Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

ΕΝΑ ΚΡΑΤΟΣ ΣΤΑ ΧΑΡΤΙΑ

Η «Δημοκρατία του Πόντου» δεν ιδρύθηκε ποτέ. Δεν είχε κυβέρνηση, αν και πολλοί θα ήθελαν να την κυβερνήσουν. Δεν είχε πρεσβευτές, αν και πολλοί μεσίτευαν για χάρη της. Δεν είχε στρατό, αν και δοκίμασε να δημιουργήσει. Έζησε μόνον στον κόσμο των υπομνημάτων, ως αίτημα για τη δημιουργία ενός αυτοτελούς κράτους που θα περιλάμβανε μερικές Οθωμανικές επαρχίες στη νοτιοανατολική όχθη της Μαύρης Θάλασσας. Το αίτημα υπέστη διαδοχικές μεταμορφώσεις και έζησε περίπου τρία χρόνια, από το φθινόπωρο του 1917 έως τα τέλη του 1920.
Στο κείμενο που ακολουθεί θα παρουσιάσουμε πολύ συνοπτικά την πορεία του αιτήματος για την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους στη νοτιοανατολική ακτή της Μαύρης Θάλασσας. Προηγουμένως, ας διευκρινίσουμε ότι δεν θα θεωρήσουμε ως αυτονόητο ότι η δημιουργία κράτους στον Πόντο, με τους όρους που θα αναφέρουμε στη συνέχεια, υπήρξε βιώσιμο πολιτικό εγχείρημα. 


Η Φυγή προς τη Ρωσία 
Μια βασική πτυχή του αιτήματος για τη δημιουργία Ποντιακού κράτους ήταν το μέγεθος του πληθυσμού της περιοχής. Πόσοι ήταν οι Πόντιοι, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι; 
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος απέδωσε στους εκφραστές του αιτήματος μια προχειρότητα στα αριθμητικά δεδομένα που έθεσαν υπόψη των «μεγάλων δυνάμεων», προχειρότητα που υπονόμευσε από την πρώτη στιγμή την τύχη του αιτήματος.
 Το κεντρικό στοιχείο στο ζήτημα αυτό ήταν η μαζική μετανάστευση Ρωμιών (δηλαδή Οθωμανών υπηκόων, Ορθοδόξων Χριστιανών στο θρήσκευμα) από το Μικρασιατικό Πόντο στη Ρωσία.
Είτε για να αποφύγουν διώξεις είτε σε αναζήτηση καλύτερης ζωής, δεκάδες χιλιάδες Ρωμιοί του μικρασιατικού Πόντου μετακινήθηκαν σε Ρωσικό έδαφος εγκαταλείποντας τις περιουσίες τους.

