Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Από το 1876 έως το 1908 στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κυριάρχησε μια μυθιστορηματική προσωπικότητα, ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμήτ ο Β'. Αμφιλεγόμενος μονάρχης, αντάξιος μιας αμφιλεγόμενης εποχής. Πολλοί ήταν οι σύγχρονοί του που στοιχημάτιζαν ότι ο μονάρχης αυτός θα είναι ο τελευταίος της μεγάλης σειράς των σουλτάνων που βασίλεψαν στις ακτές του Βοσπόρου. Σχεδόν δικαιώθηκαν με το κίνημα των Νεότουρκων το 1908 και την εκθρόνισή του το 1909. Δεν ήταν όμως έτσι.
Αβδούλ Χαμήτ Β'
Ο Αβδούλ Χαμήτ Β' δεν ήταν ο τελευταίος των σουλτάνων και η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν έπεσε από μόνη της: χρειάστηκαν γι’ αυτό ο Α' Π. Π., η ανατροπή όλων των σταθερών του Ευρωπαϊκού κόσμου, μια επαναστατική περίοδος που περιέλαβε και την Τουρκία, καθώς και ένας «Πόλεμος της Ανεξαρτησίας», στα 1919 - 1922.
 Μετά τη διαδοχή αυτών των τεράστιων ιστορικών γεγονότων ο κόσμος δεν ήταν πλέον ο ίδιος και κανείς δεν θα περίμενε από την αρχαία Αυτοκρατορία να παραμείνει αυτή μόνη στη παλιά θέση της. Η βασιλεία του Αβδούλ Χαμήτ του Β' ήταν μια αλληλοδιαδοχή επιτυχιών και αποτυχιών, ένας αγώνας δρόμου ενάντια στον ιστορικό χρόνο και τις αλλαγές που ο καπιταλισμός επέβαλε στο παγκόσμιο στερέωμα, θα πρόσθεταν ορισμένοι.
Με τα μέτρα και τα σταθμά της εποχής, η Αυτοκρατορία δεν ήταν ακριβώς ένα αποτυχημένο κράτος. Τα κυβερνητικά έσοδα αυξήθηκαν εντυπωσιακά στα τελευταία χρόνια του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, οι συνεχείς διοικητικές μεταρρυθμίσεις ενίσχυαν τον κεντρικό κρατικό μηχανισμό και προοδευτικά αντιμετώπισαν και περιόρισαν τις εσωτερικές «αυτονομήσεις» που μάστιζαν στα προηγούμενα χρόνια την Αυτοκρατορία, οι μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση κυριολεκτικά άλλαξαν την Οθωμανική κοινωνία και την έκαναν να διαφέρει από Μουσουλμανικές κοινωνίες και πολιτικές οντότητες ακόμα και μεταγενέστερων εποχών. Επιπλέον η συνολική οικονομική ανάπτυξη στα ίδια αυτά χρόνια υπήρξε εμφανής.
Ενίοτε μάλιστα με ποσοτικές επιδόσεις που δεν υστερούσαν από τις αντίστοιχες άλλων Ευρωπαϊκών κρατών την επαύριο της καπιταλιστικής κρίσης του 1873. Η γεωργία στράφηκε σε εμπορευματικές καλλιέργειες και η ασθμαίνουσα βιομηχανία απέκτησαν ένα στοιχειώδες υπόβαθρο. Τέλος, ο βαρύτατος κρατικός δανεισμός που είχε δημιουργηθεί στα χρόνια του Αβδούλ Αζίζ -εξαιτίας σύντονων όσο και άτεχνων προσπαθειών «εκσυγχρονισμού»- αντιμετωπίστηκε σε κάποιο βαθμό και τα κρατικά δανειακά βάρη παρέμειναν σταθερά ή και μειώθηκαν στα χρόνια αυτά της οικονομικής επιτάχυνσης. Από την άλλη πλευρά, η Αυτοκρατορία, ανεξάρτητα από τις γενικές επιδόσεις της, περνούσε την πλέον ταπεινωτική φάση της ως τότε Ιστορίας της.
