Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Ο ΠΟΝΤΟΣ ΥΠΟ ΝΕΟΤΟΥΡΚΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ (1908 - 1912). ΜΕΡΟΣ 2ο


Οι Νεότουρκοι επικέντρωσαν εξαρχής πολλές από τις προσπάθειές τους στον έλεγχο της εκπαίδευσης, καθώς ήταν ένας χώρος όπου υπερτερούσαν οι Έλληνες, στοιχείο που τους έδινε τη δυνατότητα κυριαρχίας και στον οικονομικό τομέα, και παράλληλα έπλητταν την ισχύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου αφού η εκπαίδευση ήταν μία από τις κυριότερες αρμοδιότητές του. Εξάλλου, δεν ήταν οι συνθήκες κατάλληλες ακόμη για την εφαρμογή του προγράμματος του πλήρους εκτουρκισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέσω της φυσικής εξόντωσης ή της εκδίωξης των Ελλήνων της αυτοκρατορίας.
Έτσι, προσπάθησαν να θέσουν τα Ελληνικά σχολεία υπό τον άμεσο έλεγχο του υπουργείου Παιδείας παρακάμπτοντας τις κατά τόπους αρμόδιες εκκλησιαστικές αρχές, οι οποίες έως τότε ήταν υπεύθυνες για την εκπαίδευση των χριστιανών. Έτσι οι επιθεωρητές του υπουργείου άρχισαν να επιθεωρούν τα Ελληνικά σχολεία χωρίς την άδεια του Πατριαρχείου, ενώ παράλληλα απαγορεύθηκε η περιοδεία στα σχολεία των κοινοτικών επιθεωρητών. Λόγω των αντιδράσεων των διευθυντών των Ελληνικών σχολείων, όπως συνέβη στην Τραπεζούντα, οι Νεότουρκοι προχώρησαν το 1910 στην ψήφιση νόμου που αφαιρούσε ουσιαστικά από το Πατριαρχείο και τις σχολικές εφορείες το μεγαλύτερο μέρος των αρμοδιοτήτων που είχαν στα Ελληνικά σχολεία.
Το Πατριαρχείο περιορίστηκε μόνο στην εποπτεία του μαθήματος των Θρησκευτικών και οι εφορείες επωμίστηκαν την ευθύνη εξεύρεσης οικονομικών πόρων για τη συντήρηση των κοινοτικών σχολείων στα οποία δεν παρείχε καμία επιχορήγηση το κράτος. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ο νέος νόμος υποχρέωνε τις Ελληνικές κοινότητες να συμμετέχουν στα έξοδα ίδρυσης και συντήρησης των κρατικών, δηλαδή Μουσουλμανικών, σχολείων. Αυτές οι ενέργειες, οι περισσότερες εκ των οποίων σήμερα μπορεί να φαίνονται λογικές σε ένα ευνομούμενο κράτος με ένα κυρίαρχο έθνος, αλλά όχι σε ένα πολυεθνικό κράτος όπως ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία, υπέκρυπταν τη διάθεση όχι μόνο να ελέγξουν την κοινοτική εκπαίδευση, αλλά και σταδιακά να την καταργήσουν μέσα από την ένταξή της στην «Οθωμανική», δηλαδή Τουρκική, εκπαίδευση.
Προκειμένου δε να καλύψουν την υστέρηση στην οποία βρισκόταν η κρατική εκπαίδευση σε σχέση με την Ελληνική, οι Νεότουρκοι προχώρησαν στην άμεση ίδρυση Οθωμανικών σχολείων ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1908, ενώ τότε επέβαλαν την τουρκική γλώσσα ως υποχρεωτική σε όλα τα σχολεία, εθνικά και μη. Βάσει αυτής της πολιτικής και του εκπαιδευτικού νόμου του 1910, προχώρησαν και στη δημιουργία ποικίλων προσκομμάτων στη λειτουργία των Ελληνικών σχολείων, που ξεκινούσαν από τη δυσκολία παροχής άδειας ανεγέρσεως, επισκευής ή και λειτουργίας τους και έφταναν στην αμφισβήτηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους.


