Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Μνήμη και λήθη Στέφανου Γερασίμου Μερικές σκέψεις για έναν θάνατο – και μια νεκρική σιγή. ΜΕΡΟΣ 1ο

Για το κράτος, το σημαντικό δεν είναι ποτέ η ενικότητα ως τέτοια, αλλά μόνο η ένταξή της σε κάποια ταυτότητα, οποιαδήποτε ταυτότητα (αλλά η ίδια η δυνατότητα να αναλάβει κανείς το «οποιoδήποτε» χωρίς κάποια ταυτότητα αποτελεί μια απειλή την οποία το κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει).
 Ένα που είναι ριζικά εκκενωμένο από κάθε αναπαραστάσιμη ταυτότητα θα ήταν απολύτως άνευ νοήματος για το κράτος.

Giorgio Agamben, La comunita che viene

Στις 19 Ιουλίου 2005 πέθανε στο Παρίσι ο αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και οθωμανολόγος ιστορικός Στέφανος Γερασίμου ή Stephane Yerasimos, όπως υπέγραφε τις δημοσιεύσεις του.
Παρά το ότι ο Γερασίμου υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διεθνώς διανοουμένους στον τομέα του, (ή μάλλον στους πολλούς τομείς του), ο θάνατός του πέρασε απαρατήρητος στην Ελλάδα.
Στόχος του παρόντος κειμένου, πέρα από το να επανορθώσει, στο μέτρο του δυνατού, αυτή την παράλειψη, είναι να διατυπώσει και μια υπόθεση για τις αιτίες της. Πράγματι, πιστεύουμε ότι μια τέτοια αποσιώπηση είναι αρκετά δηλωτική για τη φύση της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας, για τους πρόσφατους μετασχηματισμούς της αλλά και για κάποια πράγματα στο εσωτερικό της τα οποία αντιστέκονται (ακόμη;) πεισματικά στο μετασχηματισμό.


