Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Τραγικά δεινοπαθήματα των εξόριστων Σανταίων. Μέρος 1ο

 Τα γυναικόπαιδα των Σανταίων που εκτοπίστηκαν, αποδεκατίσθηκαν από τις στερήσεις και τις αρρώστειες στα βάθη του Πόντου, στο Ερζερούμ, στο Χούνους κι αλλού. Μαθαίναμε στην Τραπεζούντα τα δεινά τους και η ψυχή μας  επαναστατούσε. 
Το δράμα των εξόριστων μας θα μας το αφηγηθούν παρακάτω σε όλες του τις λεπτομέρειες η Ουρανία Σοφιανού η Κυριακή Γιαζιτζή και ο Χρυσόστομος Παυλίδης που έζησαν κι αυτοί την ζωή του εξόριστου. Εμείς εδώ έχομε να πούμε πώς ένα μόνο γράμμα , μια μόνη επίκληση μιας εξόριστης γυναικούλας σ’ εμάς για το παιδί της, μας συγκλόνισε και μας αφαίρεσε 10 χρόνια απ’ την ζωή μας. 
Η γυναικούλα αυτή, η Ειρήνη σύζυγος του Χριστόφορου Εφραιμίδη (της Πελαγίας) στις παραμονές του θανάτου της μας  έγραψε από το Ερζερούμ: «Μιλτιάδη, για το παιδί μου τον Ματθαίο βλέπω πολύ άσχημα όνειρα. Εσύ που ανέβηκες στη Σάντα και τον είδες ίσως κάτι να ξέρεις γι' αυτόν. Για όνομα θεού, σε παρακαλώ να φροντίσεις να μάθεις για την τύχη του παιδιού μου και να μου γράψεις»
Ήταν Μάης του 1922. Εγώ πραγματικά το παιδί της το είδα στο πρώτο μου ταξίδι στην Σάντα με τους άλλους  αντάρτες οπλισμένο,επί πλέον έμαθα πως δραπέτεψε στη Ρωσία και της έγραψα πως το παιδί της ζει και πως θα το συναντήσει μια μέρα. Αν ζούσε η γυναικούλα αυτή δεν θα μου 'κανε εντύπωση η απελπιστική κραυγή της. Αυτή όμως έμαθε πως το παιδί της τάχα εκεί που ήθελε να δραπετεύσει στη Ρωσία σκοτώθηκε απ’ τους Τούρκους στο δρόμο, κι από τον μεγάλο της πόνο πέθανε πρόωρα και το γράμμα μου την βρήκε νεκρή την άμοιρη!
Κρώμνη

