Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Φίλων Κτενίδης

Στις 13 Ιούλη 1963, ο Φίλων Κτενίδης, ιδρυτής του περιοδικού "ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΕΣΤΙΑ", θεατρικός συγγραφέας , λαογράφος και γιατρός άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 74 χρόνων.





Από τους κορυφαίους Πόντιους λογοτέχνες, ο πολυγραφότερος όλων, ο φλογερός πατριώτης Φίλων Κτενίδης έχει γράψει θεατρικά έργα, ποιήματα και πεζογραφήματα στο ποντιακό γλωσσικό ιδίωμα και στη νεοελληνική γλώσσα, δημοτική και καθαρεύουσα. Γιατρός στο επάγγελμα, αλλά και δημοσιογράφος από τα  γυμνασιακά του χρόνια, ιδρυτής του Σωματείου «Παναγία Σουμελά» και εμπνευστής της ιδέας αλλα και πρωτομάστορας της ανιστόρησης της μονής της Παναγίας Σουμελά στη Καστανιά Βερμίου.
Ο Φίλων Κτενίδης γεννήθηκε το 1889 στην Τραπεζούντα, πέρασε όμως, τα παιδικά του χρόνια στην Κρώμνη, γι αυτό και αναφέρεται συχνά σε αυτήν μέσα στο έργο του. Το 1906 αποφοίτησε αριστούχος από το Φροντιστήριο Τραπεζούντας και από τον ίδιο χρόνο έως το 1909 εργάστηκε σαν λογιστής, συνεργαζόμενος παράλληλα, σε φιλολογικά θέματα, με την εφημερίδα της Τραπεζούντας «Εθνική Δράσις». Δυστυχώς , από την συνεργασία αυτή δεν υπάρχει κανένα κείμενο, γιατί και ο ίδιος δεν αναδημοσίευσε τίποτε στην «Ποντιακή Εστία». Άγνωστο είναι αν υπάρχουν σχετικά στοιχεία στο ανερεύνητο ακόμη αρχείο του.

                                          ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ο Φίλων Κτενίδης ξεκίνησε τη φιλολογική και λογοτεχνική του δραστηριότητα το 1907, όταν ήταν δεκαεννέα ετών, με την έκδοση της συλλογής ποιημάτων του «Εαρινά άνθη». Από τον επόμενο χρόνο, γράφοντας φιλολογικά και λογοτεχνικά θέματα στην εφημερίδα της Τραπεζούντας «Εθνική Δράσις», συναγωνίζεται στη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία με ευγενική άμιλλα, τον αχώριστο φίλο του Νίκο Καπετανίδη, που δημοσίευε χρονογραφήματα του στην εφημερίδα «Φάρος της Ανατολής».
Το 1910, οι δυο φίλοι-έκδοτης ήταν ο Κτενίδης- εκδίδουν το δεκαπενθήμερο, ποικίλης ύλης, περιοδικό της Τραπεζούντας «Επιθεώρησις». Για την εποχή αυτή και ενθυμούμενος τον Καπετανιδη, ο Κτενιδης σημείωνε το 1953 στο περιοδικό «Ποντιακή Εστία»:
«Δεν ξέρω αν γράφαμε παίζοντας ή παίζαμε γράφοντας». Ο Κτενίδης θυμόταν, επίσης, ότι εκείνη την περίοδο μαζεύονταν οι φίλοι  στο σπίτι του Θεόδωρου Κασσάνη, στον Άγιο Γρηγόριο, κοντά στο Φροντιστήριο και συζητούσαν διάφορα θέματα. Τους απασχολούσε πολύ εκείνον τον καιρό το γλωσσικό ζήτημα, που ήταν στη βράση του. Αργότερα μαζεύονταν στο σπίτι του Καπετανίδη, στην Αγία Μαρίνα, και στο σπίτι του Ηλία  Εφραιμίδη, στον Άγιο Γρηγόριο. Έκαναν φιλολογικές συζητήσεις, απήγγειλαν ποιήματα, έπαιζαν θέατρο με ελληνικές κωμωδίες και δράματα.