1. Η ζωή και η δραστηριότητα του Γερασίμου στη Γαλλία και στην Τουρκία …
 Ο Γερασίμου γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη στις 29 Ιανουαρίου 1942. Φοίτησε στο Ζωγράφειο Γυμνάσιο, σπούδασε αρχιτεκτονική στην Κρατική Ακαδημία Καλών Τεχνών της Κωνσταντινούπολης (νυν Πανεπιστήμιο Μιμάρ Σινάν) και έφυγε το 1966 για μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. 
Το 1973 υποστήριξε στο Ινστιτούτο Χωροταξίας και Πολεοδομίας την πρώτη του διδακτορική διατριβή, η οποία και αποτελεί από τότε έργο αναφοράς στην Τουρκία, με θέμα Η ιστορία της υπανάπτυξης στην Τουρκία(τίτλος χαρακτηριστικός για τη διεθνοπολιτική φιλολογία μαρξίζουσας εμπνεύσεως εκείνης της περιόδου). Με πρόσκληση του γεωγράφου και πολεοδόμου Pierre Merlin, ιδρυτή του Γαλλικού Ινστιτούτου Πολεοδομίας του νεοσύστατου τότε Πανεπιστημίου της Vincenne (Paris VIII), άρχισε την πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία στο εν λόγω Ινστιτούτο, όπου εξελέγη καθηγητής το 1989, και επί τριάντα χρόνια αποτέλεσε πόλο έλξης για πλήθος φοιτητών με καταγωγή ή ενδιαφέροντα στις χώρες που προέκυψαν από τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ευρύτερή της γεωγραφική και πολιτιστική περιοχή.
Η έμφυτη φιλομάθεια και η συνεχής διερώτηση στην οποία ανελλιπώς υπέβαλλε τις απόψεις του, προφανώς σε συνδυασμό τόσο με την καταγωγή όσο και με την εμπειρία της μειονοτικής του ταυτότητας, έστρεψαν γρήγορα το ενδιαφέρον του προς την ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες. Το 1986 υποστήριξε τη δεύτερη διδακτορική του διατριβή με θέμα τους ξένους περιηγητές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τις απαρχές της έως τα τέλη του 16ου αιώνα, ρίχνοντας φως σε μια ελάχιστα γνωστή, σε σχέση με τις επόμενες, περίοδο όσον αφορά την περιηγητική λογοτεχνία. 
Η διατριβή αυτή είχε μάλιστα χαρακτηρισθεί τότε λόγω της σχολαστικής της πληρότητας ως «το τελευταίο έργο βυζαντινού καλόγερου». Το θέμα αυτό είχε αρχίσει άλλωστε να τον κάνει ευρύτερα γνωστό στο γαλλικό κοινό από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, οπότε ανέλαβε την παρουσίαση σημαντικών περιηγητικών κειμένων σχετικών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία για τη σειρά «Decouvertes» του γαλλικού εκδοτικού οίκου Maspero.
 Ακαταπόνητος ερευνητής, σχολαστικός μελετητής των αρχειακών πηγών, υπήρξε για πάνω από δύο δεκαετίες, χάρη στην πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα (τριάντα περίπου βιβλία και πάνω από διακόσια άρθρα) υποχρεωτική αναφορά για όλους όσους ασχολούνταν με την ιστορία και τον πολιτισμό, υλικό και πνευματικό, του οθωμανικού κόσμου με ιδιαίτερη έμφαση στην Κωνσταντινούπολη.
Μέλος της συντακτικής επιτροπής πολλών σημαντικών επιστημονικών περιοδικών, όπως της, ειδικευμένης σε θέματα γεωγραφίας και γεωπολιτικής, γαλλικής επιθεώρησης «Ηerodote», καθώς και των Cahiers d'etudes sur la Mediterranee orientale et le monde turco-iranien (CEMOTI), υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Ιδρύματος Ιστορίας της Τουρκίας (Tarih Vakf?), σύμβουλος της Τουρκίας στο Κέντρο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ και σύμβουλος στο Κέντρο Αναλύσεων και Προβλέψεων του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας. Από το 1994 έως το 1999 είχε διοριστεί από το γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών στη θέση του διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών στην Κωνσταντινούπολη, ενός ιδρύματος επιφορτισμένου με το συντονισμό όλης της γαλλικής ερευνητικής δραστηριότητας στην Τουρκία. 
Του δόθηκε έτσι η ευκαιρία να επιδείξει τις εξαιρετικές διαχειριστικές, οργανωτικές και επικοινωνιακές του ικανότητες, αλλά και την ουσιαστική του σχέση όχι μονάχα με το παρελθόν, αλλά προπαντός με το παρόν και το μέλλον της γενέτειράς του. Και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σε αυτόν, και στην επιθυμία του να δοθεί νέα ώθηση στις βυζαντινές σπουδές στην Τουρκία, οφειλόταν η διοργάνωση του δεύτερου (μετά το. .. 1955!) βυζαντινολογικού συμποσίου το 1999, με τη συμμετοχή τού Γαλλικού Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών και του Πανεπιστημίου του Βοσπόρου.
Την επομένη του απροσδόκητου θανάτου του, εκτενείς νεκρολογίες στο γαλλικό τύπο αναφέρθηκαν στο έργο και την προσωπικότητά του, ενώ ο τουρκικός τύπος θρήνησε το θάνατο ενός ιστορικού και διανοουμένου που υπήρξε παράδειγμα ευρύτητας πνεύματος, αμερόληπτης και απροκατάληπτης κρίσης. 
 Το θάνατο μιας «γέφυρας ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία» (Μουράτ Μπελγκέ), του «Μεγάλου Ρωμιού», όπως πολύ εύστοχα τον αποκάλεσε ο πολιτειολόγος ερευνητής του CNRS Σεμίχ Βανέρ, παραφράζοντας την έκφραση le Grand Turc με την οποία αποκαλούσαν στη Δύση τον Οθωμανό Σουλτάνο, γιατί συμβόλιζε στα μάτια μιας σημαντικής κατηγορίας συμπολιτών του τη μεγάλη πνευματική και πολιτιστική συμβολή την ρωμέικης κοινότητας στο οθωμανικό τους παρελθόν, προτρέποντάς τους θαρρείς με την ενεργό, δημιουργική του συμμετοχή στο παρόν να αναλογισθούν το δυσαναπλήρωτο ίσως κενό που δημιούργησε η συρρίκνωση, αν όχι η πλήρης εξάλειψή της.

