Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Μνήμη και λήθη Στέφανου Γερασίμου Μερικές σκέψεις για έναν θάνατο – και μια νεκρική σιγή. Μέρος 2ο

3. Μπορούν οι «λαοί» να είναι φίλοι;
 Η υπόθεσή μας λοιπόν για τους λόγους αυτής της άτυπης και αυθόρμητης «συνωμοσίας σιωπής» είναι η εξής: Αν, κατά τα ανωτέρω, η «περίπτωση Γερασίμου» συγκέντρωνε κάποιες προϋποθέσεις για να καταστεί εμβληματική και να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της διαμορφούμενης κοσμοπολίτικης εκδοχής της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας, ωστόσο είχε κάποια άλλα στοιχεία που απέκλειαν μια τέτοια καταξίωση. Αυτά ήταν τα εξής:
 Ο Γερασίμου δεν δήλωσε ποτέ Έλληνας, ούτε υπήρξε πολίτης του ελληνικού κράτους. Διατήρησε σε όλη τη ζωή του την τουρκική υπηκοότητα μαζί με τη γαλλική –αλλά, κυρίως, διατήρησε την ταυτότητα του Ρωμιού της Πόλης (Istambul Rumu) . Η ίδια η δουλειά του υπήρξε ένα διαρκές σκάψιμο, μία επίμονη διερεύνηση και ανάδειξη της οθωμανικής κληρονομιάς? μια διερεύνηση και ανάδειξη εκείνων των πολιτιστικών στοιχείων που, όσο κι αν απωθήθηκαν από τις μεταγενέστερες «πολιτισμικές εθνοκαθάρσεις» των αντίστοιχων εθνικών (και εθνικά καθαρών) κρατών της Ελλάδας και της Τουρκίας, και γενικότερα των Βαλκανίων, ωστόσο δεν έπαψαν να συνιστούν ένα κοινό υπόστρωμα? όσο κι αν συκοφαντήθηκαν, υποτιμήθηκαν, μετασχηματίστηκαν, αναπροσαρμόστηκαν, επανερμηνεύθηκαν και εντάχθηκαν σε νέα αφηγηματικά σχήματα, ωστόσο δεν έπαψαν να υπάρχουν «κάτω από το πλακόστρωτο» της εθνικής ομοιογένειας και να παράγουν αποτελέσματα, συχνά αθέατα ή μετατοπισμένα.
Η εργασία αυτή είναι κάτι που δεν μπορεί να χωνέψει και να συγχωρήσει η αντίληψη της εθνικής-λαϊκής κυριαρχίας, ακόμη και όταν θέλει να παίξει το χαρτί της «φιλίας και της κατανόησης». Διότι η «φιλία» αυτή νοείται πάντοτε ως φιλία μεταξύ δύο ήδη συγκροτημένων λαών/εθνών. Και ο λαός μπορεί να νοηθεί μόνο ως «καθαρός». Αυτή η καθαρότητα όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο μέσω της (εθνο)κάθαρσης, βιολογικής ή/και πολιτισμικής. Στην περίπτωσή μας, αυτή η βιοπολιτική διεργασία ολοκληρώθηκε μέσω της ανταλλαγής πληθυσμών, η οποία υπήρξε και η πράξη με την οποία κάθε ανταλλαγή και επικοινωνία ανάμεσα στις δύο όχθες του Αιγαίου ουσιαστικά «πάγωσε» και λογοκρίθηκε για πάνω από μισό αιώνα.
Όπως μας λέει ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν,
«ο “λαός” φέρει πάντοτε ήδη μέσα του το θεμελιώδες βιοπολιτικό ρήγμα. Είναι αυτό που δεν μπορεί να περιληφθεί στο όλο του οποίου αποτελεί μέρος, και που δεν μπορεί να ανήκει στο σύνολο στο οποίο πάντοτε ήδη περιλαμβάνεται. Εξ ού οι αντιφάσεις και οι απορίες τις οποίες γεννά η έννοια αυτή κάθε φορά που κάποιος την επικαλείται και την εισάγει στο παιχνίδι στην πολιτική σκηνή. Είναι αυτό που πάντοτε ήδη υπάρχει και που, ωστόσο, πρέπει να πραγματοποιηθεί· είναι η καθαρή πηγή κάθε ταυτότητας, και όμως πρέπει να επαναπροσδιορίζεται και να αποκαθαίρεται διαρκώς μέσα από τον αποκλεισμό, τη γλώσσα, το αίμα, το έδαφος» .
