Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΣΤΗ ΣΑΝΤΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ


1. Υφαντικής και πλεκτικής

Αρδάχτ: αδράκτι από οξιά με σποντύλ (κωνοειδές ξύλο) για να γνέθουν (κάμνε) το μαλλί.
Κλωστάρδαχτον: μεγάλο αδράκτι με σποντύλ για το κλώσιμο του νήματος.
Νέστρ: πιατάκι μετάλλινο, μέσα στο οποίο στήριζαν το αδράχτι κατά το γνέψιμο.
Λανάρ: λανάρι, σανίδα με δυο σειρές μετάλλινες βελόνες χονδρές για να λαναρίζουν το μαλλί.
Αργαστέρ: Αργαλειός εγχώριος για το ύφασμα μάλλινων υφασμάτων. Μέρη αυτού ήσαν τα καλαπόδια - πατήβρες, τα μιτάρια, το χτένι, το μακόκ (σαΐτα) βέργα πάνω στην οποία τύλιγαν το νήμα.
Φατέν : ξύλινο εργαλείο με σχήμα του τσεκουριού των κρεοπωλών, για το ύφασμα των κασικιών ή φοτοδεμιών.
Τσιαπάρια: λεπτά τετράγωνα σανιδάκια με πολλές τρύπες, όπου περνούσαν τις κλωστές των φοτοδεμιών κατά την ύφανση.
ΣΑΝΤΑ: θερισμός 1905(;;;)

2. Θερισμού

Καγάν: μικρό δρεπάνι εγχώριο.
Κερεντή: μεγάλο δρεπάνι, κόσα, ήταν εγχώριας κατασκευής· μετά το 1900 έφεραν από τη Ρωσία του εργοστασίου. Κερεντοστέλ  λεγόταν το στειλιάρι του.
Ρινίν: λίμα για ακόνημα.
Τσσιαλίκ: τετράγωνη βέργα από ατσάλι για ακόνημα.
Λειακόν: ακονόπετρα.
Ακλωστρα: ακονόπετρα περιστρεφόμενη.
Τουρμούχος: χτένα ξύλινη για το μάζεμα του χόρτου.
Δικρόν: δίκρανον, ξύλο διχαλωτό για το αναποδογύρισμα (κλώσιμον) του χόρτου να ξεραθεί.

3. Ζυμώματος

Κοσσκίν: κόσκινο για να κοσκινίσουν το σιτάρι πριν το αλέσουν ή το άλευρο μετά το άλεσμα (αλευροκόσσκινο).
Κοτ: ξύλινο κυλινδρικό μέτρο των σιτηρών και οσπρίων που χωρούσε 8 κιλά περίπου.
Μουάμ: μεγάλο κότ 15 κιλών. Κάθε χωριό είχε ένα για ν’ αγοράζει σιτηρά από τους Κούρδους.
Τεπούρ: μεγάλη ξύλινη ρηχή πιατέλα του τόρνου, για καθάρισμα των σιτηρών από τις πέτρες.
Ζούμωτρον: μεγάλη και βαθιά σκάφη για ζύμωμα.
Ζουμωξύστρε: μετάλλινη πλάκα για το καθάρισμα του ζούμωτρου από τη ζύμη.
Καμάκα: φαρδιά τσάπα για να μαζεύουν και να βγάζουν από το φούρνο τα τσιλίδια (κάρβουνα).
Πιρρίφτε: ξύλινο φτυάρι για να βάλουν και βγάλουν τα ψωμιά από το φούρνο.
Καταμάγια: μεγάλο κουρέλι, στην άκρη κοντού ξύλου, για να καθαρίσουν το πάτωμα του φούρνου από τη στάχτη.

4. Καλλιέργειας

Μακέλλ: τσάπα για σκάψιμο και  φύτεμα πατάτας κ.ά.
Γριζομάκελλον: αξίνα για εκχέρσωση.

5. Κοψίματος

Αξινάρ: τσεκούρι για σχίσιμο και κόψιμο ξύλων.
Κρωπή: μικρό τσεκούρι με προεξέχουσα μύτη, ώστε κατά τό κόψιμο να μη αγγίζει το έδαφος το στόμα.
Σσκεπάρ: σκεπάρνι.
Πρέν: πριόνι
Μαχχαίρ: μαχαίρι διαφόρου μεγέθους εγχώριο, για κόψιμο ψωμιού, μακαρίνας κ.ά.
Ψαλίδ: ψαλίδι χοντρό , με τις ραπτικές μηχανές είχε εισαχθεί το ψαλίδι του εργοστασίου.

6. Φωτισμού

Παράφτε: Πλάκα στον τοίχο, όπου τοποθετούσαν δαδιά για φωτισμό.
Λικμιανοστάτε: όπου τοποθετούσαν το λικμιάν.
Λικμιάν: ανοιχτό δοχείο όταν έκαιαν ψαρόλαδο.
Κοτσολάμπ: μικρή τενεκεδένια λάμπα πετρελαίου, που μεταχειρίζονταν όταν πήγαιναν τη νύχτα στο στάβλο ή αλλού.
Λάμπα: λάμπα γιαλένια του πετρελαίου, από τα τέλη του περασμένου
αιώνα.
Καθαρίζ' νε τα σκεύα

7. Οπλα

Γαμιά ή γαράγουλαχ:μεγάλο και γυριστό μαχαίρι με θήκη· μ’ αυτήν έπαιζαν το μαχχαίρ· (ξιφασκία).
Κάμα: μικρό σπαθί δίκοπο.
Πιστόφ’: πιστόλι εμπροσθογεμές εγχώριο.
Λιβέρ, ρεβόλ: ρεβόλβερ από το τέλος του περασμένου αιώνα.
Τυφιάγκ: μονόκανο ή δίκανο εμπροσθογεμές.
Μαρτίν: ονομαζόταν τα οπσθογεμή όπλα (αϊναλήν, περτέγκα, γκράς, μάουζερ και μάνλιχερ).