Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Η Στρατιωτική Πτυχή

Ως το σημείο αυτό, τα αιτήματα που είχαν υποβληθεί για τον Πόντο περιελάμβαναν:
1) Δημιουργία ανεξάρτητου Ελληνοτουρκικού κράτους στον Πόντο, ως προτεκτοράτου ξένης δύναμης (της Βρετανίας, των ΗΠΑ ή της Ελλάδας).
2) Δημιουργία Ελληνικού κράτους στον Πόντο υπό Αμερικανική προστασία.
3) Καθεστώς αυτονομίας του Πόντου «εν ισονομία Χριστιανών και Μουσουλμάνων», στο πλαίσιο του Οθωμανικού κράτους.
4) Προσάρτηση τμήματος του Πόντου στο Αρμενικό κράτος.
Οι τέσσερις αυτές εκδοχές -παρά τις κολοσσιαίες διαφορές τους- εμφανίζονται στα κείμενα της εποχής ως εναλλακτικές. Την πολυτυπία αυτή έρχεται να καταστήσει πιο πολύπλοκη η στρατιωτική πτυχή. Μπορούσε να δοθεί στρατιωτική λύση στο Ποντιακό ζήτημα; Η στρατιωτική πτυχή του Ποντιακού ζητήματος είχε τρία στοιχεία:
α) Την αξιοποίηση των τοπικών αντάρτικων ομάδων, που όπως προαναφέρθηκε είχαν σχηματιστεί από Ρωμιούς χωρικούς για αυτοάμυνα.
β) Την αποστολή Ελληνοποντιακού στρατού στο Βατούμ της Γεωργίας, το οποίο κατεχόταν από Βρετανικό στρατό, για να βοηθήσει στην άμυνα κατά των Μπολσεβίκων.
γ) Τον εν εξελίξει σχηματισμό στην Ελλάδα μονάδων με Ποντίους, προκειμένου να αποσταλούν στον Πόντο για να αμυνθούν κατά των άτακτων Μουσουλμανικών συμμοριών και του Τουρκικού στρατού.

