Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

«Συγκέντρωσις της εθνικής μάζης»

«Η πρώτη συνέπεια (της εισροής των προσφύγων) - γράφει ο Βασ. Κριμπάς, διευθυντής, κατά το 1924-28 της Αγροτικής Αποκαταστάσεως του τμήματος της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων - ΕΑΠ - και κατόπιν Καθηγητής της Γεωπονικής Σχολής, είναι η εν μιά συνεχόμενη και ανεξαρτήτω χώρα συγκέντρωσις της εθνικής μάζης και η ολοέν εδραιουμένη πεποίθησις τα εκ τοιαύτης συγκεντρώσεως μέλλοντα να πηγάσωσιν ωφελήματα θα ισοφαρίσωσιν εντός δεκάδων τινών ετών (γράφθηκαν αυτά τα 1926) απάσας τας απώλειας, ας υπέστησαν οι δοκιμασθέντες πληθυσμοί. 
Ούτοι, καίτοι διετήρουν ακέραιον την εθνικήν αυτών συνείδησιν, δεν ηδύναντο άτε ζώντες επί εδάφους ουχί ελευθέρου, να συντελέσωσιν εις την εθνικήν πρόοδον δια πασών των ηθικών και υλικών αυτών δυνάμεων. 
Δευτέρα συνέπεια είναι ο εντελής εξελληνισμός επαρχιών, ων η εθνική σύστασις ήτο αντικείμενον αμφισβητήσεων και η διεθνής αναγνωρισθείσα αρχή της ελλείψεως μειονοτήτων εν Ελλάδι...» 

 Απ' αυτή την εθνολογική αλλαγή που επήλθε στη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη, η Ελλάδα είχε πια στα χέρια της ένα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα για να αντικρούσει, σε διεθνές επίπεδο και σε βαλκανικό, την αμφισβήτηση που εξέφραζαν και οι γείτονες της χώρας και ευρωπαϊκοί παράγοντες, ως προς τη σύνθεση του πληθυσμού των μερών αυτών. « Έκτοτε, θα γράψει ο Αιγίδης, η εθνολογική εμφάνισις των βορείων επαρχιών, το ασθενέ-στερον τούτο σημείον της ελληνικής εγκαταστάσεως εις τα εδάφη, τα προσκτηθέντα δια των Συνθηκών των Αθηνών και του Βουκουρεστίου, μετεβλήθη. Και επαγιώθη το εθνολογικόν εκείνο καθεστώς, χάρις εις το οποίον, την επαύριον της καταστροφής το ελληνικόν κράτος απέφυγε μεν την επανασυζήτησιν του εδαφικού στάτους και των μακεδονικών αυτών επαρχιών, συνεκράτησε δε και την Δυτικήν Θράκη, το μόνον εναπομείναν υπό την κυριότητα αυτού εδαφικόν κέρδος εκ της εισόδου αυτού εις την παγκόσμιον αλληλοσφαγήν του 1914-18... 
Δια να καταφανή εναργέστερον η σημασία της εθνολογικής ομοιομορφίας του πληθυσμού της Ελλάδος (με την εισροή των προσφύγων), δεν είναι ίσως άσκοπον να ανατρέξωμεν και εις το πρόσφατον παρελθόν, εις την περίοδον εκείνην του Παγκοσμίου πολέμου (του Α) κατά την οποίαν οι σύμμαχοι της Αντάντ (Γαλλία-Αγγλία), επιζητούντες να εξασφαλίσωσι την προσχώρησιν της Βουλγαρίας εις την ιδικήν των παράταξιν, εξήσκησαν επί της Ελλάδος πίεσιν παντοειδή δια να δεχθή αύτη να παραχώρηση εις την Βουλγαρίαν την Ανατολικήν Μακεδονίαν ολόκληρον, με μόνον πρόσχημα και μόνην δικαιολογίαν την αριθμητικήν εν αυτή επικράτησιν του βουλγαρικού πληθυσμού...». 
Ο Α. Πρωτονοτάριος, στο έργο του «Το προσφυγικόν πρόβλημα από ιστορικής, νομικής και κρατικής απόψεως» αναφερόμενος στο θέμα της εθνολογικής αλλαγής της χώρας, γράφει: «Σημαντικωτάτη επίσης υπήρξεν από εθνολογικής απόψεως η εν Ελλάδι αποκατάστασις των ομογενών προσφύγων. Ο κατά το 1912 Ελληνισμός της Μακεδονίας ανήρχετο εις 513.000 ψυχάς, αποτελών τα 42,6% του όλου πληθυσμού αυτής, μετά δε την ανταλλαγήν των πληθυσμών και την αποκατάστασιν των προσφύγων, ο Ελληνισμός της Μακεδονίας ανέρχεται σήμερα (1929) εις 1.341.000 ψυχάς, αποτελών το 88,8% του όλου πληθυσμού...». 
Το γεγονός της χρησιμοποιήσεως αυτού του καταδιωκόμενου, αιματωμένου ανθρώπινου υλικού για τη δημιουργία εθνικού ομοιογενούς κράτους, είναι άξιο ιδιαίτερης εξάρσεως, μια πράξη που μετρίασε την οδύνη και τη θλίψη του Ελληνισμού στις ζοφερές εκείνες μέρες.
Οι περιοχές που κατακτήθηκαν κατά τους θριαμβευτικούς πολέμους του 1912 και 1913 δεν είχαν ελληνική πλειοψηφία, δεν μπορούσαν, όπως ήσαν, να ενσωματωθούν εύκολα στον υπόλοιπο κορμό του ελληνικού κράτους. Οι διάφορες επιδρομές των βορείων λαών, κατά τη μακρόχρονη ιστορία των Ελλήνων και οι αλλόφυλες κατακτήσεις, αλλοίωσαν την ελληνικότητα των μερών αυτών. Και έτσι, αποτελούσαν, στη νεώτερη ιστορία της χώρας μας, συνεχές πρόβλημα για την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, λόγω της συνθέσεως του πληθυσμού και της γειτνιάσεως των περιοχών αυτών με τους υποβλέποντες γείτονες. Οι φανερές και σκεπασμένες διεκδικήσεις των γειτόνων αυτών (Σέρβων, Βουλγάρων, ακόμα και Ρουμάνων) στηρίζονταν σε εθνικό-πληθυσμιακά δεδομένα. Πρόβαλαν πάντοτε τη σύνθεση των πληθυσμών των μερών αυτών. 
Κατά το 1912, σύμφωνα με τις στατιστικές της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων - ΕΑΠ -, η εθνολογική σύνθεση της Μακεδονίας, που καταλήφθηκε από τον ελληνικό στρατό, σε σχέση με τη σύνθεση αυτή κατά το 1926, όταν εγκαταστάθηκαν πια οι πρόσφυγες στις περιοχές αυτές, ήταν η παρακάτω:
                               1912                                                  1926
                              Πληθυσμός %                               Πληθυσμός %
Έλληνες                                513.000 42,6                                 1.341.000 88,8
Μουσουλμάνοι                    475.000 39,4                                        2.000  0,1
Σλαβόφωνοι                     119.000 9,9                                              77.000   5,1
Διάφοροι                               98.000 8.1                                              91.000   6,0
Σύνολα                           1.205.000 100                                       1.511.000 100