 Η «ελληνοτουρκική προσέγγιση», ως κρατική ή/και επιχειρηματική πολιτική, ως αστυνομική συνεργασία, αλλά και ως προλεταριακός διεθνισμός ή ως «φιλία των λαών», προϋποθέτει ως ήδη δεδομένη, σταθερή και αμετάβλητη την ταυτότητα του καθενός εκ των δύο «φίλων» ? προϋποθέτει ότι από δω είναι οι Έλληνες, από κει οι Τούρκοι, και μόνο εν συνεχεία τίθεται το ζήτημα τι είδους σχέση θα εγκαθιδρύσουν μεταξύ τους αυτές οι δύο κατά τα λοιπά αυτοτελείς και ήδη συνεστημένες οντότητες.
Το εγχείρημα όμως του Γερασίμου δεν ήταν αυτό. Ήταν, εν αγνοία του (ή ίσως και εν γνώσει του –αυτό δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε με σιγουριά), ένα εγχείρημα τελείως ανάλογο με την μετα-αποικιακής έμπνευσης κριτική στην «ανθρωπολογία της διαφοράς», όπως την διατυπώνουν, για παράδειγμα, οι Αχίλ Γκούπτα και Τζέιμς Φέργκιουσον:
 «Σε όλο αυτό το σχήμα, οι όροι της αντίθεσης (“εδώ” και “εκεί”, “εμείς” και “αυτοί”, “η δική μας” και οι “άλλες” κοινωνίες) εκλαμβάνονται με τον παραδεδομένο τρόπο (…).
Η πολιτισμική κριτική προϋποθέτει έναν πρωταρχικό διαχωρισμό, που γεφυρώνεται από την πρωτοβουλία του ανθρωπολόγου επιτόπιου ερευνητή. Το πρόβλημα είναι αυτό της επαφής: επικοινωνία όχι στο εσωτερικό ενός κοινού κοινωνικού και οικονομικού κόσμου, αλλά “ανάμεσα σε κουλτούρες” και “μεταξύ κοινωνιών” .
Εναλλακτικά προς αυτό τον τρόπο σκέψης για την πολιτισμική διαφορά, εμείς θέλουμε να θέσουμε υπό κριτική την ενότητα του “ εμείς ” και την ετερότητα του “ άλλου ” και να αμφισβητήσουμε τη ριζική διάκριση μεταξύ των δύο που κάνει την αντίθεση εξ αρχής δυνατή. Δεν μας ενδιαφέρει τόσο να εγκαταστήσουμε μια διαλογική σχέση ανάμεσα σε γεωγραφικά διακριτές κοινωνίες, όσο να εξερευνήσουμε τις διαδικασίες παραγωγής της διαφοράς σε έναν κόσμο πολιτισμικά, κοινωνικά και οικονομικά αλληλοσυνδεόμενων χώρων» .
 Ο Γερασίμου λοιπόν δεν δούλεψε υπέρ της «φιλίας» (ή της «αλληλοκατανόησης») των «λαών», αλλά δούλεψε για να δείξει τι είναι αυτό που χρειάζεται να αποκοπεί, να απωθηθεί, να «διακλειστεί» ώστε οι λαοί να συγκροτηθούν ως λαοί. Δεν έθεσε ποτέ ως στόχο την κάθαρση και την ταυτότητα· το ενδιαφέρον του το τράβηξε πάντοτε το σύμμικτο, το πληθυντικό –και πληθωρικό– στοιχείο της κυκλοφορίας και της ανταλλαγής μεταξύ των εθνοτικών ομάδων. Μελέτησε την ανάμιξη, η οποία δεν είναι καθόλου σύγχυση, δηλαδή αδυναμία, αλλά είναι δύναμη, ζωή, παραγωγικότητα του είναι. Ήταν πάντοτε, και ίσως είναι ακόμη, αυτό που περισσεύει, που αφήνει ένα υπόλοιπο έξω από τις προκρούστειες κλίνες του λαού που είναι διαχρονικά και ταυτολογικά πανομοιότυπος με τον εαυτό του και μόνο με αυτόν.
