Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Ο ΜΑΚΡΥΣ 19ος ΑΙΩΝΑΣ. ΜΕΡΟΣ 1ο

Στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, καθώς διαμορφωνόταν ο σύγχρονος κόσμος, μια σειρά από γεγονότα ανέτρεψαν τις σταθερές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ταυτόχρονα μετέβαλαν τους όρους ζωής των Ελληνο-ορθόδοξων κατοίκων του Πόντου. Η πρώτη εξέλιξη που θα αποδεικνυόταν καταλυτική στο μέλλον, σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, δεν προκάλεσε, στον καιρό της, ιδιαίτερη κινητικότητα στην περιοχή. 
Επρόκειτο φυσικά για την Ελληνική Επανάσταση του 1821, τον μακρόχρονο Αγώνα της Ανεξαρτησίας και, τελικά, τη συγκρότηση του μικρού Ελληνικού κράτους στα 1830. Εκείνο που φαίνεται ότι επηρέασε περισσότερο τη ζωή των Χριστιανών του Πόντου ήταν η ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο με τη Ρωσία στα 1828 - 1829, η οποία προσέδωσε κύρος στη βόρεια ομόδοξη δύναμη και νέες δυνατότητες μετανάστευσης στους πάντοτε έτοιμους για μισεμό Χριστιανούς του Πόντου. Άλλα λιγότερο επιφανή γεγονότα επρόκειτο να αλλάξουν, επίσης, την τύχη των Ελλήνων του Πόντου. Με βασανιστικό και απροσδιόριστο τρόπο η Οθωμανική εξουσία άλλαζε εποχή. Στα 1793, στον απόηχο της Γαλλικής Επανάστασης, η γοητευμένη από τις εξελίξεις στην Ευρώπη Αυτοκρατορική ελίτ της Πόλης κήρυξε τη Nizam-i cedid, τη Νέα Τάξη, στη θέση της παλαιάς, της Nizam-i Alem. Στο νόημα η διακήρυξη ήταν απόλυτα αντίστοιχη με το Nouveau Regime (Νέο Καθεστώς) των επαναστατών του Παρισιού, στη θέση του Ancien Regime (Παλαιό Καθεστώς) που πέθαινε - ενίοτε στη λαιμητόμο.
Η Κωνσταντινούπολη, όμως, δεν ήταν Παρίσι και οι ομόηχες διακηρύξεις έπαιρναν εδώ περίπλοκα νοήματα και σημασίες. Γεγονός πάντως ήταν ότι μεγάλοι σουλτάνοι, όπως ο Σελίμ ο Γ' ή ο Μαχμούτ ο Β', έδειχναν να θέλουν να αλλάξουν πολλά πράγματα στο κράτος τους - όπως νωρίτερα ο Μεγάλος Πέτρος στη γειτονική και απειλητική Ρωσία. Στο 19ο αιώνα οι προθέσεις των ηγεμόνων και της «φωτισμένης» ελίτ που τους περιέβαλε κατέληξαν σε ένα κύμα αλλαγών και μεταρρυθμίσεων που ονομάστηκε Τανζιμάτ (Αναδιοργάνωση). Με γενικά παραδεκτή ως εναρκτήρια ημερομηνία το διάταγμα της 2ας Νοεμβρίου 1839 του σουλτάνου Αμπτούλ Μεσίντ Α'.
Οι μεταρρυθμίσεις μετέβαλαν το πλέγμα των σχέσεων -δικαιωμάτων και υποχρεώσεων- που ως τότε χώριζαν τους λαούς της Αυτοκρατορίας σε κατηγορίες καθηκόντων και ταυτόχρονα κρατούσαν -με τον τρόπο που κρατούσαν- το οικοδόμημα στη θέση του. Ένα δεύτερο σουλτανικό διάταγμα, στα 1856, γνωστό ως Χατί Χουμαγιούν, συμπλήρωσε το πρώτο και αποτέλεσε το συνταγματικό χάρτη πάνω στον οποίο θα εγγράφονταν οι νέες σχέσεις μεταξύ της Αυτοκρατορικής εξουσίας και των υπηκόων της, όλων μαζί, με μικρές διακρίσεις πλέον αναμεταξύ τους. Συνοπτικά το περιεχόμενο των διαταγμάτων που επιχείρησαν να αλλάξουν το χρονισμό του Οθωμανικού κόσμου.
