκεί εκ του χωρίου μας μία χήρα, η Θεοδώρα Γωνιάδου μετά του μικρού υιού της Ιεροκλή, την ειδοποιήσαμε αμέσως να έλθη να μας βρη· της εδώσαμε λεφτά και την στείλαμε στην αγοράν, από το παλαιοπωλείο να προμηθευθή από ένα σακάκι και παντελόνι από τα πιο παλιά και ξεσχισμένα, διά να τα φορέσωμεν απάνω από τα ρούχα μας και να γενούμε σαν τους στρατιώτας που ήσαν μισόγυμνοι και να μείνωμεν μαζί μ’ αυτούς. Και ούτω μεταμορφωθέντες εμείναμε.
 Εν τω μεταξύ διωρθώσαμε ένα σπίτι εις απόκεντρο μέρος και πήγαμε εκεί, παίρνοντες μαζί μας και δύο εκ των στρατιωτών, οίτινες μας εψώνιζον από την αγοράν και μαζί τρώγαμε. Είχε τελειώσει ο μήνας και η επιτροπή της ανταλλαγής δεν εφάνη ακόμη· ευρίσκετο εις την Αμισόν και την περιμέναμε από ημέρας εις ημέραν. Περισσότερον περιμέναμε εμείς, διότι μόνο στην επιτροπήν στηρίζαμε τας ελπίδας μας, διότι εμάθαμε ότι είναι μαζί και ο πατριώτης μας Λάμπρος Λαμπριανίδης, βουλευτής ων τότε στην κυβέρνησιν του Παπαναστασίου.
 Είχαμε δε γράψει από τα βουνά, εκεί που ήμαστε μίαν επιστολήν εις τον ιατρόν και πατριώτην μας και επίσης τότε βουλευτήν κ. I. Πασαλίδην, όπως ενεργήση παρά τη κυβερνήσει περί της φυγής μας. 
Και ελπίζαμε.


ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ (1916-1924)


  Κωνσταντίνος Κουρτίδης
 (Αδελφός του  Ευκλείδη Κουρτίδη)











Σημείωση Σύνταξης : Οφείλουμε να επισημάνουμε ορισμένες γλωσσικές ατέλειες,γιατί παρουσιάζει μια σύνταξη ιδιότυπη,    σύμφωνη με τη γλωσσική του κατάρτιση. Προσπαθήσαμε να μην κάνουμε επεμβάσεις στο αρχικό κείμενο , αφού πρόκειται για ένα είδος απομνημονευμάτων, τα οποία δεν μεταβάλλονται "επ' ουδενί λόγω"εντούτοις για την ομαλοποίηση του κειμένου , προβήκαμε στις απαραίτητες διορθώσεις, εκείνες που θεωρήσαμε αναγκαίες.