 «Το μεγαλύτερον μέρος του Πόντου» έγραφε το 1920 ο συνταγματάρχης Δημήτριος Καθενιώτης, που διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στην απόπειρα της ίδρυσης Ποντιακού κράτους, «δεν ευρίσκεται εντός της χώρας του, αλλά εκτός αυτής. Είτε σε πεντακοσίας είτε εις τετρακοσίας χιλιάδας και αν υπολογισθώσιν οι εν Ρωσία Πόντιοι, οι εναπομένοντες εν Πόντω είναι πολύ ολιγώτεροι. Η πηγή της διαρροής και της μεταναστεύσεως υπήρξεν ανέκαθεν το εσωτερικόν της Τραπεζούντος και της Κερασούντος.
Εναντία τάσις έχει σημειωθή κατά την τελευταίαν τεσσαρακονταετίαν διά την Σαμψούντα και την περιοχήν της». Πότε ακριβώς εξελίχθηκε η μετακίνηση προς τη Ρωσία δεν είναι διαπιστωμένο. Υπολογίζεται, πολύ γενικά, ότι περίπου 350.000 Ρωμιοί του Πόντου ακολούθησαν αυτή την πορεία κατά το 19ο αιώνα. Οπωσδήποτε, όμως, διαρροή πληθυσμού διαπιστώνεται στην περιοχή του βιλαετιού Τραπεζούντας, κατά την περίοδο 1906-1914, από τις επίσημες Οθωμανικές απογραφές. Το βιλαέτι Τραπεζούντας είχε έκταση 31.000 τετρ. χλμ., λίγο μικρότερη από την έκταση που καταλαμβάνουν η Πελοπόννησος και η Στερεά Ελλάδα μαζί.
Περιελάμβανε το ομώνυμο σαντζάκι καθώς και τα σαντζάκια Τζανίκ (Σαμψούντας), Γκιουμουσχανέ (Αργυρούπολης) και Λαζιστάν. Από το 1885 μέχρι το 1906 ο συνολικός πληθυσμός του βιλαετιού (συμπεριλαμβανομένης της Ρωμαίικης κοινότητας) αυξήθηκε από 1.056.293 σε 1.342.778 άτομα, παρουσιάζοντας σταθερή ετήσια αύξηση περίπου 1,5%, που μπορεί να αποδοθεί στη φυσική υπεροχή των γεννήσεων έναντι των θανάτων. Στη συνέχεια, μέχρι το 1914, μειώθηκε σε 1.122.947 άτομα, δηλαδή παρουσίασε απόλυτη μείωση 220.000 ψυχών. Επισημαίνεται ότι η μείωση αυτή σημειώνεται πριν από τις γνωστές διώξεις κατά των Ρωμιών στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου,  οι οποίες οδήγησαν σε νέα έξοδο προς τη Ρωσία (π.χ. το 1917 μετά τη λήξη της Ρωσικής κατοχής της Τραπεζούντας, αλλά και το πρώτο δίμηνο του 1918, οπότε 85.000 Ρωμιοί κατέφυγαν και πάλι στη Ρωσία). 

Αν ληφθεί υπόψη η φυσική υπεροχή των γεννήσεων έναντι των θανάτων, η μεταβολή την περίοδο 1906 - 1914 ισοδυναμεί με ετήσια μείωση 3%. Συνεπώς, οι πραγματικές πληθυσμιακές απώλειες για το βιλαέτι της Τραπεζούντας την περίοδο 1906 - 1914 ανήλθαν σε 450.000 πρόσωπα, αριθμός που προσεγγίζει τις προαναφερθείσες εκτιμήσεις του Καθενιώτη και μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι «μέτοικοι» στη Ρωσία ανέρχονταν πράγματι σε μεγάλο αριθμό.
Τραπεζούντα

