Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΣΤΗ ΣΑΝΤΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ


1. Υφαντικής και πλεκτικής

Αρδάχτ: αδράκτι από οξιά με σποντύλ (κωνοειδές ξύλο) για να γνέθουν (κάμνε) το μαλλί.
Κλωστάρδαχτον: μεγάλο αδράκτι με σποντύλ για το κλώσιμο του νήματος.
Νέστρ: πιατάκι μετάλλινο, μέσα στο οποίο στήριζαν το αδράχτι κατά το γνέψιμο.
Λανάρ: λανάρι, σανίδα με δυο σειρές μετάλλινες βελόνες χονδρές για να λαναρίζουν το μαλλί.
Αργαστέρ: Αργαλειός εγχώριος για το ύφασμα μάλλινων υφασμάτων. Μέρη αυτού ήσαν τα καλαπόδια - πατήβρες, τα μιτάρια, το χτένι, το μακόκ (σαΐτα) βέργα πάνω στην οποία τύλιγαν το νήμα.
Φατέν : ξύλινο εργαλείο με σχήμα του τσεκουριού των κρεοπωλών, για το ύφασμα των κασικιών ή φοτοδεμιών.
Τσιαπάρια: λεπτά τετράγωνα σανιδάκια με πολλές τρύπες, όπου περνούσαν τις κλωστές των φοτοδεμιών κατά την ύφανση.
ΣΑΝΤΑ: θερισμός 1905(;;;)

2. Θερισμού

Καγάν: μικρό δρεπάνι εγχώριο.
Κερεντή: μεγάλο δρεπάνι, κόσα, ήταν εγχώριας κατασκευής· μετά το 1900 έφεραν από τη Ρωσία του εργοστασίου. Κερεντοστέλ  λεγόταν το στειλιάρι του.
Ρινίν: λίμα για ακόνημα.
Τσσιαλίκ: τετράγωνη βέργα από ατσάλι για ακόνημα.
Λειακόν: ακονόπετρα.
Ακλωστρα: ακονόπετρα περιστρεφόμενη.
Τουρμούχος: χτένα ξύλινη για το μάζεμα του χόρτου.
Δικρόν: δίκρανον, ξύλο διχαλωτό για το αναποδογύρισμα (κλώσιμον) του χόρτου να ξεραθεί.

3. Ζυμώματος

Κοσσκίν: κόσκινο για να κοσκινίσουν το σιτάρι πριν το αλέσουν ή το άλευρο μετά το άλεσμα (αλευροκόσσκινο).
Κοτ: ξύλινο κυλινδρικό μέτρο των σιτηρών και οσπρίων που χωρούσε 8 κιλά περίπου.
Μουάμ: μεγάλο κότ 15 κιλών. Κάθε χωριό είχε ένα για ν’ αγοράζει σιτηρά από τους Κούρδους.
Τεπούρ: μεγάλη ξύλινη ρηχή πιατέλα του τόρνου, για καθάρισμα των σιτηρών από τις πέτρες.
Ζούμωτρον: μεγάλη και βαθιά σκάφη για ζύμωμα.
Ζουμωξύστρε: μετάλλινη πλάκα για το καθάρισμα του ζούμωτρου από τη ζύμη.
Καμάκα: φαρδιά τσάπα για να μαζεύουν και να βγάζουν από το φούρνο τα τσιλίδια (κάρβουνα).
Πιρρίφτε: ξύλινο φτυάρι για να βάλουν και βγάλουν τα ψωμιά από το φούρνο.
Καταμάγια: μεγάλο κουρέλι, στην άκρη κοντού ξύλου, για να καθαρίσουν το πάτωμα του φούρνου από τη στάχτη.

4. Καλλιέργειας

Μακέλλ: τσάπα για σκάψιμο και  φύτεμα πατάτας κ.ά.
Γριζομάκελλον: αξίνα για εκχέρσωση.

5. Κοψίματος

Αξινάρ: τσεκούρι για σχίσιμο και κόψιμο ξύλων.
Κρωπή: μικρό τσεκούρι με προεξέχουσα μύτη, ώστε κατά τό κόψιμο να μη αγγίζει το έδαφος το στόμα.
Σσκεπάρ: σκεπάρνι.
Πρέν: πριόνι
Μαχχαίρ: μαχαίρι διαφόρου μεγέθους εγχώριο, για κόψιμο ψωμιού, μακαρίνας κ.ά.
Ψαλίδ: ψαλίδι χοντρό , με τις ραπτικές μηχανές είχε εισαχθεί το ψαλίδι του εργοστασίου.

6. Φωτισμού

Παράφτε: Πλάκα στον τοίχο, όπου τοποθετούσαν δαδιά για φωτισμό.
Λικμιανοστάτε: όπου τοποθετούσαν το λικμιάν.
Λικμιάν: ανοιχτό δοχείο όταν έκαιαν ψαρόλαδο.
Κοτσολάμπ: μικρή τενεκεδένια λάμπα πετρελαίου, που μεταχειρίζονταν όταν πήγαιναν τη νύχτα στο στάβλο ή αλλού.
Λάμπα: λάμπα γιαλένια του πετρελαίου, από τα τέλη του περασμένου
αιώνα.
Καθαρίζ' νε τα σκεύα

7. Οπλα

Γαμιά ή γαράγουλαχ:μεγάλο και γυριστό μαχαίρι με θήκη· μ’ αυτήν έπαιζαν το μαχχαίρ· (ξιφασκία).
Κάμα: μικρό σπαθί δίκοπο.
Πιστόφ’: πιστόλι εμπροσθογεμές εγχώριο.
Λιβέρ, ρεβόλ: ρεβόλβερ από το τέλος του περασμένου αιώνα.
Τυφιάγκ: μονόκανο ή δίκανο εμπροσθογεμές.
Μαρτίν: ονομαζόταν τα οπσθογεμή όπλα (αϊναλήν, περτέγκα, γκράς, μάουζερ και μάνλιχερ).