Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Θεοδώρα και Αλέξιος

Σίμος Λιανίδης
"ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ" - "το μεσέλ" όπως λέγεται στη Ποντιακή διάλεκτο δεν διαφέρει και δεν είναι δυνατόν να διαφέρει απ' τα παραμύθια άλλων ελληνικών
περιοχών ή άλλων λαών.
 Όμως παρ' όλα αυτά έχει και το δικό του ξέχωρο χρώμα κι αποτελεί την έκφραση της πνευματικής ζωής του Ποντιακού λαού, του Ακρίτα αυτού του Ελληνικού έθνους στην ανατολή".

Σίμου  Λιανίδη, Τα Παραμύθια του Ποντιακού λαού  σελ. 7.




Οι μέρες για το γάμο της Θεοδώρας με τον Ουζούν Χασάν πλησίαζαν. Οι ετοιμασίες είχαν κορυφωθεί. Προσκλήσεις, προικιά, ραψίματα και τόσα άλλα.
Ο τετράχρονος Αλέξιος, ο γιος του Αλέξανδρου και της Mαρίας-Γκατελούζη ο αγαπημένος ανιψιός της Θεοδώρας, δεν άκουγε παρά για το γάμο της πολυαγαπημένης του θείας και το μυαλουδάκι του δεν το χωρούσε.
-Και θα φύγει από το παλάτι; θα πάει μακριά;
-Ναι! Μα συ μη νοιάζεσαι. Όπου και να πάει, εσένα θα σ ‘έχει στην καρδιά της, του απαντούσαν.
-Μα, εγώ δεν θέλω να φύγει, φώναζε κι έκλαιγε.
-Να με πάρει μαζί της, έλεγε άλλοτε, αλλιώς εγώ θα κλαίω.
Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, με τίποτα δεν ευχαριστιόταν. Η ηλικιωμένη παραμάνα του, είχε κουραστεί, ώσπου να τον πείσει να ξαπλώσει. Κι η υπομονή της ήταν γνωστή όσο και η αγάπη της για τον Αλέξιο. Η ίδια άλλωστε είχε μεγαλώσει και τον πατέρα του, τον Αλέξανδρο.
-Καλά, είπε στο τέλος, μα θα μου πεις τη Σαχταρίτσα (Σταχτοπούτα).
-Α, δε γίνεται, είναι μεγάλο παραμύθι. Κι ύστερα χτες σου την είπα.
Η Θεοδώρα από το μέρος της, όσο πλησίαζαν οι μέρες που θ’ άφηνε πίσω της τα αγαπημένα της πρόσωπα, τόσο και δεν χόρταινε το μικρό της ανεψιό, τον Αλέξιο. Του είχε τόση αδυναμία, όσο κι εκείνος γι' αυτή. Συχνά, η μάνα του η Μαρία Γκατελούζη έλεγε γελώντας:
-Μερικές φορές πιστεύω, πως πιο πολύ αγαπάει, εσένα, Θεοδώρα, παρά εμένα, τη μάνα του. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή φάνηκε η Θεοδώρα.
Στη θέα της ο Αλέξιος ξαστέρωσε με μιας.
-Τι ακούω, τον ψευτομάλωσε, στενοχωρείς την καλή σου παραμάνα;
-Έχω δίκιο, απάντησε. Δεν μου λέει τη Σαχταρίτσα και πρόσθεσε: Την πήραν τα γεράματα και βαριέται.
-Μα, χτες του την είπα, δικαιολογήθηκε η ηλικιωμένη γυναίκα.
Η ώρα είναι περασμένη, για τόσο μεγάλο παραμύθι.
Η Θεοδώρα από τη μια ήθελε να μαλώσει τον μικρό της ανιψιό, για τις άπρεπες κουβέντες του, κι από την άλλη, της ερχόταν να χαμογελάσει με τις δικαιολογίες της καλόκαρδης παραμάνας. Είπε λοιπόν:
-Θα έπρεπε, να σε μαλώσω, για τα λόγια που είπες στην Ευδοκία, που τόσο σ' αγαπάει και κουράζεται για σένα. Προτιμώ, όμως, να σου πω ένα παραμύθι.
-Α, ωραία! πήρε θάρρος ο Αλέξιος.
-Έτσι θα καταλάβεις, συνέχισε η Θεοδώρα, πόσο οι ηλικιωμένοι άνθρωποι μας είναι χρήσιμοι.
Πριν ο μικρούλης διαμαρτυρηθεί για ένα παρόμοιο παραμύθι, η Θεοδώρα συμπλήρωσε:
-Είναι για έναν κακό βασιλιά.
-Α, ωραία! χάρηκε ο μικρός και ρώτησε:
-Όχι, όμως και πολύ κακός;
-Άκουσε και θα καταλάβεις μονάχος σου. Μου το είχε πει κι εμένα η παραμάνα μου, σαν ήμουν μικρή και την στεναχωρούσα. Ήταν από τη Χαλδία κι ήξερε ωραία παραμύθια.
" Μια φορά, λοιπόν, κι έναν καιρό ήταν ένας πολύ κακός βασιλιάς.
Μια μέρα έβγαλε ένα νόμο που χειρότερος δε γινόταν. Δηλαδή, σαν κάποιος συμπλήρωνε τα εξήντα του χρόνια, οι συγγενείς του να τον γκρεμούν από ένα ψηλό βουνό. Κι όποιος παράβαινε το νόμο του θα εκτελούνταν. Όλοι τότε τρομοκρατημένοι, κι όσο κι αν αγαπούσαν τους γέρους τους, τους έριξαν από το ψηλό βουνό.
Ένα παλληκάρι όμως, δεν υπάκουσε. Πάνω στο ταβάνι του σπιτιού του έχτισε μια μικρή κάμαρη σα φωλιά! Εκεί τη μέρα έκρυβε τον πατέρα του και σαν νύχτωνε, τον κατέβαζε.
Ο βασιλιάς δεν ήταν μόνο κακός, αλλά και άπληστος. Φιλοχρήματος. Έβγαλε, λοιπόν, τέσσερα ερωτήματα. Τα έγραψε και κρέμασε το χαρτί στην αυλή του παλατιού του. Ύστερα διάταξε όλους τους άντρες του Βασιλείου, που ήταν πάνω από τριάντα χρόνων να 'έρθουν, ν 'απαντήσουν, να εξηγήσουν. Κι όποιος δεν έβρισκε τη λύση, δεν έδινε τη σωστή απάντηση, θα πλήρωνε στο βασιλικό ταμείο, τέσσερις λίρες.