Κατά τα δυο χρόνια (1910-1911) που κυκλοφόρησε το περιοδικό «Επιθεώρησις» , κατόρθωσε να ξεπεράσει τα σύνορα του Πόντου και να φτάσει στην Ρωσία, όπου απέκτησε συνεργάτες και συνδρομητές. Κτενίδης και Καπετανίδης, ο ένας πάντοτε κοντά στον άλλον , εκτός από τα εθνικά τους ενδιαφέροντα, που συχνά βρίσκουν τον τρόπο να το αποδείξουν, παρακολουθούν τα φιλολογικά και λογοτεχνικά πράγματα στην Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη, μέσα από τα έντυπα, που φτάνουν στον Πόντο, φανερά ή κρυφά. Είναι και οι δυο αναγνώστες του περιοδικού του Γρήγορη Ξενόπουλου "Η διάπλασης των παίδων" και διαβάζουν Έλληνες, Ρώσους και άλλους Ευρωπαίους συγγραφείς. Στην  περίοδο αυτή, ανήκουν τα ποιήματα του Φίλωνα Κτενίδη «Η αγάπη», «Μακράν σου», «Σαν τραγουδής...», «Το ξένο πουλί», «Εις την σταυρωσιν», «Εις το μνήμα του πατρός μου», «Τετράστιχα» κ.α.
                                           
                                    ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ
Φοιτητής στην Αθήνα (1911)
Οι σπουδές αναγκάζουν τον Φίλωνα Κτενίδη, να φύγει το 1911, στην Αθήνα. Άφησε τη διεύθυνση του περιοδικού «Επιθεώρησις» στον Νίκο Καπετανίδη, που έβγαλε τα τελευταία τεύχη. Ο Κτενίδης σημειώνει, αργότερα, ότι τα  τεύχη που έβγαλε ο Καπετανίδης ήταν τα καλύτερα.
Ενώ ήταν φοιτητής το 1912-1913, στους βαλκανικούς πολέμους, ο Κτενίδης κατατάχτηκε εθελοντής στον Ελληνικό Στρατό και συμμετείχε στα πολεμικά μέτωπα Ηπείρου και Μακεδονίας. Το 1914-1915, καταδιωκόμενος από τους Τούρκους, επειδή υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό, κατέφυγε στα ελληνικά χωριά της επαρχίας Τραπεζούντας, όπου προσέφερε δωρεάν τις πολύτιμες υπηρεσίες του ως γιατρός. Με την είσοδο των ρωσικών στρατευμάτων στην Τραπεζούντα, έφυγε για τον Καύκασο. Από το 1915 έως το 1917 υπηρέτησε ως γιατρός , διευθυντής του μεγαλύτερου ρωσικού στρατιωτικού νοσοκομείου , που είχε εγκατασταθεί στα Πλάτανα, γύρω στα δώδεκα χιλιόμετρα δυτικά της Τραπεζούντας. Αποστρατεύτηκε μετά την επανάσταση του 1917 στη Ρωσία.
Το 1918 διετέλεσε πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου στο Κρασνοντάρ- Αικατερινοντάρ της Ρωσίας. Στη συνεχεία, με πρόταση του , απαλλάχτηκε από τα καθήκοντα του προέδρου- για να μπορεί να κινείται- και έφυγε στην Αθήνα, όπου ενημέρωσε την ελληνική κυβέρνηση για το ζήτημα της ανεξαρτησίας του Πόντου. Απογοητευμένος από την δυσάρεστη τροπή που πήρε το εθνικό αυτό θέμα, ο Φίλων Κτενίδης έφυγε για το Παρίσι, για να πάρει ιατρική ειδίκευση.
Το 1920 διέκοψε για δεύτερη φορά τις σπουδές του και έσπευσε εθελοντής στο μικρασιατικό μέτωπο, όπου πίστευε ότι κρινόταν η τύχη του ελληνικού έθνους. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή και συγκεκριμένα το 1922, εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του στη Θεσσαλονίκη. Το 1935 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με το Λαϊκό κόμμα του Παναγή Τσαλδάρη. Από το 1938 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, όπου άσκησε το επάγγελμα του γιατρού αφροδισιολόγου-δερματολόγου. Από τότε άρχισε να γράφει τα θεατρικά του έργα.

                            ΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΦΙΛΩΝΑ ΚΤΕΝΙΔΗ
Τα θεατρικά  έργα του Φίλωνα Κτενιδη είναι κατά χρονολογική σειρά:
O Ξενητέας
Ο Μάραντον
Το γιάντες
Το Μαυροκόρτς
Ο Γκιαβούρτς
Η Προξενεία
Ο Χωρέτες
Ο Τελευταίο ο χορός
Ο Κλήδονας
Ο Ακρίτας
 Οι Πατρίδες
Σουμελά
Η Γυναίκα του πρωτομάστορα
Η Αποθήκη της Στοφορίνας
Η Ανεψιά τη Βέβαια
Η δασκαλίτσα
Υπουργικά βάσανα
Ο Ζουρνάς.