 Επιπλέον, ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό, ο Γερασίμου, παρόλο που διεκδίκησε την ιδιότητα του ρωμιού, απέφυγε συστηματικά οποιαδήποτε αυτοθυματοποίηση και ούτε για μια στιγμή δεν υιοθέτησε το αφηγηματικό μοντέλο του κατατρεγμένου και αναξιοπαθούντος μειονοτικού. Όσο επώδυνες κι αν ήταν οι προσωπικές του εμπειρίες από τη σύγχρονή του τουρκική πραγματικότητα, ποτέ δεν οδηγήθηκε να οργανώσει την ύπαρξή του γύρω από το τραύμα. Δίνοντάς μας έτσι με απτό τρόπο την καλύτερη απόδειξη για την εκ πρώτης όψεως παράδοξη, αλλά ακλόνητη παραδοχή της ψυχανάλυσης, ότι το τραύμα είναι πάντοτε κάτι που οργανώνεται αναδρομικά (nachtr a glich: ρκ των υστέρων)· «τραύμα» δεν σημαίνει απλώς «ένα σύνολο δυσάρεστων ή επώδυνων περιστατικών», και, με αυτή την έννοια, κάθε απώλεια δεν οδηγεί αναγκαστικά στη δημιουργία τραύματος· προς τούτο απαιτείται μία μεταγενέστερη φαντασίωση που επεξεργάζεται εκ των υστέρων το παρελθόν γεγονός και το νοηματοδοτεί ως τραύμα.
Αυτήν ακριβώς την αναδρομική νοηματοδότηση απέφυγε ο Γερασίμου. Θα του ήταν ίσως εύκολο, και βολικό, να καταφύγει στη γραφικότητα του αρχειοδίφη Κωνσταντινοπολίτη λογίου ο οποίος, από την αθηναϊκή του κατοικία, παραμένει προσηλωμένος σε μία ιδεατή εικόνα της κοινότητάς του, πλήρως αποκομμένης από τη δυναμική του χώρου όπου βρισκόταν κάθε συγκεκριμένη ιστορική εποχή, συντηρώντας στην ουσία όλα εκείνα τα ιδεολογήματα που συνέβαλαν στην οριστική της σχεδόν εξάλειψη. Αρνήθηκε όμως τον εξ αποστάσεως μηχανικό αναμηρυκασμό των οδυνηρών γεγονότων που συνέβαλαν στην τραγική της συρρίκνωση, και αντ’ αυτού επέλεξε να μετάσχει ενεργά, ως πολίτης, στο παρόν της χώρας που γεννήθηκε.
Έτσι, αντί να βασίσει την ύπαρξή του στην απώλεια, ο Γερασίμου κατανόησε –και εν συνεχεία ο ίδιος έμπρακτα απέδειξε– ότι καμιά πατρίδα δεν είναι «χαμένη» απλώς και μόνο επειδή ανήκει στα διοικητικά όρια αυτού του κράτους και όχι του άλλου. Πως παρόλο που οι άνθρωποι επέλεγαν και θα επιλέγουν πάντα, όποτε τους παρέχεται η δυνατότητα, τον τόπο που θα προσφέρει τις καλύτερες δυνατότητες διαβίωσης σε αυτούς και τα παιδιά τους, αυτό που τους επιτρέπει να εγκαθιδρύσουν μια ιδιαίτερη σχέση οικειότητας με έναν τόπο, να τον αποκαλούν «πατρίδα» τους, δεν είναι η στείρα αναπόληση ενός παρελθόντος, αλλά η επιθυμία τους να προβάλλουν τον εαυτό τους στο μέλλον του. 