Συνεπώς, σε σχέση με όλον τον πληθυσμό της Μακεδονίας, κατά το 1912, οι Έλληνες, μπροστά στους Μουσουλμάνους, τους Σλαβόφωνους και τους Ισραηλίτες (διάφοροι), ήσαν μειοψηφία, που συγκέντρωναν μόλις το 42,6% του όλου πληθυσμού. Όμως, με την εγκατάσταση των προσφύγων στις βόρειες περιοχές της χώρας, και την ανταλλαγή των Βουλγάρων και των Τούρκων, το ελληνικό στοιχείο υπερδιπλασίασε στα 1926 την αναλογία του και άφησε ένα 11,2% στους διάφορους (κυρίως Ισραηλίτες).
Η σύνθεση της Δυτικής Θράκης ήταν ακόμη πιο δυσμενής απ' αυτή της Μακεδονίας. Κατά τον Α. Πάλλη, οι αναλογίες, με βάση τις τουρκικές στατιστικές του 1912, ήσαν οι παρακάτω:

Έλληνες                                 36,7%
Μουσουλμάνοι                     46,8%
Βουλγαρίζοντες                     14,7%
Διάφοροι                                   1,8%

Αγγελάκης Κων/νος
Σε αρκετά χωριά και κωμοπόλεις της Μακεδονίας οι κοινοτικές και οι δημοτικές αρχές και μέχρι το 1922 βρίσκονταν στα χέρια των Τούρκων, γιατί είχαν την πλειοψηφία, ή οι Τούρκοι συμμαχούσαν με τους σλαυόφωνους, ή τους Ισραηλίτες. Στη Θεσσαλονίκη, μετά τη νίκη των αντιβενιζελικών στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, διώχθηκε ο Δήμαρχος Αγγελάκης και διορίσθηκε ο Τούρκος Οσμάν Σαΐτ, όπως αναφέρει η εφημερίδα «Μακεδονία·: «Χθες ωρκίσθηκε ενώπιον του κ. Μακρή, δημαρχούντος ο διορισθείς νέος δήμαρχος Οσμάν Σαΐτ, όστις ανέλαβε τα καθήκοντα του...». («Μακεδονία 15 Νοεμβρίου 1920).
Μόλις ανάλαβε ο νέος Δήμαρχος Θεσσαλονίκης Οσμάν Σάϊτ τα καθήκοντά του, έστειλε στον τότε βασιλέα Κωνσταντίνο, που βρίσκονταν εξόριστος στη Λουκέρνη της Ελβετίας, το παρακάτω τηλεγράφημα: «Αναλαμβάνωντα καθήκοντα μου, θεωρώ πρωτίστην και ιεράν υποχρέωσιν ευλαβώς να υποβάλω Υμετέρα Μεγαλιότητι, εν ονόματι πόλεως Θεσσαλονίκης και εμού, την έκφρασιν της αναλλοίωτου προς Υμάς αφοσιώσεως και των ευχών δια την ευημερίαν της Βασιλικής Οικογένειας και Δυναστείας, ης η ευτυχία ταυτίζεται με την της πατρίδος» («Μακεδονία» 16-11-1920). 
Και αυτός ο Οσμάν Σαΐτ παρέμεινε δήμαρχος Θεσσαλονίκης έως τις 5 Σεπτεμβρίου 1922: «Πληροφορούμεθα ότι σκέψις γίνεται περί αντικαταστάσεως του Δημάρχου (Θεσσαλονίκης) Οσμάν Σαΐτ βεη. Ως αντικαταστάτης φέρεται ο κ. Κλέων Χατζηλαζάρου...». («Μακεδονία» 5 Σεπτεμβρίου 1922). Στις 11 Σεπτεμβρίου φέρεται ως Δήμαρχος ο Α. Καλλιδόπουλος («Μακεδονία» 11-9-1922).
