Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Η Διαχείριση του Ποντιακού Ζητήματος

Το Ποντιακό Ζήτημα εξαρχής αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως ζήτημα των Ποντίων και όχι τόσο ως μέρος του ευρύτερου εθνικού προβλήματος. Χαρακτηριστική είναι η απόρρητη απόφαση του Βενιζέλου για την δημιουργία Ποντιακών στρατιωτικών τμημάτων, τα οποία θα αποτελούσαν πρόπλασμα ενός μελλοντικού Ποντιακού στρατού. 
Στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης που πραγματοποιήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1918 ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος πρότεινε την ενσωμάτωση του Πόντου στην Αρμενία, ενώ ο μητροπολίτης Χρύσανθος υπέβαλε ξεχωριστό υπόμνημα στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού.
Με το υπόμνημα του ο Χρύσανθος ζητούσε τη δημιουργία Ελληνικού κράτους στην περιοχή του Πόντου και ανέπτυσσε εκτενώς την επιχειρηματολογία που υποστήριζε τα δίκαια των Ελλήνων της περιοχής. 

Στο Υπόμνημα αναφέρονταν ότι ο Ελληνικός πληθυσμός του Πόντου, μετά την παλιννόστηση των προσφύγων από τον Καύκασο και τη Ρωσία, εξισώθηκε με το Μουσουλμανικό, ότι από εκείνο μεγάλο μέρος ήταν Ελληνικής καταγωγής και δεν είχε λησμονήσει ούτε την καταγωγή του ούτε την Ελληνική γλώσσα, την οποία εξακολουθούσε να μιλά, καθώς και ότι δεν υπήρχε στον Πόντο παρά πολύ μικρή Αρμένικη μειοψηφία.
Επίσης υποστηρίζονταν ότι οι Τούρκοι, όταν είχε καταλυθεί η Τουρκική αρχή, αναγνώρισαν τους Έλληνες ως τους μόνους ικανούς να κυβερνήσουν τη χώρα και σ’ αυτούς παρέδωσαν την εξουσία πριν την έξοδο τους, ότι οι Ρώσοι και οι αντιπρόσωποι των συμμάχων δυνάμεων αναγνώρισαν την ντόπια Ελληνική κυβέρνηση κατά τρόπο αδιαφιλονίκητο και εν πάση περιπτώσει αναγνώρισαν την κυρίαρχη επιρροή του Ελληνικού στοιχείου. Στο υπόμνημα υπογραμμίζονταν, τέλος, ότι ο γηγενής πληθυσμός όχι μόνο υποτάχθηκε στην Ελληνική κυβέρνηση αλλά έδειξε απόλυτη εμπιστοσύνη σ’ αυτήν.
Και σημειωνόταν ότι στις πλέον δύσκολες περιστάσεις η ντόπια Ελληνική κυβέρνηση και ο Ελληνικός λαός εξασφάλισαν την τάξη και διαφύλαξαν την ισοπολιτεία. Κατά συνέπεια ήταν δίκαιο να αποτελέσει ο Πόντος αυτόνομο Ελληνικό κράτος, εφόσον ο πληθυσμός του δεν είναι διατεθειμένος να υποφέρει κανέναν ξένο ζυγό. Σε αντίθεση με τους στόχους του Ποντιακού Κινήματος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωνε στις 4 Φεβρουαρίου 1919 στον Αμερικάνο πρόεδρο Ουίλσον ότι, παρόλο που οι Έλληνες Πόντιοι επιθυμούσαν την ανεξαρτησία τους, ο ίδιος αντιτάχθηκε απόλυτα. Η επίσημη θέση της Ελλάδας στις αρχές του 1919 ήταν η υποστήριξη της ανεξαρτησίας της Αρμενίας, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής της Τραπεζούντας.