 Τα ερωτήματα αυτά ήταν τα παρακάτω:
1.Τι αξία έχει ένα μπακράτσι (κατσαρόλα);
2.Απ'την έμπα του Μαγιού ως το τέλος του, πόσα έσοδα έχει το κράτος;
3.Πως μπορεί ένας άνθρωπος ούτε καβάλα, ούτε πεζός, να πάει στο βασιλιά;
4.Ποιος είναι πιστός στον άνθρωπο;
Ήρθαν, λοιπόν, όλοι οι άντρες του βασιλείου και κανένας τους δεν κατάφερε να δώσει τη σωστή απάντηση. Για τιμωρία τους, έδιναν από τέσσερις λίρες στο βασιλικό ταμείο.
Ο βασιλιάς βλέποντας τόσο χρήμα να μαζεύεται, έτριβε τα χέρια του από χαρά.
Έφτασε τέλος και η μέρα του παλληκαριού, που είχε κρύψει το γέρο πατέρα του. πριν παρουσιαστεί στο βασιλιά, συμβουλεύτηκε τον πολύπειρο πατέρα του για το τι σήμαιναν εκείνα τα ερωτήματα. Τις απαντήσεις τις κράτησε στο μυαλό του κι έτσι έδωσε τις σωστές απαντήσεις. Για το πρώτο ερώτημα είπε:
-Το μπακράτσι έχει τόση αξία, όσο είναι και το μέταλλό του.
Είναι χάλκινο ή ασημένιο; Ανάλογα με τα πόσα δράμια είναι, θα ‘ναι και η αξία του. Κι αν έχει μέσα λίρες ή γιαούρτι ή αλεύρι, θα λογαριαστεί κι αυτουνών η αξία. Έτσι θα ξέρουμε ακριβώς την αξία του μπακρατσιού.
 Για το εισόδημα του Μάη, το παλληκάρι είπε:
 "Το εισόδημα, δηλαδή, τι κέρδος θα φέρει, εξαρτιέται από τον θεό, αν ο μιστός δώσει δυο-τρεις βροχές, ο Μάης θα γίνει θησαυρός.
Και τι αξίζει ο δικός σου θησαυρός, μπροστά σ ‘εκείνου;"
Για το τρίτο ερώτημα, ο νέος έκανε ότι τον συμβούλεψε ο πατέρας του. Για να πάει, δηλαδή στο βασιλιά και πεζός και καβάλα, πήρε ένα πουλάρι-νέο γαϊδούρι-και το καβαλίκεψε, δηλαδή, το είχε ανάμεσα στα πόδια του και ταυτόχρονα περπατούσε. Έτσι παρουσιάστηκε στο βασιλιά.
Ο βασιλιάς και οι δώδεκα άρχοντες της ακολουθίας του θαύμασαν για την εξυπνάδα του νέου. Περίμεναν, λοιπόν, να δουν αν θα τα κατάφερνε το ίδιο καλά και με το τέταρτο ερώτημα, το ποιός είναι πιστός στον άνθρωπο.
Το παλληκάρι, σύμφωνα πάντα με τις ορμήνιες του γέρου-πατέρα του, μ ‘ένα σκοινί έδεσε έναν σκύλο. Πήρε μαζί του και τη γυναίκα του και παρουσιάστηκε στο βασιλιά. Άρχισε τότε να χτυπάει το σκύλο αλύπητα με τη μαγκούρα του. Κι εκείνος ο ευλογημένος, όσο τον χτυπούσε, τόσο τυλιγόταν στα πόδια του. Τέλος τον φώναξε με τ’ όνομά του, κι εκείνος άρχισε να χοροπηδάει γύρω του και να του γλύφει τα χέρια. Στη συνέχεια έδωσε και δυό χαστούκια στη γυναίκα του, που την είχε είκοσι χρόνια και την χάιδευε: "μην αστράψεις και μη βροντάς", που λέει ο λόγος. Η γυναίκα του, όλη αυτή την αγάπη την ξέχασε με μιας, και λέει θυμωμένα στο βασιλιά:
