Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΠΑΡΟΙΚΙΑ ΤΟΥ ΙΡΚΟΥΤΣΚ

(Λόγω απουσίας του ομιλητή, διαβάζει ο κ. Χαράλαμπος Τσακιρίδης)

Το Ιρκούτσκ το γνωρίζει ο κόσμος κυρίως από τον Μιχαήλ Στρογκώφ του Ιουλίου Βερν. Ο περασμένος αιώνας ήταν για την τσαρική Ρωσία μια ευκαιρία να εξαπλωθεί ανατολικά και να εκμεταλλευτεί την πλουσιότερη σε πρώτες ύλες περιοχή του πλανήτη. Μαζί με το στρώσιμο του υπερσιβηρικού, άνοιξαν οι ελπίδες των πλούσιων χωρών.

Ο παππούς μου Παναγιώτης γεννήθηκε στη Χάρσερα του Πόντου το 1880. Ο πατέρας μου, ο λεγόμενος Τάτας, είχε την χαμελέτεν, τον νερόμυλο του οικισμού. Παντρεύτηκε την Αφέντρα, το γένος Ευσταθιάδη από τη διπλανή Αιάκονα, που μαζί με το Ομάλ αποτελούσαν τα αμιγώς ελληνικά χωριά σε μια κοιλάδα, κοντά στην Αργυρούπολη, στη Χαλδία. Έκαμε δυο γιους, τον Γιάννη, που ήταν σαράντα χρόνια κοινοτάρχης στην Αγροσυκιά, και τον Θεόδωρο, τον πατέρα μου, το 1909.
 Ξενητεύτηκε το 1910 και εγκαταστάθηκε, αφήνοντας στη Χάρσερα, τον Γιάννη, με τη μικρή του οικογένεια στο Ιρκούτσκ, όπου η γυναίκα του είχε συγγενείς και άνοιξε έναν φούρνο. Γρήγορα πρόκοψε και ζήτησε από τον πατέρα του να του στείλει στη Σιβηρία τον πρωτότοκο. Ο Τάτας, βαθιά πληγωμένος, έγραψε στη νύφη του το αμίμητο: «Στείλε μου πίσω το παιδί μου να σου στείλω πίσω το δικό σου παιδί». Ο Γιάννης έμεινε στη Χάρσερα έως το 1922. Ο παππούς μου απέκτησε ακόμη ένα γιο στο Ιρκούτσκ, τον Πέτρο, που γεννήθηκε το 1914.
Η ελληνική παροικία του Ιρκούτσκ αριθμούσε γύρω στις εκατό ψυχές. Οι περισσότεροι αποθανατίζονται σε μία φωτογραφία του 1913, με την ευκαιρία ενός γάμου. Η φωτογραφία αυτή βρίσκεται σήμερα στην κατοχή μου. Υπήρχε αίθουσα της ελληνικής κοινότητας, όπου γίνονταν εορτασμοί και εκδηλώσεις, υπήρχαν ιερείς και δάσκαλοι που πλήρωνε η κοινότητα. Ευεργέτης των Ποντίων ήταν ο πολύς Μαράντωφ, επίσης Έλλην. Η λαμπρότερη τελετή ήταν των Τριών Ιεραρχών. Τα παιδιά πήγαιναν και σε ρωσικό σχολείο, όπου διδάσκονταν γαλλικά και βιολί. Στο σπίτι όλοι μιλούσαν ποντιακά, ενώ χρησιμοποιούσαν την απλή καθαρεύουσα και τα ρωσικά, εκεί που ήταν απαραίτητα.
Οι κλιματολογικές συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες. Υπήρχε ένα εικοσαήμερο καλοκαιράκι, όπου έβγαιναν ακόμη και λουλούδια, ενώ το χειμώνα, θερμοκρασίες κάτω των 40 βαθμών δεν ήταν ασυνήθιστες.
Ζούσαν σε ίσμπες, σε ξύλινα σπίτια, με εσωτερική διάρθρωση κοχλία, όπου, μπαίνοντας σταδιακά, έβγαζαν τα εξωτερικά ρούχα, κυρίως από δέρμα φώκιας και κατέληγαν σε ένα εσωτερικό δωμάτιο, όπου υπήρχε μία τεράστια σόμπα και στην :τ.·σία ζούσαν επάνω της, γύρω από ένα  σαμοβάρι, σκεπασμένο στα κάτω άκρα.
Κάνανε βεγγέρες και μιλούσανε για την πατρίδα τους.

Πάνος Θεοδωρίδης
Από την εισήγηση του στο Δ' Παγκόσμιο Συνέδριο Ποντιακού Ελληνισμού
Θεσσαλονίκη Ιούνης 1997