Ο Γερασίμου, ως Ρωμιός της Πόλης, δεν προσπάθησε να αναδείξει μέσα από το έργο του ένα ιδιαίτερο εθνοτικό παρελθόν, γιατί δεν τον ενδιέφερε να διαιωνίσει μια ιδεολογικά καθηλωμένη μειονοτική ταυτότητα. Αντίθετα τον ενδιέφερε να αναδείξει τον πλούτο που συνεπάγεται η αποδοχή της μακραίωνης αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης των επιμέρους πολιτισμικών παραδόσεων και της ισότιμης συνεισφοράς τους, σήμερα όπως και χθες, στη δημιουργία της δικής του κοινωνίας –αλλά και άλλων κοινωνιών.


4. Creative commons
 Από ένα τέτοιο έργο προκύπτει ίσως τελικά η δυνατότητα να μιλήσουμε για μια φιλία, αυτή τη φορά όμως όχι ανάμεσα σε αφηρημένα σύνολα –ή/και αυθαίρετες προσωποποιήσεις τους, έστω και αν αυτές γίνονται με καλές προθέσεις– αλλά ανάμεσα σε άτομα, ενικότητες –οι οποίες είναι ταυτόχρονα ήδη πολλαπλότητες. 
Μια φιλία όπου «ο φίλος δεν είναι ένα άλλο Εγώ, αλλά μια ετερότητα εγγενής στον ίδιο μας τον εαυτό, ένα γίγνεσθαι-άλλο του εαυτού. Στο βαθμό που προσλαμβάνω την ύπαρξή μου ως ευχαρίστηση, η αντίληψη μου διαπερνάται από μια ταυτόχρονη αντίληψη που τη μετατοπίζει και τη μεταφέρει προς τον φίλο, προς τον άλλο εαυτό. Η φιλία είναι αυτή η απο-υποκειμενικοποίηση στην πιο μύχια αντίληψη περί του εαυτού».
 Εδώ λοιπόν έγκειται το ασύμπτωτο του εγχειρήματος του Σ.Γ. προς την τάση «ελληνοτουρκικής προσέγγισης». Για την τελευταία, η ενότητα –και η ενικότητα– μπορεί να είναι μόνο εθνική· ελληνική ή τουρκική. Κάθε συγκεκριμένο άτομο μπορεί να είναι μόνο ένα από αυτά τα δύο, να ανήκει μόνο σε έναν λαό, και να ανήκει πλήρως σε αυτόν. Εάν δεν συμβαίνει αυτό, πρόκειται για ανωμαλία.
Συχνά, οι εκπρόσωποι της «πατριωτικής Αριστεράς», όταν θέλουν να απαντήσουν προς την κριτική των διεθνιστών, υποστηρίζουν ότι ο διεθνισμός έχει ο ίδιος ως προϋπόθεση τα έθνη και δεν νοείται χωρίς αυτά. Ως προς το περιεχόμενό του, ο ισχυρισμός δεν είναι αβάσιμος. Ωστόσο, η ένσταση δεν ισχύει για τον Σ.Γ. διότι η τάση την οποία εξέφρασε αυτός με τη δουλειά του, και με την ίδια την ύπαρξή του, δεν θα έπρεπε να περιγραφεί ως διεθνισμός, αλλά μάλλον ως α-εθνισμός.
Η μνησικακία που του επιφύλαξαν οι εθνικιστές τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία, βασίζεται ίσως στο ότι έδειξε έμπρακτα και επιτελεστικά πόσο η εθνικοποίηση της ταυτότητας δεν ήταν μια μοίρα, ένας αναπόφευκτος μονόδρομος, αλλά μία σχετικά πρόσφατη και, από μερικές απόψεις, σχετικά πρόχειρα συγκολλημένη φαντασίωση. Και, κυρίως, δεν είναι κάτι που   υπήρχε ανέκαθεν, αλλά είναι κάτι που επιβλήθηκε με μια κοπιώδη και συστηματική προσπάθεια –σε μερικές δε περιπτώσεις, δεν επιβλήθηκε ποτέ ολοκληρωτικά.