Ο Φίλων Κτενίδης έγραψε,, βασικά θέατρο, ελληνικό θέατρο, στην ποντιακή διάλεκτο, όπως έγραψαν άλλοι στην κρητική διάλεκτο, στην επτανησιακή, στην κυπριακή. Η ποντιακή του ήταν προσφιλής, αυτήν χρησιμοποιούσε στις συζητήσεις με τους πόντιους φίλους και γνωστούς του αυτή τον συνέδεε με τον αλησμόνητο Πόντο. Είναι ο μοναδικός Πόντιος θεατρικός συγγραφέας που τα έργα του έχουν παρουσιαστεί από τους περισσότερους ερασιτεχνικούς θιάσους, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Τα θεατρικά του έργα χαρακτηρίζονται από όλους, σχεδόν, λαογραφικά και δικαιολογημένα, αφού μέσα σε αυτά κύρια θέση έχουν τα ήθη και τα έθιμα των ποντίων και εκτός αυτού, όταν παρουσιάστηκαν αυτά τα έργα, στους πόντιους ...επιτρεπόταν να αναφέρονται μόνον στη θεωρούμενη ακίνδυνη για την επικρατούσα πολιτική κοινωνική κατάσταση λαογραφία. Έτσι γινόταν λόγος για τις άλλες διαστάσεις των κειμένων  που έγραφαν οι Πόντιοι, υπήρχε ο άμεσος κίνδυνος να χαρακτηριστούν ως αριστεροί, εχθροί του καθεστώτος!
Εδώ Πόντιοι πνευματικοί άνθρωποι, όπως π.χ. Ο Γιώργος Ζερζελίδης, ο Στάθης Αθανασιάδης-Γεροστάθης, ο Ιορδάνης Παμπούκης, που δεν άνηκαν, βεβαίως στην συντηρητική παράταξη, όπως ο βασιλόφρων Φίλων Κτενίδης, και αυτοί συνήθιζαν να αναφέρονται μόνο στη λαογραφία.
Εκτός όμως , των παραπάνω, πολλοί είναι που μπερδεύουν τη λαογραφία με το ..παραμύθι- κυρίως με το παραμύθι που αποκοιμίζει τα ..μωρά-, που είναι ένα από τα στοιχεία της λαογραφίας. Η λαογραφία καλύπτει το ευρύτερο φάσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Γιατί λαογραφία είναι η καταγραφή των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων ενός λαού, μιας ομάδας ανθρώπων, μέσα σε κάποια ορισμένη χρονική στιγμή η κατά την διάρκεια μεγαλύτερων χρονικών περιόδων. Και στη λαογραφία συγκαταλέγονται η γλώσσα, οι θρησκευτικές δοξασίες, ήθη και έθιμα, θρύλοι, παραδόσεις, μύθοι, χοροί, τραγούδια, φαγητά και όλα που ζουν οι άνθρωποι ενός τόπου.
Όλα αυτά δεν νοούνται ξεκομμένα, δεν μπορούν να νοηθούν ξεκομμένα, αφού συνδέονται άμεσα με την κοινωνική υπόσταση των ανθρώπων, δηλαδή με τους ατομικούς ή συλλογικούς αγώνες τους για την καλύτερη ζωή, που τους σημαδεύουν και τους τοποθετούν πολιτικά μέσα στην ιστορία.
Δεν είναι, επομένως, απόλυτη η μοναδική σχέση των θεατρικών έργων του Κτενίδη με τη λαογραφία. Ο «Μαραντον» και ο «Ακρίτας» είναι κυρίως επικά έργα που υμνούν τους ήρωες των αγώνων του ελληνισμού, ο «Ξενητεας», «Η προξενεία» και το «Μαυροκόρτς» είναι έργα με κοινωνικές, κυρίως, προεκτάσεις.