Ήταν πολύ απλό και απόλυτα αντίστοιχο με παρόμοια κείμενα που προηγήθηκαν σε όλα σχεδόν τα κράτη της δυτικής Ευρώπης στην αυγή της καπιταλιστικής λειτουργίας του κόσμου. Δικαίωμα στην ιδιωτική περιουσία και ισότητα, απέναντι στην πολιτική εξουσία και το νόμο, όλων των κατοίκων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανεξάρτητα από τη φυλή και τη θρησκεία στην οποία ανήκαν και τη γλώσσα την οποία μιλούσαν. Η εφαρμογή, όμως, αυτών των πολύ απλών πραγμάτων συνάντησε την ίδια αντίφαση στην οποία σκοντάφτουν όλες οι «από τα πάνω» επαναστάσεις. Η υλοποίηση των όσων αποφάσισε η κεντρική διοίκηση μεταφερόταν στους επιμέρους αυτόνομους χώρους που η ίδια αυτή διοίκηση δημιουργούσε με τις μεταρρυθμιστικές αποφάσεις της.
Δεν ήταν οπωσδήποτε αυτονόητο ότι η επιθυμίες της πρώτης ήταν ταυτόχρονα και ταυτόσημα οι επιθυμίες των δεύτερων. Για την ακρίβεια, συνήθως, μεγάλη απόσταση χώριζε τις μεν από τις δε. Για τους Ελληνορθόδοξους κατοίκους του Πόντου, αυτά τα μεγάλα γεγονότα εξελίχθηκαν σε μια κρίσιμη γι’ αυτούς εποχή. Σε ένα πρώτο επίπεδο, το αγαθό που τους είχε στο παρελθόν εξασφαλίσει πλούτο και προνόμια έκλεινε τον κύκλο του. Οι 7 τόνοι ασημιού που στέλνονταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Εβλιγιά Τσελεμπή, κάθε χρόνο στο αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο γύρω στο 1644 ανήκαν στο παρελθόν, όπως και οι μικρότερες ποσότητες των 4 - 5 τόνων που παράγονταν στο 18ο ή ακόμα και στις αρχές του 19ου αιώνα.
Η Τοκάτη αποτέλεσε για ένα διάστημα κέντρο εξόρυξης και επεξεργασίας χαλκού


Το πολύτιμο μέταλλο εξαντλούνταν στην περιοχή του Πόντου και συνεπακόλουθα το κόστος της εξόρυξής του γινόταν απαγορευτικό και τα κέρδη εκμηδενίζονταν. Στα 1890 περίπου η εξόρυξη μεταλλευμάτων αργύρου διακόπηκε εντελώς και παρόμοια τύχη είχαν οι γειτονικές εκμεταλλεύσεις αλκούχων κοιτασμάτων. Τη φθίνουσα πορεία της πρώτης ύλης ακολούθησαν όλες οι δραστηριότητες επεξεργασίας και μεταποίησης που είχαν οικοδομηθεί γύρω από αυτήν. Την εποχή εκείνη το κόστος των μεταφορών ήταν υπερβολικά μεγάλο και ήταν αδύνατο να τροφοδοτηθούν τα κέντρα επεξεργασίας με πρώτη ύλη που θα ερχόταν από απόσταση μεγαλύτερη των λίγων δεκάδων χιλιομέτρων.