Σφοδρή υπήρξε η αντίδραση των Ποντιακών οργανώσεων στην τοποθέτηση αυτή. Οι οργανώσεις των Ελλήνων του Πόντου κατέκλυσαν το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας με πλήθος καταγγελιών και τηλεγραφημάτων διαμαρτυρίας. Οι αντιδράσεις αυτές οδήγησαν στην αλλαγή πολιτικής της Ελληνικής κυβέρνησης. Επελέγη η πολιτική της ενεργούς ανάμειξης στις υποθέσεις του Πόντου και του Καυκάσου και στάλθηκαν στην περιοχή ο συνταγματάρχης Δ. Καθενιώτης και ο Ι. Σταυριδάκης. Την ίδια περίοδο το πολιτικό πλαίσιο στον ευρύτερο χώρο της Υπερκαυκάσιας καθορίστηκε από την απόφαση επανασύστασης των τριών ανεξάρτητων δημοκρατιών: της Γεωργίας, της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν.
Η απόφαση αυτή ήταν αποτέλεσμα της κυριαρχίας των Μενσεβίκων και του Αγγλικού ενδιαφέροντος για την περιοχή αυτή. Στον Μικρασιατικό Πόντο η κατάσταση επιδεινωνόταν διαρκώς. Μετά την απόβαση του Κεμάλ στις 19 Μαΐου 1919 στη Σαμψούντα, οι συγκρούσεις πολλαπλασιάστηκαν. Ο Θ. Πετιμεζάς εκπρόσωπος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, έγραφε στον Έλληνα αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη ότι οι παλιννοστούντες στον Πόντο από τη Ρωσία κινδύνευαν άμεσα να σφαγιαστούν άοπλοι από τα φανατισμένους Τουρκικούς πληθυσμούς, οι οποίοι διαρκώς εξοπλίζονταν από την τουρκική κυβέρνηση και είχαν καταστήσει απροσπέλαστη την ενδοχώρα.
Οι Πόντιοι αντάρτες ζήτησαν ενίσχυση από την Ελλάδα. Οι εκκλήσεις τους όμως για στρατιωτική βοήθεια έμειναν χωρίς απάντηση από την Ελληνική κυβέρνηση. Με βάση τις αιτήσεις των Πόντιων ανταρτών και τις συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν, το Τουρκικό Υπουργείο Εσωτερικών ανέφερε σε έγγραφο του :«Όπως έχουμε πληροφορίες, ότι ύστερα από εισήγηση του Ελληνικού Πατριαρχείου και για λογαριασμό της Ποντιακής Κυβέρνησης της Τραπεζούντας και των περιχώρων εγκρίθηκε να σταλούν στην Τραπεζούντα μερικοί Έλληνες αξιωματικοί καθώς επίσης και όπλα και πυρομαχικά» .
Πρότεινε να γίνουν διαβήματα στους αντιπροσώπους των Συμμάχων για να αποτρέψουν αυτοί τις Ελληνικές προσπάθειες, ώστε να αντιμετωπιστούν οι κινήσεις των Ελλήνων. Η Ελληνική πολιτική δεν επιβεβαίωσε τους φόβους αυτούς των Τούρκων. Η Ελλαδική ηγεσία δεν μπόρεσε να κατανοήσει τη δυναμική του Ποντιακού αγώνα. Έτσι, καμία ουσιαστική βοήθεια δεν στάλθηκε στους Έλληνες αντάρτες του Πόντου. Στις 31 Ιουνίου 1919 ο Χρύσανθος, με υπόμνημα του προς τον Βρετανό πρωθυπουργό, ζήτησε την ενίσχυση του Ποντιακού κινήματος. Πρότεινε τη διάθεση Ποντιακών ταγμάτων, τα οποία μαζί με Αμερικάνους θα αναλάμβαναν να διατηρήσουν την τάξη στον Πόντο.

Δ. Καθενιώτης
Η γενικότερη στάση των συμμάχων ήταν αρνητική. Τον Νοέμβριο του 1919 ο συνταγματάρχης Δ. Καθενιώτης πρότεινε χωρίς αποτέλεσμα στον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα να αποσταλεί στο Βατούμι το Τάγμα Ποντίων που είχε δημιουργηθεί στο πλαίσιο του Ελληνικού στρατού. Τον Ιανουάριο επανέλαβε τις προτάσεις του για Ελληνοβρετανική επέμβαση κατά των Τούρκων εθνικιστών και των Μπολσεβίκων στον Βρετανό αρμοστή Βατούμι. Ο Καθενιώτης πρότεινε να αποβιβαστούν στην Τραπεζούντα τα Ποντιακά τάγματα που είχαν δημιουργηθεί στο πλαίσιο του Ελληνικού στρατού.
Έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια μικρή ελεύθερη περιοχή όπου θα κατέφευγαν οι Έλληνες από τη Ρωσία καταδιώκονταν από τους Μπολσεβίκους. Η πρόταση αυτή συνάντησε την άρνηση της Βρετανικής πλευράς. Την αρνητική απάντηση της Βρετανικής κυβέρνησης εισηγήθηκε ο Ουόρντροπ Βρετανός αρμοστής στο Βατούμι. Την απόρριψη της πρότασης παρόλο που αυτή εξυπηρετούσε άριστα τον αντιμπολσεβικό αγώνα της Αντάντ, ο Δ. Καθενιώτης αποδίδει στην υποκειμενική στάση του αρμοστή, ο οποίος ήταν φανατικός Σλαβόφιλος, ευμενέστατα διακείμενος προς τους Βουλγάρους.
Με αφορμή τη βρετανική άρνηση, ο Ε. Βενιζέλος έσπευσε να δηλώσει: «Θεωρώ όλως απίθανον ότι θα ληφθεί περί τούτων ειδική πρόνοια, πλην των γενικών εγγυήσεων, ως ζητούν να επιτύχουν υπέρ των ξένων εθνοτήτων, όσαι θα παραμείνωσιν υπό Τουρκικήν Κυριαρχίαν»

Ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος χαρακτήρισε τον Βενιζέλο «απληροφόρητο στο ζήτημα του Πόντου». Ο ίδιος, απηχώντας το αίσθημα των Ελλήνων του Πόντου, απείλησε με κοινή εξέγερση των Ελλήνων και Μουσουλμάνων κατοίκων, εάν τελικά προκρίνονταν η λύση της υπαγωγής του Πόντου στην Αρμενία. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στη διερεύνηση των πιθανοτήτων σύναψης συμμαχίας ανάμεσα στους Πόντιους και τα κινήματα της περιοχής.
Ο Χρύσανθος εκπροσωπώντας τις Ποντιακές οργανώσεις, πήγε στην Τιφλίδα για συνομιλίες με τους Γεωργιανούς ηγέτες και κατόπιν στην Αρμενική πρωτεύουσα Εριβάν. Η γραμμή της Ελληνικής κυβέρνησης ήταν να επιδιωχθεί πάση θυσία συμφωνία με τους Αρμένιους. Τα δύο μέρη κατέληξαν σε γενική συμφωνία, η οποία υπεγράφη από τον Αρμένιο πρωθυπουργό Χατισιάν και τον μητροπολίτη Χρύσανθο. Η συμφωνία προέβλεπε τη δημιουργία Ελληνοαρμενικής ομοσπονδίας και την παροχή Ελληνικής στρατιωτικής βοήθειας προς την Αρμενία. Το στρατιωτικό σκέλος της συμφωνίας υπογράφτηκε από Αρμένιους αξιωματικούς και τον συνταγματάρχη Δ. Καθενιώτη.
Η στρατιωτική αυτή συμφωνία προέβλεπε την προώθηση ως το Ερζερούμ των Ελληνικών στρατευμάτων που επρόκειτο να επιβιβαστούν στην Τραπεζούντα, με στόχο την προστασία του Ελληνικού στοιχείου. Παράλληλα ο Αρμένικος στρατός θα υπεράσπιζε τα σύνορα του Καυκάσου. Όμως τα δύο μέρη δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν στις λεπτομέρειες. Οι Έλληνες πρότειναν συνομοσπονδία Πόντου - Αρμενίας. Ο Κ. Κωνσταντινίδης ηγέτης του Ποντιακού κινήματος και πρόεδρος του Παμποντίου Συνεδρίου Μασσαλίας, κατήγγειλε ότι οι Αρμένιοι διακατέχονταν από «πνεύμα ιμπεριαλιστικής επεκτάσεως εις βάρος γείτονος έθνους» .
Κ. Κωνσταντινίδης

Η διαφορετική αντίληψη περί συμφερόντων του κάθε έθνους και η αμοιβαία καχυποψία που επικρατούσε, σε συνδυασμό με την άρνηση των Άγγλων να επιτρέψουν την απόβαση Ελληνικού στρατού στον Πόντο και την δημιουργία Ποντιακού στρατού, απομάκρυνε τις δύο πλευρές. Οι Ποντιακές οργανώσεις υπέβαλαν στην Διάσκεψη της Ειρήνης πρόσθετο υπόμνημα, ζητώντας την αναγνώριση ενός ανεξάρτητου Πόντου υπό την προστασία του Ελληνικού κράτους ή την κηδεμονία των ΗΠΑ. Όμως στα μεγάλα ζητήματα της περιοχής, οι Έλληνες του Πόντου εξέφραζαν μέχρι τέλους την αλληλεγγύη τους στον αγώνα των Αρμενίων κατά των Τούρκων και κατήγγειλαν την εγκατάλειψη τους από τις συμμαχικές δυνάμεις.

http://greekworldhistory.blogspot.gr/