Επίσης στην παύση λειτουργίας όσων σχολείων δεν είχαν άδεια ανέγερσης και λειτουργίας και την απόσπαση διδακτηρίων και τη μετατροπή τους σε κρατικά με μία απλή αίτηση της πλειοψηφίας του χωριού ή της συνοικίας της πόλης. Η ψήφιση αυτού του νόμου ήταν μόνο η αρχή, καθώς ακολούθησε σειρά άλλων μέτρων που υπηρετούσε την πολιτική τους. Έτσι, το καθεστώς αποφάσισε το 1911 ότι η επικύρωση των πτυχίων των Ελληνικών σχολείων θα γινόταν πλέον από το υπουργείο Παιδείας και όχι από το Πατριαρχείο, ενώ με νόμο που ψηφίστηκε το 1912 απαιτούνταν για τους αποφοίτους των Ελληνικών Γυμνασίων εξετάσεις, και μάλιστα στην Τουρκική γλώσσα, προκειμένου να εισαχθούν στο Οθωμανικό Πανεπιστήμιο.
Τη στιγμή που γίνονταν δεκτοί στα Ευρωπαϊκά πανεπιστήμια χωρίς εξετάσεις. Ίσως μεγαλύτερης σημασίας ήταν η απαίτηση του υπουργείου να επικυρώνει τα πτυχία των δασκάλων των Ελληνικών σχολείων, μέτρο που, παρά τις αντιδράσεις του Πατριαρχείου, εφαρμόσθηκε άμεσα μετά και την πραγματοποίηση των απειλών του υπουργείου για παύση δασκάλων που δεν ήθελαν να υποβάλουν το πτυχίο τους προς έγκριση. Αυτό το μέτρο συνδεόταν με τον έλεγχο που ήθελε να ασκήσει το υπουργείο στα Ελληνικά σχολεία προκειμένου να διαπιστώσει την υπηκοότητα των δασκάλων που υπηρετούσαν σε αυτά, πολλοί εκ των οποίων προέρχονταν από την ελεύθερη Ελλάδα.
Ακολούθησαν, όπως ήταν αναμενόμενο, η απέλαση των δασκάλων Ελληνικής υπηκοότητας και η απαγόρευση πρόσληψης «αλλοδαπών» δασκάλων, ενέργεια που συνδεόταν με τις γενικότερες διώξεις Ελλήνων ελληνικής υπηκοότητας στο πλαίσιο του ανθελληνικού εμπορικού αποκλεισμού. Παρά τα ανθελληνικά μέτρα όμως, η Ελληνική εκπαίδευση στον Πόντο κατάφερε να βρίσκεται σε αρκετά καλή κατάσταση έως τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Έλληνες αντέδρασαν σε αυτά τα μέτρα, κυρίως μέσω υπομνημάτων του Πατριαρχείου και των Ελλήνων βουλευτών που έστελναν προς την Οθωμανική κυβέρνηση κάθε χρόνο από το 1909 έως το 1912, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.
Τα υπομνήματα αυτά συνοδεύονταν συνήθως και από διαδηλώσεις διαμαρτυρίας των Ελλήνων και ψηφισμάτων υποστήριξης των υπομνημάτων, όπως έγινε το καλοκαίρι του 1911 στον Πόντο. Το Ελληνικό κράτος ούτε διαμαρτυρήθηκε ουσιαστικά για τα ανθελληνικά μέτρα στην εκπαίδευση, αλλά ούτε και διαφοροποίησε την εκπαιδευτική του πολιτική του στον Πόντο, η οποία συνίστατο κυρίως στη διοικητική αρωγή ίδρυσης σχολείων, εύρεσης δασκάλων και αναγνώρισης σχολείων, όπως έγινε με το Γυμνάσιο της Αμισού του 1911. Αλλά και οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι της Ελλάδας δεν διαφοροποίησαν την εκπαιδευτική τους πολιτική στον Πόντο, παραμένοντας σχεδόν απόντες.