Η προοδευτική μείωση της παραγωγής και της συνακόλουθης επεξεργασίας ενίσχυσε την κινητικότητα των Χριστιανών κατοίκων του Πόντου. Η μετοίκησή τους σε άλλες περιοχές δεν ήταν κάτι το καινούργιο ούτε το κάτι το ασυνήθιστο για την ειδικότητά τους. Πραγματικά οι μεταλλωρύχοι καλούνταν σε οποιοδήποτε σημείο ανακαλύπτονταν κοιτάσματα, είτε ασημιού είτε άλλων μετάλλων. Εκεί έστηναν νέους συνοικισμούς, εργοτάξια και εργαστήρια, μικρές αναπαραγωγές της αρχικής Αργυρούπολης. Ο χαλκός και η στύψη βρέθηκαν επίσης μέσα στα ενδιαφέροντα των ειδικευμένων αυτών εργατών. Η Τοκάτη του Πόντου αποτέλεσε για ένα διάστημα το κέντρο της εξόρυξης και επεξεργασίας χαλκού, περίπου με τον τρόπο που η Αργυρούπολη κτίστηκε στο ασήμι.

Ήταν και εδώ μια βραχύβια δόξα. Γύρω στα 1870 ο χαλκός τελείωσε και οι φημισμένοι χαλκουργοί έφυγαν για την Κωνσταντινούπολη, όπου τα εργαστήριά τους δημιούργησαν μια μικρή συνοικία. Σε πολλά ορυχεία, στο Ακντάγ, στο Σιμ, στο Κεσκίν, δημιουργήθηκαν αληθινές αποικίες από εργάτες και τεχνίτες από τον Πόντο. Όπως νωρίτερα είδαμε, αυτές οι «μεταλλουργικές» εποικίσεις προκαλούσαν εκκλησιαστικά προβλήματα, καθώς οι έποικοι διατηρούσαν την υπαγωγή τους στη μητρική εκκλησία του Πόντου - της Χαλδίας- δημιουργώντας γύρω της ένα πλέγμα που απλωνόταν σε ζώνες που δεν της ανήκαν διοικητικά.
Δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα που γεννιόταν από αυτούς τους εποικισμούς. ως την εποχή του Χατί Χουμαγιούν, οι έποικοι μετέφεραν μαζί τους και διατηρούσαν τα προνόμια με τα οποία τους είχε ευνοήσει η Αυτοκρατορική εξουσία. Αυτό δεν ήταν το καλύτερο διαβατήριο για τις τοπικές ισορροπίες στις περιοχές της εγκατάστασής τους. Οι προστριβές με τους γύρω πληθυσμούς ή με τους προγενέστερους εκμεταλλευτές των κοιτασμάτων που εργάζονταν με διαφορετικούς τρόπους και μεθόδους -ενοικίαση δουλοπάροικων ή εργολαβικές εκμεταλλεύσεις, για παράδειγμα- ήταν φυσιολογικές, αν και ενίοτε εξαιρετικά βίαιες.
Στην περίπτωση, μάλιστα, που οι αντίζηλοι τύγχαναν να είναι Μουσουλμάνοι, όπως Κούρδοι στην περιοχή του Ντιγιαρμπεκίρ, όπου επίσης μετανάστευσαν Πόντιοι Χριστιανοί τεχνίτες, οι διαμάχες εύκολα έπαιρναν τη μορφή σύρραξης. Για την οικονομική ελίτ της Χαλδίας -του Πόντου-, καθώς επίσης για τα εκκλησιαστικά ή κοινοτικά ιδρύματα που έκφραζαν πολιτικά και πνευματικά την ισχύ της, οι κοινότητες των εποίκων ήταν μια νέα και πλούσια πηγή εσόδων που ισοσκέλιζε με το παραπάνω τις απώλειες που προκαλούσε η εξάντληση των μεταλλείων της Αργυρούπολης. Με τη σειρά της αυτή η επιτυχία οδήγησε σε πιο περίπλοκες καταστάσεις.