Στα Καϊλάρια, στη σημερινή Πτολεμαΐδα, πρόεδρος κοινότητος ήταν ο Μεχμέτ Σερίφ έως στις 12 Σεπτεμβρίου 1922, υπογράφοντας μια ανακοίνωση για την πραγματοποίηση εμπορικής πανήγυρης («Ταχυδρόμος» Θεσσαλονίκης 29 Αυγούστου 1922). Πριν από τον Μεχμέτ Σερίφ, πρόεδρος των Καϊλαρίων ήταν ο Ζέϊρ Χασάν, όπως μας πληροφορεί η εφημερίδα της Θεσσαλονίκης «Φως» (7 Σεπτεμβρίου 1920).
Και η Βέροια είχε Τούρκο Δήμαρχο, τον Χαλήλ Αλή στα 1921, όπως εμφανίζεται στην ειδησεογραφία της εφημερίδας της Θεσσαλονίκης  "Ταχυδρόμος" (4 Σεπτεμβρίου 1921).
Για το λόγο αυτό, η πρώτη πράξη των κυβερνητών της χώρας της ταραγμένης και αγωνιώδους εκείνης περιόδου ήταν να προωθήσουν στη βόρεια Ελλάδα τις μάζες των Ελλήνων προσφύγων, που άρχισαν να καταφθάνουν στην Ελλάδα από το 1914 - όταν άρχισαν οι διωγμοί των Ελλήνων της Τουρκίας - και από το 1920, όταν οι Έλληνες της Ρωσίας ταλαιπωρούνταν από τον εμφύλιο πόλεμο, μετά την έκρηξη της Οκτωβριανής Επαναστάσεως. 
(Για την περισυλλογή των Ελλήνων του Καυκάσου, στάλθηκε ειδική ελληνική αποστολή στα 1919 στη Τιφλίδα - σημερινό Τμπίλισι - που αποτελούνταν από τον Νίκο Καζαντζάκη, Γιάννη Κωστανταράκη, καθηγητή Φιλολογίας, Γεώργιο Ζορμπά (;), Ηρακλή Πολεμαρχάκη, αντισυνταγματάρχη, Γιάννη Αγγελάκη (;), Αλέξανδρο Ραφαήλ, ανθυπολοχαγό - για διερμηνέας και το Γιάννη Σταυριδάκη, διπλωματικό υπάλληλο - που πέθανε στη Τυφλίδα και αντικαταστάθηκε από τον διπλωμάτη Περικλή Σκέφερη).

Από τους 1.221.850 πρόσφυγες της Απογραφής του 1928, τα 580.000 άτομα διοχετεύθηκαν στις αγροτικές περιοχές της χώρας και απ' αυτά, τα 520.000 άτομα εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία (448.000) και στη Δυτική Θράκη (72.000).
 Ο Μ. Νοταράς μας πληροφορεί ότι οι 145.127 οικογένειες των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν αγροτικά είχαν κατανεμηθεί σε διάφορες περιοχές της χώρας ως εξής:
Μακεδονία             87.084 οικογένειες
Θράκη                    41.828         »
Ηπειρος                .390         »
Θεσσαλία              2.912         »
Στερεά - Εύβοια     4.950         »
Πελοπόννησος     1.080         »
Κρήτη                     4.962        
Λήμνος                         771         »
Σάμος                         150
Σύνολο                  145.127

Σύνολο προσφύγων που εγκαταστάθηκαν αγροτικά στη Μακεδονία -Θράκη 520.000. Δηλαδή, το 90% των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην ύπαιθρο, κάλυψε τη Μακεδονία και τη Θράκη, εκτός από τους άλλους πρόσφυγες, που εγκαταστάθηκαν αστικά στις πόλεις της Βόρειας Ελλάδος. Σ' αυτές τις πόλεις (πάνω από 10.000 πληθυσμό) της Βόρειας Ελλάδος εγκαταστάθηκαν 249.000 πρόσφυγες, όπως μας πληροφορεί η Απογραφή του 1928.

Γιώργος Ν. Λαμψίδης