Σοβαρότερες επιπτώσεις στους Έλληνες είχε η κατάργηση ενός άλλου «προνομίου», της απαλλαγής των Χριστιανών από τη στράτευση στον Οθωμανικό στρατό. Το ζήτημα της στράτευσης των Χριστιανών ανακινήθηκε, όσο και αν αυτό φαίνεται περίεργο, από τους ίδιους τους Έλληνες βουλευτές τον Μάιο του 1909, οι οποίοι θεώρησαν ότι ήταν μία ευκαιρία, βάσει των Νεοτουρκικών εξαγγελιών περί ισοτιμίας, να συμμετάσχουν οι Έλληνες σε ένα σημαντικό κρατικό θεσμό, αναβαθμίζοντας έτσι τη συμμετοχή τους στο Οθωμανικό κράτος. Παράλληλα, η στρατιωτική εκπαίδευση των Χριστιανών θα δημιουργούσε εκπαιδευμένους στρατιωτικά Έλληνες.
Οι οποίοι σε περίπτωση που χρειαζόταν, εάν τα πράγματα στη χώρα δεν εξελίσσονταν ομαλά, θα μπορούσαν να αναλάβουν ένοπλη δράση για να προστατεύσουν το Ελληνικό στοιχείο. Δεν έθεσαν όμως κανένα όρο για τον τρόπο συμμετοχής των Χριστιανών στο στράτευμα και έτσι ο νόμος που ψηφίστηκε δεν διευθετούσε πολλά ζητήματα. Έτσι, η θητεία των Χριστιανών στον Οθωμανικό στρατό απείχε πολύ από αυτό που ανέμεναν οι Έλληνες βουλευτές και αποτέλεσε έναν ακόμη τρόπο διωγμού του Ελληνικού στοιχείου. Οι συνθήκες που είχαν να αντιμετωπίσουν οι Χριστιανοί στον Οθωμανικό στρατό ήταν απελπιστικές.
Ζούσαν σε άθλια κατάσταση με κακή διατροφή, υβρίζονταν και προπηλακίζονταν από τους Μουσουλμάνους αξιωματικούς και στρατιώτες, ανελάμβαναν τις δυσκολότερες εργασίες, υποβάλλονταν σε βάναυσες υπηρεσίες, τιμωρούνταν σκληρά σε τυχόν παραπτώματα και συστηματικά παρακωλυόταν η εκτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Συνήθως δεν τους δινόταν όπλο, ενώ οι Νεότουρκοι δεν δέχτηκαν να ορίσουν Έλληνες αξιωματικούς. Η εξαγορά της στρατιωτικής θητείας επιτρεπόταν και με το νέο νόμο με την καταβολή αντισηκώματος 50 λιρών, όμως η απαλλαγή αυτή δεν ήταν οριστική. Έτσι το μέτρο αυτό έγινε μία νέα αιτία συνεχούς οικονομικής αφαιμάξεως των Ελλήνων.
Το Πατριαρχείο διαμαρτυρήθηκε και πάλι με υπομνήματα προς την κυβέρνηση, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στον Πόντο η στρατολόγηση των Χριστιανών κατά τα έτη 1909 - 1910 δεν πρέπει να εφαρμόστηκε με ιδιαίτερη ένταση. Από τις ελάχιστες μαρτυρίες που έχουμε για τις αντιδράσεις των Ελλήνων μία μαρτυρία που αφορά την Άνω Αμισό αναφέρει ότι στην πρώτη πρόσκληση νεοσυλλέκτων υπήρξε ενθουσιασμός των Ελλήνων. Ο ενθουσιασμός αυτός δεν πρέπει να κράτησε για πολύ, καθώς, μετά τη γνωστοποίηση των καταπιεστικών συνθηκών διαβίωσης των Ελλήνων στρατιωτών στον Οθωμανικό στρατό και της μεγάλης και αόριστης διάρκειας θητείας, οι περισσότεροι Έλληνες προσπάθησαν να αποφύγουν τη θητεία με οποιονδήποτε τρόπο, ιδίως μετά τη γενίκευση του μέτρου το 1910.