Στο πρώτο τουλάχιστον μισό του 19ου αιώνα οι μεταλλωρύχοι και μεταλλουργοί του Πόντου σχεδόν αναζητούσαν -με τη θέρμη των εξερευνητών κοιτασμάτων χρυσού την ίδια πάνω-κάτω εποχή στις μακρινές ΗΠΑ- νέα κοιτάσματα για εκμετάλλευση. Η δίψα τους για νέες πηγές μετάλλων, στη θέση αυτών που εξαντλούνταν στην ιδιαίτερη τους πατρίδα, τους οδήγησε ακόμα και έξω από τα σύνορα της Αυτοκρατορίας. Μετά το Ρωσοθωμανικό Πόλεμο του 1828 - 1829, η μετανάστευση των Ελλήνων του Πόντου απλώθηκε στη νότια Ρωσία, αρχικά με τις ίδιες δεξιότητες και ασχολίες που είχαν εξασφαλίσει την επιτυχία τους στο Οθωμανικό περιβάλλον.
Μέσα σε λίγα χρόνια πολλές δεκάδες χιλιάδες Χριστιανοί του Πόντου πήραν το δρόμο της Ρωσίας δημιουργώντας εμπορικές, πολιτιστικές, οικονομικές και πολιτικές γέφυρες ανάμεσα στις όχθες της Μαύρης Θάλασσας. Προοδευτικά και γρήγορα, εξαιτίας ακριβώς αυτών των εξελίξεων, το φάσμα των δραστηριοτήτων άλλαζε στη νέα εποχή. Το εμπόριο, η ναυτιλία, οι βιομηχανικές δραστηριότητες και οι νέες τραπεζικές λειτουργίες που έφερνε σιγά σιγά η νέα εποχή βρήκαν τους Χριστιανούς του Πόντου σε φάση κινητικότητας και αναζήτησης. Σχεδόν αυτονόητα ρίχθηκαν στα νέα πεδία επένδυσης και απασχόλησης.
Οι δραστηριότητες αυτές ήταν «αστικές», προαπαιτούσαν δηλαδή γραμματικές γνώσεις και συνακόλουθα εκπαιδευτικό σύστημα, πολύ πιο προχωρημένο σε σχέση με ό,τι προϋπήρχε στο παρελθόν. Προς τα μέσα του 19ου αιώνα στον τομέα αυτό μπορούμε να μιλήσουμε για έκρηξη στις ελληνορθόδοξες κοινότητες του Πόντου. Οικονομική έκρηξη, εκπαιδευτική έκρηξη, πνευματική έκρηξη. Ήδη οι παλιές δεξιότητες της μεταλλουργίας φαίνονταν μακρινές και αναντίστοιχες με τις ευκαιρίες που δημιουργούσε η νέα εποχή. Η συγκυρία αποδείχθηκε απίστευτα ευνοϊκή. Ακριβώς τον καιρό που οι ελληνορθόδοξες κοινότητες του Πόντου διεύρυναν δυναμικά το φάσμα των δραστηριοτήτων τους, το Τανζιμάτ και το Χατί Χουμαγιούν τούς έδωσε νέες δυνατότητες.
Στην ουσία, οι μεταβολές δεν ήταν κάτι το πολύ απλό. Η νέα συνταγματική τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έδωσε το τελικό χτύπημα στα παλαιά προνόμια τα οποία απολάμβαναν οι «ουσταμπασί» και οι «μπεϊλικτσή» με βάση την πολύτιμη εργασία που πρόσφεραν. Αυτό όμως δεν είχε πλέον καμία σημασία - έτσι κι αλλιώς η εποχή του ασημιού είχε τελειώσει για τον Πόντο. Αντίθετα, το δικαίωμα στην περιουσία, στη συσσώρευση και την ελεύθερη επένδυση του κεφαλαίου, όπως και το δικαίωμα των κοινοτήτων να καθορίζουν αυτόνομα την εκπαιδευτική και κοινωνική πολιτική τους, ήταν ακριβώς αυτά που χρειαζόταν πλέον η Χριστιανική κοινωνία της περιοχής.


πηγή:http://greekworldhistory.blogspot.gr/