Και τώρα ας δώσουμε τον λόγο στην Ουρανία Σοφιανού και στην Κυριακή Γιαζιντζή. Μας λένε:
 «Μόλις φτάσαμε στην Κρώμνη με την πρώτη ομάδα, οι τούρκικες αρχές επέτρεψαν
 σε όργανα της χωροφυλακής και του στρατού να μας μεταχειρισθούν βάναυσα και απαγόρεψαν κάθε μας επικοινωνία με τους κατοίκους της Κρώμνης. Την επαύριον
 ξεκινήσαμε από την Κρώμνη για την  Αργυρούπολη θεονήστικοι. Εκεί που διασχίζαμε  την Ίμερα και μερικά ενδιάμεσα άλλα  ελληνοχώρια, είδαμε ότι οι κάτοικοί τους  μας περίμεναν στους δρόμους με καλαθάκια γεμάτα τρόφιμα, και έδιναν στον καθένα  μας μια μερίδα ψωμιού και ότι άλλο τρόφιμο  τους βρισκόταν. Έτσι σωθήκαμε προσωρινά από τα νύχια του χάρου. 
Φτάσαμε την ίδια μέρα στο Ταλταπάν της Αργυρούπολης, όπου περάσαμε 4 μαύρες μέρες πείνας και ταλαιπωριών. Ύστερα σκόρπισαν όλους μας οι Τούρκοι στα διάφορα ελληνοχώρια της Αργυρούπολης και υποθέσαμε πως τέλειωσαν τα βάσανα της εξορίας μας. Nαι μεν στα ελληνοχώρια της  Αργυρούπολης βρήκαμε καλή περιποίηση, αλλ' οι Τούρκοι που επεδίωκαν την εξόντωσή μας έβαλαν χωροφύλακες να μας συγκεντρώσουν μετά μία βδομάδα από τα χωριά στο Ταλταπάν  και από κει μας εξόρισαν στο εσωτερικό αμέσως. Περί τα 1300 γυναικόπαιδα έστειλαν στο Ερζερούμ και τα υπόλοιπα 400 περίπου έστειλαν στο Χούνους. 
Στο Ερζερούμ αρχικά μας εγκατέστησαν οι Τούρκοι σε κάποιον στρατώνα που ήταν οπωσδήποτε υποφερτός και την  επαύριον μας ειδοποίησαν να ετοιμαστούμε για να φύγουμε στα γύρω Κουρδοχώρια. Εκείνην την πρώτη νύχτα μας βρήκε στον στρατώνα ο Γεώργιος Τριανταφυλλίδης ο γιος του περίφημου λυράρη της Σάντας Γιάννη Τσιάντσια και μας συμβούλεψε να μη πάμε με κανέναν τρόπον στα Κουρδοχώρια για να μην διατρέξουμε τον κίνδυνο του εκτουρκισμού. Έτσι όταν κατέφθασαν την επαύριον οι Κούρδοι για να μας παραλάβουν  αρνηθήκαμε να τους ακολουθήσουμε και τότε οι Τούρκοι για να μας τιμωρήσουν για την δήθεν απείθεια μας μας κλείσανε σε άλλο κτίριο ελεεινό και τρισάθλιο, το Γκιόλπαση, που ήταν χάος απέραντο, που δεν είχε ούτε παράθυρα, ούτε φως, ούτε αέρα  και έτσι πάνω στο παγερό χώμα του Γκιόλπαση αναγκαστήκαμε να πλαγιάζουμε έναν χρόνο συνέχεια χωρίς κρεβάτια, χωρίς στρώματα!
Τις πρώτες μέρες της  εγκατάστασής μας φρόντισαν οι Τραπεζούντιοι Γεώργιος Γαβριηλίδης, Γαβριήλ Τσαπικίδης, Κων/νος Κοκκάς και Ακριτίδης να ιδρύσουν συσσίτιο χάρη των εξόριστων γυναικόπαιδων της Σάντας. Για τον σκοπό αυτό ζήτησαν την συνδρομή των εξόριστων Τραπεζούντιων, οι οποίοι αρχικά επέδειξαν κάποια  αλληλεγγύη προς τα δυστυχισμένα μας γυναικόπαιδα . 
Δεν πέρασαν 20 μέρες και σταμάτησε η λειτουργία του συσσιτίου. Τότε το φάσμα της πείνας άρχισε να πλανάται πάνω απ' τα κεφάλια των εξόριστων γυναικόπαιδων. Οι 4 παραπάνω Τραπεζούντιοι βρήκαν τότε τον τρόπον μερικής θεραπείας του κακού.  Παρακάλεσαν όλους τους εξόριστους Τραπεζούντιους και άλλους να παραδώσουν κάθε φορά για πλύση τα εσώρουχά τους στα εξόριστα γυναικόπαιδα και όχι σε άλλους. Έτσι εξοικονομούσαν τα γυναικόπαιδά μας το ψωμί τους καθημερινά. Την μνήμη των τεσσάρων αυτών Τραπεζούντιων  τίμησε ολόκληρη η Σάντα, μα οι Σανταίοι δεν μπορούν να ξεχάσουν και το εξής ότι στο Ερζερούμ βρίσκονταν χιλιάδες εύποροι Τραπεζούντιοι, οι οποίοι με το ένα εκατοστό των χρημάτων που είχαν θα μπορούσαν να θρέψουν επί δεκάδες χρόνια και τα εξόριστα γυναικόπαιδά μας  και τους άλλους ξένους εξόριστους, που ήσαν κι αυτοί στην ίδια μοίρα με τα γυναικόπαιδά μας.
 Αλλά τι τα θέλομε..!!! Οι στερήσεις, οι κακουχίες  και γενικά οι σκληρές συνθήκες της ζωής των γυναικόπαιδων μέσα  στον βρωμερό εκείνο στρατώνα του Γκιόλπαση μαζί με τον Σιβηρικό χειμώνα του Ερζερούμ προκάλεσαν  εκτός από άλλες αρρώστιες και τον τρομερό εξανθηματικό τύφο, που έστειλε στον Άδη 1000 περίπου γυναικόπαιδα  μας στο διάστημα της εξορίας.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά τα κακά, οι Τούρκοι για να ταλαιπωρήσουν μέχρι θανάτου τα εξόριστα γυναικόπαιδά μας που απέμειναν στο Ερζερούμ, διέταξαν την απάνθρωπη μετατόπιση των περισσοτέρων στο Ερζιγκιάν τον Οκτώβρη του 1922, και μετά ένα μήνα, μέσ’ στον Νοέμβρη χάρις στην σύμβαση της ανταλλαγής μας επέτρεψαν να επιστρέψουμε στην Τραπεζούντα. Από τους 1300 συν εξόριστους μας θυμούμεθα τους  Ιεροκλή  Εφραιμίδη,  Αλέκο Παυλίδη, Θεοφάνη Παυλίδη, Παύλο Παυλίδη, Παρέσα Παυλίδου, Ευθυμία Παρμαξούζ, Ελένη Στουλαρά, Κυριακή Κουρτίδου, Παρέσα Λιανίδου, Κυριακή  Εφραιμίδου, Ερμοφίλη Χαριάδου, Χρυσάνα Λιανίδου, Πηνελόπη Λιανίδου, Φρόσω Ξανθοπούλου,  Ελένη Σωτηροπούλου, Μαγδαληνή Τσιρίδου και Καλλινίκη Λαμπριανίδου. Οι τελευταίες 9 γυναίκες πέθαναν από τον επάρατο εξανθηματικό και από τις άπειρες στερήσεις και κακουχίες».

Εδώ τελειώνει η αφήγηση των δύο γυναικών.


Μιλτιάδης Νυμφόπουλος