Στη λαογραφία επιμένει ο Πόντιος σκηνοθέτης του Εθνικού θεάτρου και άλλων θιάσων Τάκης Μουζενίδης, που γράφει στο άρθρο του για το «Ποντιακό θέατρο»:
"...Η έννοια του Ποντιακού θεάτρου στην Ελλάδα δεν μπορεί να πάρει την έκταση που έχουν τα θέατρα των μειονοτήτων  στις διάφορες χώρες. Εκεί, οι μειονότητες αποτελούν ένα ξεχωριστό κομμάτι της Επικράτειας, με δικές τους φυλετικές διακρίσεις. Οι Πόντιοι, όμως,...δεν είχαν ούτε έχουν σήμερα (δεκαετία του 1960) την πρόθεση και την αξίωση ν' αποτελέσουν ένα ξεχωριστό κομμάτι της Ελλάδας. 
Προσαρμόστηκαν όσο γίνεται πιο γρήγορα στο καινούργιο περιβάλλον, έμαθαν τη γλώσσα του τόπου και δόθηκαν με την ψυχή τους ...στην ιδέα της ενιαίας Ελληνικής πατρίδας. Γι' αυτό δεν μπαίνει ζήτημα ιδιαίτερου θεάτρου...Το θέατρο στην ποντιακή διάλεκτο, με μύθους παρμένους από τη ζωή των πατρικών τόπων και με τη συνακόλουθη παρουσίαση ηθών και εθίμων της πραγματικά ελληνικής εκείνης γωνίας εξυπηρετεί έναν βασικό σκοπό: λαογραφικό, κι έναν παράλληλο, προσφέρει στους νοσταλγούς εκείνης της ζωής την ανακούφιση μιας ψευδαισθήσεως...».
Και όμως η πραγματικότητα διαψεύδει τον Τάκη Μουζενίδη, αφού παρά τις πολλές δυσκολίες , ξεχωριστό ποντιακό θέατρο υπάρχει, όπως υπάρχει κρητικό και επτανησιακό.
Αναφερόμενος στα θεατρικά έργα του Κτενιδη, ο Ιωακείμ Σαλτσής τονίζει: 
«Υπέροχα- ξέχωρα- πνευματική πρόσφορα του ποιητή της ‘Καμπάνας του Πόντου' είναι τα θεατρικά του έργα. Η παραγωγή τους αρχίζει μεταπολεμικώς ήδη. Και συνεχίζεται αργότερα, παράλληλα με την έκδοση του περιοδικού (Ποντιακή Εστία). Και ανεβάζοντας στη νεοδημιουργημένη "Ποντιακή σκηνή" στην Αθήνα, Πάτρα, στις επαρχίες της Β. Ελλάδας κατ' επανάληψη. Πάταγο δημιουργεί , συναγερμό προκαλεί παντού το ανέβασμα τους. Είναι αλήθεια ότι η ‘Ποντιακή Σκηνή' δημιουργείται από την κατοχή ήδη. Αλλά πάσχει από έλλειψη έργων. Δυο τρία από τα παλιά, δεν βρίσκονται πια. Άλλα είναι ακατάλληλα(!..) Και συμπυκνωτής της αντιλήψεως ότι οι ποντιακοί λαογραφικοί θησαυροί και θρύλοι θ' αποδώσουν το άπαντο της ηθικής τους επίδρασης, αν διδαχθούν από την σκηνή, σε ιδιώματα ποντιακά,ο Φίλων Κτενίδης προχωρεί στο έργο ακαταπόνητος , αδάμαστος. Και είναι όλα του τα έργα - με κορωνίδα τον ‘Ξενητεαν'-εξαιρετικά. Και δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από τη σύγχρονη άλλη ελληνική ηθογραφική παραγωγή. Δεκαέξι θεατρικά έργα συνθέτει έως το 1958. Ορυμαγδός γονιμότητας και παραγωγικότητας..»
Ο Ερμής Μουρατίδης υπογραμμίζει ότι «κύριος χώρος του ποντιακού θεάτρου στην Ελλάδα στάθηκε η ηθογραφία». Και κατατάσσοντας τα έργα του Φίλωνα Κτενίδη - και άλλων συγγραφέων - μέσα στο σύνολο του ποντιακού δραματολογίου, αναφέρει ότι, παράλληλα με τα έργα με καθαρά ηθογραφικό περιεχόμενο, υπάρχουν και έργα με υποθέσεις ιστορικές, η θεματολογία των οποίων είτε ακουμπά στα παλιά δημώδη άσματα του Πόντου είτε σε ιστορικά συμβάντα. Και πολύ σωστά αναφέρει το έργο «Ακρίτας», του οποίου, όμως, παραχαράσσει τον τίτλο, βαφτίζοντάς το: «Ο Διγενής Ακρίτας»!...