Ο Γερασίμου διεκδίκησε, και υπηρέτησε, μια υποκειμενικότητα ανοιχτή που είναι ταυτόχρονα κάτι περισσότερο και κάτι λιγότερο από την απλή ένταξη σε ένα έθνος-λαό. Με το έργο του, και με την ύπαρξή του, έφερε στο φως κάτι κοινό και αδιαφοροποίητο ακόμη, κάτι που υπήρχε πριν από τα έθνη.Με αυτό τον τρόπο, όμως, έδειξε ότι αυτό το κοινό στοιχείο, το common, εξακολουθεί να υπάρχει παράλληλα με τα έθνη και, κυρίως, ότι θα συνεχίσει να υπάρχει μετά απ’ αυτά.
Εκεί ίσως έγκειται η ειδική σχέση του έργου αυτού με το μέλλον. Η «αρχαιολογική» επιμονή σε όσα γίνανε κάποτε δεν ήταν οριενταλισμός ή νοσταλγική αναπόληση αυτού που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, αλλά ήταν αέναη ανανοηματοδότηση παλαιότερων συμβάντων, παραγωγή νέων νοημάτων από ένα υλικό που φαινόταν κεκορεσμένο. Διότι αναδείκνυε πώς το «βιοπολιτικό» αυτό υλικό, π.χ. ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι παρήγαγαν και παρασκεύαζαν την τροφή τους, οργάνωναν τις γιορτές τους, έπαιζαν τη μουσική τους, διαμόρφωναν τις πόλεις τους, κ.ο.κ., είναι με απρόβλεπτους τρόπους παρόν και μετά την κατάργηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Έτσι, ο Γερασίμου δούλεψε για ένα κοινό [commune] που δεν είναι πιστή αναπαράσταση μίας παράδοσης, αναπαραγωγή ενός ήδη τελειωμένου και κλειστού πράγματος, αλλά παραγωγή ενός καινούριου. Δηλαδή για ένα κοινό το οποίο, όπως ο κομμουνισμός του Μαρξ, δεν είναι μια ουτοπία, αλλά μια υλική τάση η οποία υπάρχει στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και τείνει προς την ανατροπή της. Δούλεψε για την κοινότητα που έρχεται.



   Πρωτότυπος τίτλος: L'histoire du sous-developpement en Turquie.
  
    Η βιβλιογραφία του αποκαλύπτει ένα εντυπωσιακό φάσμα ενδιαφερόντων που καλύπτουν όλες τις δυνατές διασυνδέσεις των γνώσεών του, ως ιστορικού, πολεοδόμου και αρχιτέκτονα, με τη γεωπολιτική (αραβικός κόσμος, Βαλκάνια, Καύκασος, «Ανατολικό Ζήτημα»), την κοινωνιολογία (εθνικισμός, θρησκεία-κοσμικό κράτος, γυναικεία κατάσταση, μειονοτικά ζητήματα) και τις τέχνες (οθωμανική αρχιτεκτονική και διακόσμηση, οθωμανική μουσική και κουζίνα, αλλά και ταπητουργία) και κεντρικό άξονα τη γενέτειρά του Κωνσταντινούπολη.
 Είναι πάντως εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι η εβραϊκής καταγωγής Τουρκάλα ερευνήτρια Nora Seni, αποτίοντας τον δικό της φόρο τιμής προς τον Γερασίμου μέσα από τις σελίδες του περιοδικού Istanbul, διατύπωσε με κομψό και φιλικό τρόπο μια ένσταση για το συγκεκριμένο χαρακτηρισμό. Η ένσταση αυτή είναι αρκετά κοντά προς το πνεύμα του παρόντος άρθρου (βλ. αμέσως κατωτέρω).