Τα στοιχεία αυτά γνωρίζουμε κυρίως από τις αναφορές του Καθενιώτη. Η ανάπτυξη Ελληνοποντιακών στρατιωτικών μονάδων εν μέσω υπερδιπλάσιου Μουσουλμανικού πληθυσμού, όπως παρατηρούσε στις 27 Μαΐου 1919 ο Καθενιώτης, αποσκοπούσε «εις ενίσχυσιν υμετέρων προσπαθειών εν Συνδιασκέψει», δηλαδή θα αποτελούσε όχι στρατιωτικό αλλά διπλωματικό μέσο για να πείσει ο Βενιζέλος τους «μεγάλους» ότι οι Πόντιοι είχαν κάποια στρατιωτική αξία για τις εξελίξεις στην περιοχή, άρα θα έπρεπε να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Ο Καθενιώτης, χωρίς να κρύβει τις δυσκολίες, θεωρούσε εφικτή την ανάπτυξη Ελληνοποντιακών μονάδων, με τις εξής προϋποθέσεις:
Να συμμετέχουν Έλληνες αξιωματικοί Ποντιακής καταγωγής και να διαθέσει όπλα η Ελληνική κυβέρνηση, τα οποία ήταν αδύνατον να αποκτηθούν επί τόπου. Η πιο δύσκολη προϋπόθεση όμως ήταν να εξασφαλιστεί η στρατιωτική παρουσία των Συμμάχων στη Σαμψούντα και κυρίως στην Τραπεζούντα, ώστε να αποφευχθούν σφαγές του Χριστιανικού πληθυσμού. Η επίτευξη αυτής της προϋπόθεσης, βέβαια, ήταν τόσο δύσκολη, που καθιστούσε το όλο σκεπτικό έωλο, αν όχι και εξωπραγματικό. Την εποχή εκείνη οι αντάρτες στη Σαμψούντα έφταναν τους 2.000. Περιφέρονταν κατά σώματα στην ύπαιθρο και επέβλεπαν στην τήρηση της τάξης. Η δράση τους αφορούσε την αντιμετώπιση Τουρκικών συμμοριών και όχι του Οθωμανικού στρατού.
Αντίθετα, η στρατιωτική οργάνωση για την οποία έκανε λόγο ο απεσταλμένος της Ελληνικής κυβέρνησης αποσκοπούσε στο να δείξει στους Συμμάχους πόσο έντονη ήταν η Ελληνική παρουσία στην περιοχή και να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις απόσπασής της από το Οθωμανικό κράτος. Από πολιτική άποψη, η όποια στρατιωτική οργάνωση των Ποντίων δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί χωρίς τη Βρετανική συναίνεση. Ήδη από τον Νοέμβριο του 1918 δύο Βρετανικές μεραρχίες είχαν καταλάβει το Μπακού, την Τιφλίδα και το Βατούμ για να ελέγξουν επίκαιρες θέσεις κατά μήκος του σιδηροδρομικού δικτύου και του τοπικού πετρελαιαγωγού. Οι κινήσεις αυτές αποτελούσαν αμιγώς στρατιωτικές αποφάσεις.
Η Βρετανική κυβέρνηση αδημονούσε να αποδεσμευτεί από την περιοχή (εγκατέλειψε το Βατούμ τον Ιούλιο του 1920). Η στρατιωτική ανάμειξη των Ελληνοποντίων, η οποία φαίνεται ότι θεωρήθηκε ως διέξοδος από τον Βενιζέλο, εξαρτιόταν αποκλειστικά από τα Βρετανικά σχέδια. Μια άλλη πιθανή χρησιμότητα του Ελληνοποντιακού σώματος προέκυψε τον Μάιο 1919, όταν άρχισε να κλιμακώνεται η στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδας στο βιλαέτι της Σμύρνης. Ανέκυψε τότε η ιδέα να χρησιμοποιηθεί ένα τέτοιο σώμα στα μετόπισθεν των Τουρκικών δυνάμεων για αντιπερισπασμό.
Καθώς το Οθωμανικό κράτος τελούσε υπό διάλυση, η κυβέρνηση του Μεχμέτ Αντίλ Φερίντ Πασά (Mehmed Adil Ferid, 1853 - 1923) ανέθεσε στον αξιωματικό Μουσταφά Κεμάλ (1881 - 1938) καθήκοντα επιθεωρητή της Ανατολικής Μικράς Ασίας και τον προίκισε με σημαντικές εξουσίες. Αντί όμως να δράσει υπέρ της κυβέρνησης αυτής, ο Κεμάλ άρχισε να αναπτύσσει επαναστατική δράση. Στις 23 Ιουνίου 1919, όταν η Οθωμανική κυβέρνηση θορυβημένη από τις επαναστατικές του ενέργειες ανακάλεσε τον Κεμάλ, εκείνος παραιτήθηκε από το στρατό και συγκάλεσε συνέλευση στο Ερζερούμ, στην οποία συμμετείχαν αντιπρόσωποι από τα βιλαέτια Μπιτλίς, Ερζερούμ, Σεβάστειας, Τραπεζούντας και Βαν.
Αντισταθμίζοντας τις αποσχιστικές τάσεις στο εσωτερικό της διαλυόμενης Αυτοκρατορίας, οι εν λόγω αντιπρόσωποι εξέφρασαν την επιθυμία να παραμείνουν στο ενιαίο Οθωμανικό κράτος και να αρνηθούν το καθεστώς συμμαχικής εντολής. Ειδικότερα απορρίφθηκε η συζήτηση οποιουδήποτε ειδικού προνομιακού καθεστώτος για τους Έλληνες και τους Αρμένιους. 
Με την εκλογή εκτελεστικής επιτροπής υπό τον Κεμάλ, άρχισε η οργάνωση ενός νέου Τουρκικού κράτους, ως μία από τις αρχές του, το κράτος αυτό είχε την άρνηση αποδοχής των Ποντιακών αιτημάτων. 

πηγή: http://greekworldhistory.blogspot.gr/