Για την προσφορά του Φίλωνα Κτενίδη στο ποντιακό θέατρο, η Αλεξάνδρα Ιασονίδου - Αργυροπούλου έγραψε στο "Αρχείον Πόντου", με τίτλο «Λαογραφικά στοιχεία μέσα από το θεατρικό έργο του Φίλωνα Κτενίδη» ότι μπορούμε να παρακολουθήσουμε μέσα στα θεατρικά του έργα «τη ζωή, όπως κυλούσε στην πατρογονική γη, στον Πόντο. Είναι μια πλούσια πηγή για τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις, την κοινοτική ζωή ...».
                                         
                                    ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ
Το λογοτεχνικό έργο του Κτενιδη περιλαμβάνει κυρίως ποιήματα, άλλα και αρκετά πεζογραφήματα, στα οποία, βεβαίως, περιλαμβάνονται και τα θεατρικά του έργα-όχι όλα, γιατί, και από αυτά, μερικά είναι ποιητικά. Κορυφαίο ποίημα του είναι η σύνθεση με τίτλο  «Η Καμπάνα του Πόντου», μια ελεγεία , ένα κλάμα, ένα παράπονο, που αποτελεί ταυτοχρόνως και ένα ύμνο στις αλησμόνητες πατρίδες και ειδικότερα στον πολυαγαπημένο Πόντο. Από τα πρώτα του ποιήματα , που δονούνται από πατριωτισμό, ή ψάλλουν την αγάπη σε όλες τις μορφές και έως την «Καμπάνα» της νοσταλγίας και τα «Λάκριμε Ρέρουμ»- τα δάκρυα των πραγμάτων- του γκρεμισμένου κάστρου, οι στίχοι  του, σαν κελάρυσμα των νερών του Πυξίτη της Τραπεζούντας, σαν κελάρυσμα των πουλιών στα ποντιακά παρχάρια, όλα συγκινούν και θα συνεχίσουν να συγκινούν.
Δυστυχώς, επειδή όλα σχεδόν, τα ποιήματα του, ή τουλάχιστον τα αριστουργήματα του, είναι γραμμένα στην ποντιακή διάλεκτο, δεν μπορούν να απολαύσουν την ομορφιά τους και οι μη Πόντιοι.
«Η Καμπάνα του Πόντου» αποτελεί κορύφωση της ποιητικής δημιουργίας του Φίλωνα Κτενιδη και παρουσιάζεται όταν ο ποιητής είχε συμπληρώσει τα εξήντα του χρόνια. Είναι ενδιαφέρον, ωστόσο, να παρακολουθήσει κανείς τα διάφορα σταδία στην εξελικτική πορεία του δημιουργού, που δεν σταμάτησε να γράφει, να οραματίζεται και να δημιουργεί μέχρι τις τελευταίες ημέρες πριν από τον θάνατο του ,το 1963, στα 74 χρόνια του.
           

                                         
                            «Ήτο μέγας»
Ο Γεώργιος Κανδηλάπτης-Κάνις τονίζει, μεταξύ άλλων για τον Κτενιδη:
«Ήτο μέγας και εφάμιλλος των μεγάλων εκείνων αντρών Κωνσταντίνου Ξανθοπουλου, Περικλέους Τριανταφυλλίδου, Γεωργίου Κ. Παπαδόπουλου του Κυριακιδου, Ανδρέου Σιμώνωφ, Ηλία Κωνσταντινίδου, Κωνσταντίνου και Αριστείδου Ιεροκλέους και τόσων άλλων οίτινες ετάξαντο εαυτούς εις την εξύψωσιν λόγω και έργω του Ελληνισμού του Πόντου και εν αυτή τη Ελλάδι δια την συνεκτικότητα και εμπέδωσιν της εκεί Εθνικής Ποντιακής ιδέας...».
Και θεωρεί ο Κανδηλάπτης ότι ο Κτενίδης χρησιμοποίησε «τρία σωτήρια μέσα...δια να συνένωση  τους απανταχού Ποντίους εις μιαν ψυχή και καρδίαν...». 
Δηλαδή την ανιστόρηση της μονής της Παναγίας Σουμελά στο Βέρμιο, την έκδοση για δεκατέσσερα χρόνια του περιοδικού «Ποντιακή Εστία» και τα θεατρικά του έργα, «...τα οποία αναπτέρωσαν το πατριωτικό αίσθημα και τον προς τον Πόντον της νέας γενεάς νόστον και αγάπη...»