 Πρόκειται για τον συλλογικό τόμο, με δική του επιμέλεια και παρουσίαση, Η επανάκαμψη των Βαλκανίων 1991-2001, Αφιέρωμα του περιοδικού Autrement, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2004.
 Μόλις πρόσφατα, μετά το θάνατό του, δημοσιεύτηκε μία συμβολή του σε ένα συνέδριο· βλ. † ΣτέφανοςΓερασίμου, «Η επανοίκηση της Κωνσταντινούπολης μετά την άλωση», στο: 1453. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης και η μετάβαση από τους μεσαιωνικούς στους χριστιανικούς χρόνους, επιμ. Τόνια Κιουσοπούλου, Πρακτικά συνεδρίου που οργάνωσε το Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης το 2002, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2005.
  
H τάση αυτή εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της «επιθετικής» εκδοχής του ελληνικού εθνικισμού που κερδίζει έδαφος την τελευταία δεκαετία έναντι της αμυντικής της εκδοχής, δηλαδή, η οποία, αντί να θρηνεί για τη φτωχή Ελλάδα που την κατατρέχουν οι Αμερικάνοι, οι Εβραίοι, οι εξωγήινοι κ.λπ., προβάλλει με αυτοπεποίθηση το μοντέλο μιας δυναμικής χώρας που «νικάει», που είναι νάμπερ ουάν, που πραγματοποιεί επενδύσεις σε γειτονικές χώρες και γενικά που διαπρέπει «στα γρόσια και στα γράμματα»: στην επιχειρηματικότητα, στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ, στις τέχνες και στις επιστήμες …
  
Giorgio Agamben, Homo Sacer. Il potere sovrano e la nuda vita, Einaudi, Torino 1995, σ. 199 (ελλμετεκδόσεις Scripta, Αθήνα 2005). Η υπογράμμιση δική μας.
  Akhil Gupta/James Ferguson, «Beyond “culture”: space, identity and the politics of difference»,Cultural Anthropology 1992, 7 (1): 6-23). Η υπογράμμιση δική μας.
 Βλ. ενδεικτικά J. Laplanche και J.-B. Pontalis, Λεξικό της ψυχανάλυσης, Κέδρος, Αθήνα 1986, λήμμα”Εκ των υστέρων», ιδίως σ. 175, και τις παραπομπές που αναφέρονται εκεί.
  
Όπως π.χ. ο «Γιάννης» και ο «Μεμέτης» στο γνωστό τραγούδι των Απόστολου Καλδάρα-Πυθαγόρα από τη δεκαετία του ’70, οι οποίοι καλούνται να εκπροσωπήσουν/ αναπαραστήσουν παραδειγματικά τα αντίστοιχα σύνολα, και οι οποίοι σκηνοθετούνται να συνομιλούν «μες στου Βοσπόρου τα στενά» και να αναφωνούν με ένα στόμα «κι εγώ λαός, κι εσύ λαός».
 Giorgio Agamben, Περί Φιλίας, Eλευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2005.
 Στο κείμενό του στο πρόσφατο πολυσέλιδο αφιέρωμα του περιοδικού Istanbul στη μνήμη του Σ.Γ. ο πολιτειολόγος Semih Vaner μνημονεύει χαρακτηριστικά ένα περιστατικό κατά τη διάρκεια ενός επιστημονικού συνεδρίου που είχε πραγματοποιηθεί πριν από είκοσι χρόνια στα πλαίσια του γαλλικού Κέντρου Διεθνών Μελετών και Ερευνών CERI (Centre des Etudes et Recherches Internationales), όπου ένας από τους Έλληνες συνέδρους αποκάλεσε τον Σ. Γ. «εξωμότη». Παράλληλα, ο Βανέρ επισημαίνει την αντίστοιχη εχθρότητα που έτρεφαν γι' αυτόν οι εθνικιστικοί κύκλοι στην Τουρκία.