"Βασιλιά μου πολυχρονεμένε, να αυτός είναι που δεν κράτησε τη διαταγή σου και φυλάγει τον πατέρα του, που είναι εξηνταπέντε χρόνων. Τις απαντήσεις, του τις είπε ο πατέρας του.
Αυτό είπε η γυναίκα.
"Βασιλιά μου, είπε κι ο άνθρωπος, τώρα θα κατάλαβες πως από το σκύλο πιο πιστός κανείς δεν είναι στον άνθρωπο κι από τους γονείς άλλο καλύτερο δεν υπάρχει. Είδες και της γυναίκας την απιστία και του σκύλου την εμπιστοσύνη. Και τώρα είμαι στη διάθεσή σου. Σκότωσε και μένα και τον πατέρα μου".
Ο βασιλιάς τότε κατάλαβε, πόσο σκληρά φερόταν και μετάνιωσε. όρισε τη ζωή και του παλληκαριού και του γέρου πατέρα του. Μάλιστα τον σοφό εκείνο γέροντα, τον κάλεσε στο παλάτι και τον έκανε βεζίρη του (πρωθυπουργό), από τότε οι νόμοι ήταν καλοί για όλους. Κι έζησαν όλοι καλά!
0 Αλέξιος αποκοιμήθηκε μ’ ένα χαμόγελο ευτυχίας στα κόκκινα χείλη του.
-Τόσο όμορφο παιδάκι δεν υπάρχει άλλο, είπε η γριά παραμάνα, παρατηρώντας το με στοργή και λατρεία.
-Πραγματικό αγγελούδι, συμφώνησε η Μεγάλη-Κομνηνή. Ας είναι καλοφωτισμένο. Ποτέ δεν θα φύγει από την σκέψη και την καρδιά μου και του χάιδεψε συγκινημένη απαλά τις μπούκλες των μαλλιών του.
-Και καλότυχο, πρόσθεσε η παραμάνα, καλότυχο, σαν κάποιο κακό προαίσθημα να της έσφιγγε την καρδιά.
Παναγία Χρυσοκέφαλος
Η ειδική τελετή του γάμου, που γινόταν σε παρόμοιους γόμους με αλλόθρησκους, έγινε την επομένη. Τελέστηκε στη Μητροπολιτική εκκλησία της Παναγίας Χρυσοκεφάλου, στο μέσον της τειχισμένης πόλης. Ολόκληρη η Τραπεζούντα βρισκόταν σε συναγερμό. Μικροί, μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες ήθελαν, να καμαρώσουν την πανέμορφη πριγκίπισσά τους νύφη.

Ο Δεσπότης Δαβίδ, σαν "νυμφαπόστολος", συνόδεψε τη νύφη μέχρι το Ντιαρπέκρ επικεφαλής της πολυάριθμης ακολουθίας της, που θ’ αποτελούσαν εκεί τη νέα της Αυλή. Στα σύνορα της Τραπεζούντας την υποδέχτηκαν πολλοί Τουρκμάνοι άρχοντες και ιππότες που είχε στείλει ο Χασάν, για να την τιμήσει!

Αυγή Β. Παπάκου