2. … και ο «πολιτικός του θάνατος» στην Ελλάδα
 Στην Ελλάδα αντίθετα, ο θάνατός του πέρασε όπως είπαμε ουσιαστικά απαρατήρητος. Πέρα από κάποια σύντομη είδηση σε μια καθημερινή εφημερίδα, εξ όσων γνωρίζουμε δεν δημοσιεύτηκε ούτε την επομένη ούτε τις μέρες που ακολούθησαν το θάνατό του το παραμικρό κείμενο σε οποιοδήποτε ελληνόφωνο έντυπο. 
Έκδηλα αμήχανη, η Ελληνική Πρεσβεία στο Παρίσι δημοσίευσε, στο γαλλόφωνο μόνο δελτίο της ιστοσελίδας της στις 22/07/2005, την είδηση του θανάτου του, με τον αμφίσημο και αποστασιοποιημένο τίτλο «Στέφανος Γερασίμου – Ο τουρκικός τύπος θρηνεί την απώλεια ενός μεγάλου ιστορικού». Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Γαλλίας επίσης δημοσίευσε την είδηση στις 2 Αυγούστου, παράλληλα με μια παρουσίαση του ορθόδοξου θεολόγου Jean-Claude Larchet για δύο βιβλία του αποδημήσαντος αφιερωμένα στην Κωνσταντινούπολη. 
Το μοναδικό άξιο λόγου σχετικό κείμενο στον ελληνικό τύπο υπήρξε μια νεκρολογία του ιστορικού Βαγγέλη Κεχριώτη (υποψήφιου διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου) στον Δεκαπενθήμερο Πολίτη.
Αυτή η εκκωφαντική σιωπή δεν συνόδευσε μόνο το θάνατο, αλλά και την ίδια τη ζωή και τη δραστηριότητα του Γερασίμου. Πραγματικά, μέχρι σήμερα, δεν έχει εκδοθεί στα ελληνικά παρά μονάχα ένα από τα 30 περίπου βιβλία του και μάλλον κανένα, εξ όσων γνωρίζουμε, από τα εκατοντάδες άρθρα και ανακοινώσεις που δημοσίευσε. Το πολιτικό, δημοσιογραφικό και ακαδημαϊκό κατεστημένο της Ελλάδας, όπως εξάλλου και το «αντι-κατεστημένο», ό,τι και αν νοήσουμε με τον όρο αυτό, παρέμειναν παγερά αδιάφορα για το έργο του, επιδεικνύοντας εν προκειμένω έναν σκανδαλωδώς αδιατάρακτο επαρχιωτισμό.
Το ήδη αξιοπερίεργο γεγονός ότι ένα τόσο πλούσιο έργο τελούσε, και τελεί, ουσιαστικά υπό καθεστώς απαγόρευσης [ban] στην Ελλάδα, καθίσταται ακόμα περισσότερο αξιοπερίεργο για δύο λόγους:
α) Παγίως, τα ελληνικά ΜΜΕ αναζητούν και αναδεικνύουν μέχρις υπερβολής και το πιο ασήμαντο επιστημονικό επίτευγμα, φτάνει σε αυτό να είναι έστω και έμμεσα αναμεμειγμένος κάποιος εκπρόσωπος του «ελληνισμού», απόδημου ή γηγενούς, ο οποίος να μπορεί να ενταχθεί στο αφηγηματικό μοντέλο του «διαπρεπούς επιστήμονα ο οποίος δοξάζει τη χώρα μας στο εξωτερικό».
 Π.χ. τις μέρες που γράφονται αυτές οι γραμμές (Σεπτέμβριος 2005), έτυχε πεντάλεπτης προβολής από το κεντρικό δελτίο ειδήσεων της ΝΕΤ το γεγονός ότι μία ελληνοαιγύπτια ορθοπεδικός τιμήθηκε με τρίμηνη υποτροφία από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, προκαλεί εντύπωση πώς αφέθηκε ανεκμετάλλευτο ένα παράδειγμα εκ πρώτης όψεως πολύ σημαντικότερο και καταλληλότερο για παρόμοια ιδεολογική αξιοποίηση.
β) Ο Γερασίμου όμως θα «κολλούσε» και σε ένα άλλο αφηγηματικό μοντέλο που γνωρίζει άνθηση τα τελευταία χρόνια, χρόνια «ελληνοτουρκικής φιλίας» και επαναπροσέγγισης. Πραγματικά, μέσα σε ένα κλίμα όπου εντείνονται οι πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τόσο στη «βάση» όσο και στην «κορυφή», όπου τηλεοπτικά σήριαλ, κινηματογραφικές ταινίες, μυθιστορήματα και ποπ τραγούδια εκτελωνίζονται με εξαιρετική ταχύτητα και πυκνότητα απ’ τη μια χώρα στην άλλη, όπου λευκώματα με φωτογραφίες, καρτ ποστάλ, απομνημονεύματα και μαγειρικές συνταγές εκδίδονται και αγοράζονται με απληστία, αρκεί να αναφέρονται στις (τέως;) «χαμένες πατρίδες», φαίνεται ανεξήγητο πώς έχει αγνοηθεί ένας άνθρωπος που, δεκαετίες πριν, είχε καταστήσει αντικείμενο της μελέτης του ακριβώς αυτά τα στοιχεία της οθωμανικής πολιτιστικής κληρονομιάς που είναι σε μεγάλο βαθμό κοινά από τις δύο μεριές του Αιγαίου.