Πρέπει, όμως, να ληφθεί υπόψη ότι εκτός από τη Ρωσία, πολλοί κάτοικοι του βιλαετιού της Τραπεζούντας, Ρωμιοί και Μουσουλμάνοι, μετανάστευαν στην Πόλη είτε για να βρουν εργασία είτε διότι οι αμοιβές εκεί ήταν υψηλότερες. Η τάση αυτή εντοπίζεται από τη δεκαετία του 1860. Η μαζική και συνεχής φυγή είχε σοβαρές συνέπειες όχι μόνον στη δημογραφική ισορροπία μεταξύ Χριστιανικού και Μουσουλμανικού στοιχείου, προς χάριν του δευτέρου, αλλά και στην κατανομή του πλούτου. Στο Οθωμανικό κράτος, και φυσικά και στον Πόντο, το σύνολο της αγροτικής γης ανήκε στην κατηγορία των λεγομένων «υποδημοσίων» γαιών. Στην κατηγορία αυτή δεν υπήρχε πλήρης ιδιοκτησία, με το πνεύμα του Ελληνορωμαϊκού δικαίου.
«Ψιλός κύριος» της γης ήταν το κράτος, το οποίο μεταβίβαζε τη χρήση της στο νομέα. Ο νομέας μπορούσε να χρησιμοποιήσει, να πουλήσει ή και να κληροδοτήσει στους άμεσους απογόνους του το δικαίωμα της νομής, αλλά υπό συγκεκριμένους όρους. Επί παραδείγματι, αν ένα χωράφι αυτής της κατηγορίας δεν καλλιεργείτο επί τρία συνεχή χρόνια, ο νομέας του έχανε τα δικαιώματά του. Φεύγοντας, λοιπόν, και παραμένοντας επί μακρό χρονικό διάστημα στη Ρωσία ή οπουδήποτε αλλού, οι Ρωμιοί έχασαν τα δικαιώματά τους πάνω στη γη που καλλιεργούσαν.
Πέραν του νομοθετικού πλαισίου για τη γη (η περί γαιών νομοθεσία, όπως διαμορφώθηκε από το 1858 και έπειτα), το 1915 η Οθωμανική κυβέρνηση εξέδωσε ειδικό νόμο περί εγκαταλειμμένων γαιών (emval-i metroukeh), με τον οποίο αφαίρεσε οποιοδήποτε δικαίωμα από όσους είχαν «εγκαταλείψει» τον τόπο τους και είχαν αποδημήσει. Η ανάκτηση των περιουσιών ήταν ταυτόσημη με την επιθυμία των προσφύγων να επιστρέψουν στον τόπο τους. Η επιστροφή χωρίς ανάκτηση της γης τους δεν είχε κανένα νόημα.
Στις αρχές του 1921 ο αρχιμανδρίτης Πανάρετος, πρώην ηγούμενος της Μονής Βαζελώνας, υπέβαλε ένα υπόμνημα στο Ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, ως «αντιπρόσωπος του εν Ρωσία Ποντίου Ελληνισμού», εν όψει της διεθνούς συνδιάσκεψης που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στο Λονδίνο. Ήταν ένα από τα πολλά υπομνήματα που είχαν καταθέσει έως τότε οι Ποντιακές οργανώσεις, αλλά διέφερε σε κάτι ουσιαστικό: Δεν ζητούσε την ίδρυση κράτους ή την απόδοση ανεξαρτησίας στους Ποντίους αλλά τις περιουσίες τους. Ο Πανάρετος υπογράμμισε ότι το άρθρο 144 της Συνθήκης των Σεβρών επέβαλε στην Οθωμανική κυβέρνηση την υποχρέωση να διευκολύνει την επάνοδο όσων είχαν απομακρυνθεί μετά την 1 / 1 / 1914 από τις εστίες τους.
Και την απόδοση των κινητών και ακίνητων περιουσιών τους, «όσων μπορούσαν να ανακτηθούν» («which can be recovered»). Όμως έτσι απέκλειε τη συντριπτική πλειονότητα των εκπατρισμένων, διότι ο ηγούμενος υπολόγιζε ότι από τους 600.000 Έλληνες των Πόντου που βρίσκονταν το 1921 στη Ρωσία, το άρθρο 144 αφορούσε σε λιγότερο από 100.000. Επιπλέον, περίπου 260.000 Ρωμιοί του Πόντου είχαν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της Τουρκίας, χάνοντας επίσης τις περιουσίες τους.
«Αι οικίαι και τα λοιπά οικοδομήματα των εκτοπισθέντων, εν μεν τοις χωρίοις επυρπολήθησαν, εν δε ταις πόλεσι επωλήθησαν ονομαστικώς υπό της κυβερνήσεως εις ιδιώτας Τούρκους με την υποχρέωσιν να καταδαφίσωσιν αυτά οι αγορασταί. Και κατεδαφίσθησαν. Αλλά και του μη εκτοπισθέντος Ελληνικού πληθυσμού αι περιουσίαι, και προ παντός τα εμπορεύματα, κατεσχέθησαν κατά μέγα μέρος υπό της κυβερνήσεως επί διαφόροις προφάσεσι».
Το αίτημα των Ρωμιών της Ρωσίας, που υποβλήθηκε μέσω του ηγουμένου, ήταν να τροποποιηθεί η Συνθήκη των Σεβρών ως προς το συγκεκριμένο σημείο. Η συνθήκη αυτή, βέβαια, είχε ήδη ξεπεραστεί από τα πράγματα. Αλλά σε όποιο βαθμό ο Πανάρετος εξέφραζε τους ομοεθνείς του, το ζητούμενο από αυτούς ήταν οι όροι επιστροφής στον Πόντο, ο οποίος παρέμενε επαρχία του Τουρκικού κράτους. 

Το αίτημα της ανεξαρτησίας, το οποίο ως τότε είχε προβληθεί κατ’ εξοχήν από τους Πόντιους της Ρωσίας, ανήκε πλέον στην ιστορία.

πηγή: http://greekworldhistory.blogspot.gr/