Η αποφυγή της στρατιωτικής θητείας αρχικά επιδιώχθηκε μέσω της πληρωμής του αντισηκώματος. Επειδή όμως αυτή η απαλλαγή δεν ήταν οριστική και το νεοτουρκικό καθεστώς ζητούσε συνεχώς χρήματα για νέες απαλλαγές, πολλοί Έλληνες του Πόντου προτίμησαν τη φυγή κυρίως στη Ρωσία και δευτερευόντως στην ελεύθερη Ελλάδα. Τόσο μεγάλο ήταν το ρεύμα της μετανάστευσης στον Πόντο που ο Έλληνας πρόξενος στην Τραπεζούντα τόνιζε σε αναφορά του τον Ιούνιο του 1912 ότι «Αι Χριστιανικαί Κοινότητες διατελούσι εν κοινωνική σχεδόν αποσυνθέσει». Όπως είναι φυσικό, η μαζική αυτή μετανάστευση νέων Ελλήνων κλόνισε την οικονομική δύναμη των Ποντίων, προκάλεσε ρήγματα στον κοινωνικό και τον οικογενειακό ιστό.
Και έπληξε καίρια την πληθυσμιακή παρουσία του Ελληνισμού, καθώς απωλέσθηκε ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων, οι οποίοι ως νέοι αποτελούσαν το πιο ζωντανό κομμάτι του πληθυσμού και εκείνο που θα μπορούσε να αντισταθεί δυναμικά στην πολιτική διωγμών του Ελληνισμού. Έτσι, η στρατιωτική θητεία εξελίχθηκε σε έναν ακόμη τρόπο αποδυνάμωσης του Ελληνικού στοιχείου. Πέρα από τις προαναφερθείσες ανθελληνικές ενέργειες, δεν φαίνεται να υπήρξε την περίοδο 1908 - 1912 οργανωμένο σχέδιο καθολικής εξόντωσης των Ελλήνων. ωστόσο, πολύ σύντομα μετά την επικράτηση του κινήματος δημιουργήθηκε στον Πόντο ένα γενικότερο κλίμα ανασφάλειας για τους Έλληνες, το οποίο με το πέρασμα του χρόνου γινόταν όλο και μεγαλύτερο.


Οι αυθαιρεσίες των Μουσουλμάνων αυξήθηκαν, ενώ υπήρξε κατευθυνόμενη εγκληματικότητα κατά των Ελλήνων και τεχνητή αναρχία. Νέα έξαρση γνώρισε η ανθελληνική δράση των Μουσουλμάνων μετά την επικράτηση των Νεοτούρκων έναντι της αντεπανάστασης το 1909 και κυρίως κατά το 1911, όταν υπήρχε βάσιμη πιθανότητα συνεργασίας των Φιλελευθέρων Οθωμανών με τους Έλληνες. Εξάλλου, η Ε.Ε.Π είχε λάβει τον Οκτώβριο του 1911 στο συνέδριό της την τελική απόφαση για πλήρη εκτουρκισμό της χώρας με οποιονδήποτε τρόπο. Η δράση αυτή των Μουσουλμάνων, μεμονωμένων ή μελών της Ε.Ε.Π, περιελάμβανε από καταπάτηση ή κατάληψη Ελληνικών κτημάτων, ληστείες, κλοπές.
Διώξεις και καταστροφές σπιτιών και καταστημάτων Ελλήνων έως βιασμούς και εξισλαμισμούς Ελληνίδων, βιαιοπραγία, τρομοκράτηση, ακόμη και δολοφονία Ελλήνων, με την άμεση ή έμμεση μάλιστα συμμετοχή ή ανοχή της Χωροφυλακής και του στρατού. Οι Έλληνες, τουλάχιστον των μεγάλων αστικών κέντρων, γνώρισαν έντονες πιέσεις και για εθνικά ζητήματα, όπως ήταν το Κρητικό Ζήτημα, καθώς οι Νεότουρκοι τους πίεζαν να εκδηλωθούν με διαδηλώσεις και υπογραφή διαμαρτυριών κατά της ένωσης της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα την περίοδο 1908 - 1912. Ανάλογες πιέσεις άσκησαν οι Νεότουρκοι στους Έλληνες και κατά τον Ιταλοοθωμανικό Πόλεμο για να συμμετάσχουν σε επιτροπές βοήθειας και σε εθελοντικό σώμα, ενώ επιβλήθηκαν και φόροι στα εμπορεύματα με τη μορφή εράνου.


πηγή: http://greekworldhistory.blogspot.gr/