Το 1881, την επαύριο του τελευταίου έως τότε Ρωσοτουρκικού πολέμου και των συνεπακόλουθων διπλωματικών εξειδικεύσεων της Συνθήκης του Βερολίνου, στην Κωνσταντινούπολη εγκαταστάθηκε η Επιτροπή διαχείρισης του δημόσιου Χρέους, ένας διεθνής οργανισμός τον οποίο διοικούσαν οι εκπρόσωποι των δανειστών της χώρας. Ο οργανισμός αυτός κρατούσε στα χέρια του -και στα αντίστοιχα των μεγάλων κεφαλαιούχων της δυτικής Ευρώπης- βασικά οικονομικά στοιχεία του Οθωμανικού κράτους ασκώντας, με τον τρόπο αυτό, ένα είδος ιμπεριαλιστικής κηδεμονίας στην Αυτοκρατορία.
Το μονοπώλιο του αλατιού, ο φόρος του χαρτοσήμου, οι ειδικοί φόροι στο οινόπνευμα, στην αλιεία, στο μετάξι και, κυρίως, ο φόρος του καπνού πήγαιναν απευθείας στα ταμεία των δανειστών. Το κυριότερο εξαγώγιμο προϊόν, ο καπνός, βρισκόταν μάλιστα κάτω από τον έλεγχο της Ρεζί (Regie des Tabacs), οργανισμός πανίσχυρος που αποτελούσε ένα αυτόνομο κράτος από μόνος του. 
Το 1907 το 30% της συνολικής αξίας των εξαγωγών της Αυτοκρατορίας ελεγχόταν από τη διεθνή Επιτροπή και τα παραρτήματά της. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν ήταν παράξενο το γεγονός ότι ακόμα και στην πλέον απόμακρη γωνιά του Οθωμανικού κόσμου υπήρχαν στο γύρισμα του αιώνα δύο πραγματικές εξουσίες.
Εκείνη της οθωμανικής κυβέρνησης της Πόλης και η αντίστοιχη των πρεσβευτών και προξένων των δυνάμεων. Οι τελευταίοι, πανταχού παρόντες, επενέβαιναν σε κάθε πτυχή της οικονομικής, της κοινωνικής, της πολιτικής ζωής της χώρας. Η πλέον αγαπημένη από τις ασχολίες τους ήταν να «διαμεσολαβούν» ανάμεσα στις επιμέρους εθνικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές ομάδες της Αυτοκρατορίας, εκβιάζοντας την κεντρική κυβέρνηση, προωθώντας τα επιμέρους συμφέροντα των χωρών τους, υπονομεύοντας τη συνοχή της και προετοιμάζοντας τη διάδοχη εποχή: την αποικιοποίηση του χώρου με τη μορφή «προτεκτοράτου» όπως είχε συμβεί στην πάλαι ποτέ Οθωμανική Αίγυπτο.
Οι «διομολογήσεις», τα πλούσια «ειδικά προνόμια» που απολάμβαναν οι υπήκοοι -και τα κεφάλαια- των ισχυρών Ευρωπαϊκών δυνάμεων στον Οθωμανικό χώρο, βρίσκονταν σε πλήρη ισχύ. Μέσα σε αυτό το αντιφατικό κλίμα οι παλαιές σταθερές που κρατούσαν τη συνοχή της Αυτοκρατορίας κατέρρεαν, οι θεσμοί ατονούσαν και η κοινωνική ρευστότητα υπαγόρευε νέες ισορροπίες. Καθώς η εποχή ήταν ταυτόχρονα εποχή καπιταλιστικής ανάπτυξης και δημοσιονομικής δυσπραγίας, νέα κέντρα ισχύος αναδεικνύονταν και αμφισβητούσαν ευθέως την κεντρική πολιτική εξουσία. Ο παρονομαστής αυτών των αντιθέσεων υπήρχε. Ο οθωμανικός κόσμος ήταν πολυπολιτισμικός, πολυεθνικός, πολυθρησκευτικός και, με λίγα λόγια, εξαιρετικά εύθραυστος.
Αρκούσαν ελάχιστα για να καταρρεύσει. Οι ανταγωνισμοί των ισχυρών κηδεμόνων αρθρώνονταν πάνω στις εσωτερικές αντιθέσεις και την εκρηκτική ρευστότητα. Σχεδόν τα πάντα προμήνυαν την καταλυτική έκρηξη. Το κόστος της έκρηξης θα το πλήρωναν οι λαοί της Αυτοκρατορίας, είτε οι «ευνοημένοι» είτε οι «καταδικασμένοι» από τις δυνάμεις. Οι τελευταίες σκέφτονταν τις δικές τους αποκλειστικά υποθέσεις - οι αντίστοιχες των κατοίκων της διαλυόμενης χώρας ελάχιστα τις ενδιέφεραν.

πηγή: http://greekworldhistory.blogspot.gr/