 Χρησιμοποιούμε εδώ τον όρο με τη λακανική έννοια, κατά την οποία φαντασίωση δεν σημαίνει «προϊόν της φαντασίας» (το οποίο αντιδιαστέλλεται προς κάποια «πραγματικότητα»), αλλά σημαίνει τη θεμελιώδη δομή που οργανώνει την αντίληψή μας για την πραγματικότητα και της δίνει νόημα (βλ. ενδεικτικά Slavoj Zizek, The Sublime Object of Ideology, Verso, London/New York 2002 [α΄ έκδ. 1989], σσ. 30 επ. και passim). Με μια σημασία δηλαδή που είναι αρκετά κοντά στην αλτουσεριανή έννοια τηςιδεολογίας.



Η αντίληψη αυτής της στενής σχέσης του παρελθόντος με την τωρινή συγκυρία και με το μέλλον, αλλά και ταυτόχρονα η οξεία και εύστοχη αντίληψη της πολιτικής πραγματικότητας, που χαρακτήριζε τον Γερασίμου, αποτυπώνεται με εξαιρετική λιτότητα και ακρίβεια στο παρακάτω απόσπασμα από παρέμβασή του σε δημόσια εκδήλωση σχετικά με το αρμενικό ζήτημα στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη Μαΐου του 2005, δηλαδή λίγους μήνες πριν πεθάνει, όπως δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο. (Σημειωτέον ότι ήταν η πρώτη δημόσια συζήτηση στην Τουρκία σε πανεπιστημιακό επίπεδο για το συγκεκριμένο ζήτημα, το οποίο ήταν και είναι ταμπού για την τουρκική κοινή γνώμη· την παραμονή της εκδήλωσης, ο Τούρκος υπουργός δικαιοσύνης απείλησε όσους πάρουν μέρος σε αυτήν ότι θα διωχθούν «για εσχάτη προδοσία»). Στην εκδήλωση λοιπόν αυτή, όταν ερωτήθηκε εάν συμφωνεί με την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων, ο Γερασίμου απάντησε ως εξής:
«Πιστεύω ότι το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε δεν είναι: “Πρέπει άραγε να αναγνωρίσουμε τη γενοκτονία;” (ή, αν θέλετε: “να χαρακτηρίσουμε τα γεγονότα του 1915-1917 ως γενοκτονία;”), αλλά: “να αναγνωρίσουμε τη γενοκτονία για ποιο σκοπό;”.
Σε αυτό επιχειρώ να σκιαγραφήσω κάποιες απαντήσεις.
1) Αν είναι για να μπορέσουν οι Αρμένιοι να ολοκληρώσουν το πένθος τους, λέω ναι.
2) Αν είναι για να μπορέσουν οι Τούρκοι να συμφιλιωθούν με την ιστορία τους, λέω δυο φορές ναι.
3) Αν είναι για να συμφιλιωθεί η Τουρκία με τη διεθνή κοινή γνώμη γενικά και με τους Αρμενίους ειδικότερα, λέω τρεις φορές ναι. (Με τη διευκρίνιση ότι, για μένα, να αναγνωρίσουμε τη γενοκτονία σημαίνει να την αναγνωρίσουμε στην ιστορική της ιδιαιτερότητα και πραγματικότητα και όχι κατασκευάζοντας ένα αντίγραφο του εβραϊκού ολοκαυτώματος).
4) Αν είναι για να δημιουργήσουμε ένα σημείο αφετηρίας για νέες εθνικιστικές, εδαφικές κ.λπ. διεκδικήσεις, δηλαδή για νέες τραγωδίες στο μέλλον, λέω τρεις φορές όχι».
Και όμως, η διαυγέστατη αυτή τοποθέτηση, παραδόξως (ή ίσως όχι και τόσο παραδόξως) του κόστισε μία επίθεση και από κάποιους επαγγελματίες της θυματοποίησης Αρμενίους διανοουμένους, οι οποίοι τον κατηγόρησαν ως «αρνητή της γενοκτονίας» και ως «άλλοθι της Τουρκίας»!



Άκη Γαβριηλίδη και Άνθης Καρρά 
Θέσεις
Τεύχος 94, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2006