Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

ΜΥΘΟΙ ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΙ

Το χιόνι εκείνο τον τελευταίο χειμώνα σκέπασε τα πάντα. Τα πεύκα στους λόφους έμοιαζαν σαν Σταχτοπούτες, ντυμένες στ’ άσπρα, που πήγαιναν στη μεγάλη δεξίωση. Κάθε τόσο ριπές αγέρα σήκωναν το σωριασμένο χιόνι και το στριφογύριζαν πάλι αφήνοντάς το να πέσει με φόντο τον ασημόγκριζο ουρανό.

Τα πρώτα χιόνια άρεσαν σε μας τα παιδιά. Τρέχαμε από τα σπίτια μας ξυπόλυτοι και ξαπλώναμε μέσα στο χιόνι. Τεντώναμε τα χέρια μας παρασταίνοντας ότι ήμασταν άγγελοι. Άλλες φορές, απλά μέναμε έτσι ξαπλωμένοι με τα χέρια μας απλωμένα, αφήνοντας το ζεστό μας κορμί να διαγράψει το αποτύπωμά του πάνω στο αφράτο χιόνι. Μετά, τρέχαμε πάλι μέχρι το σπίτι γελώντας και καθόμασταν κοντά στη φωτιά, με τις άκρες των ποδιών μας να τρεμουλιάζουν από το κρύο. Μέσα στο σπίτι έκανε πάντα ζέστη, όσο δυνατά και αν φυσούσε ο αέρας έξω.
Χότζα Μετζάρι
Η Γιαγιά σπάνια συμμετείχε στην ρουτίνα της καθημερινότητας. Σου έδινε την εντύπωση ότι δεν καταδεχόταν αυτές τις ευτελείς ασχολίες. Ίσως και γι’ αυτό να μου είναι δύσκολο σήμερα να θυμηθώ πολλά πράγματα γι’ αυτήν. Παρηγοριά για μένα ήταν να παρακολουθώ τη Μητέρα που ζύμωνε, που έψηνε ψωμί ή που απλά στεκόταν μπροστά στη φωτιά ανακατεύοντας το στιφάδο στην κατσαρόλα. Το πρόσωπό της ήταν λαμπερό και κόκκινο από τις φλόγες. Οι κινήσεις της δεν έμοιαζαν ποτέ βεβιασμένες ή άτσαλες. Λες και φτερούγιζε σαν πεταλούδα μέσα στο δωμάτιο ή στους αγρούς με μεγάλη άνεση και αποτελεσματικότητα.
Όταν ο Παππούς επέστρεφε στο σπίτι από τη δουλειά του το βράδυ, η Μητέρα του έπλενε τα πόδια. Ακόμα και εκείνη την ώρα, οι κινήσεις της ήταν αξιοπρεπείς και γεμάτες χάρη. Όταν τελείωνε, τα χείλη της ακουμπούσαν ελαφρά τα πόδια του και του τα φιλούσε. Δεν απευθυνόταν ποτέ άμεσα στον Παππού όταν μιλούσε. Αν είχε κάτι να του πει, το έλεγε στον πατέρα μου. Ήταν καθήκον της νύφης να δείχνει τέτοιο σεβασμό στο πατέρα του άντρα της. Υποθέτω πως ήταν μια ένδειξη ευγνωμοσύνης για την παροχή στέγης και τροφής. Πάντως, οι γυναίκες δούλευαν σκληρότερα από τους άντρες, τελικά.
Βοηθούσαμε και εμείς τα παιδιά στις δουλειές, όχι τόσο μέσα στο σπίτι, όσο με τις αγελάδες και τις κότες. Μικρά πράγματα που τα αντιμετωπίζαμε και σαν παιχνίδι. Καμιά φορά, πηγαίναμε στο χωριό με μια μεγάλη στάμνα για να φέρουμε νερό.
 Οι άντρες του χωριού είχαν εγκαταστήσει μια σωλήνα που έφερνε το νερό από το βουνό μέχρι τη βρύση. Το παραπανίσιο νερό έπεφτε σε μια μεγάλη γούρνα φτιαγμένη από πέτρα ή τσιμέντο κάτω από το σωλήνα και εκεί πηγαίναμε τα ζώα για να ποτιστούν. Το νερό ήταν σπάνιο και πολύτιμο.
Κάπου κάπου, πηγαίναμε και στο δάσος για να μαζέψουμε ξύλα που τα κουβαλούσαμε στις πλάτες μας για τη φωτιά. Συνήθως, όμως, ξύλα έφερναν οι άντρες που μετέφεραν μεγάλες ποσότητες με τα κάρα τους.
Το τζάκι έπαιζε μεγάλο ρόλο στη ζωή μας. Αυτό μας ζέσταινε, εκεί μαγειρεύαμε και αυτό φώτιζε το σπίτι όταν έπεφτε ο ήλιος. Ίσως και να είχαμε και κάποια λάμπα, αλλά εγώ δεν το θυμάμαι αυτό. Για να βγούμε έξω το βράδυ, χρησιμοποιούσαμε ένα κομμάτι ξύλο από πεύκο γεμάτο ρετσίνι και το κρατούσαμε σαν δάδα. Με το ρετσίνι που ήταν εύφλεκτο η φλόγα κρατούσε περισσότερο.
Αν και ζούσαμε κάτω από την ίδια στέγη, ο θείος Κωνσταντίνος και η γυναίκα του σπάνια κάθονταν με την υπόλοιπη οικογένεια. Επειδή ήταν νέος, έλειπε συχνά από το σπίτι ή έκανε παρέα στη γυναίκα του και στο μικρό παιδί του στο άλλο δωμάτιο.
Περίπου εκείνη την εποχή, συνέβη κάτι ξεχωριστό. Η Ναστασία, η  Χριστοδούλα και εγώ καθόμασταν στο πάτωμα κοντά στη φωτιά και παίζαμε με τις κούκλες που είχαμε φτιάξει από κουρέλια, κλαδιά και πίσσα από το ρετσίνι των δέντρων. Για κεφάλια, χρησιμοποιούσαμε παλιά κουμπιά τα οποία τυλίγαμε με πανιά. Τα κλαράκια που εξείχαν τα χρησιμοποιούσαμε για πόδια και με την πίσσα φτιάχναμε και ψηλοτάκουνα παπούτσια στην άκρη του κάθε ποδιού. Δεν είχα δει ποτέ μου τέτοια παπούτσια στ’ αλήθεια, αλλά, δεν ξέρω, τέτοια φτιάχναμε. Τα πρόσωπα τα ζωγραφίζαμε με κάρβουνο και τις βαφές τις φτιάχναμε από τα φυτά που βρίσκαμε στο δάσος.
Η Μητέρα ήταν πάλι έγκυος και καθόταν στο τζάκι και έπλεκε μια μικροσκοπική ζακέτα. 0 Πατέρας και ο Παππούς είχαν καθίσει στις συνηθισμένες θέσεις τους. Η Γιαγιά έμοιαζε με πριγκίπισσα με τα ραφινάτα ρούχα της, ενώ ο Γιάννης κοιμόταν του καλού καιρού ξαπλωμένος στο πάτωμα και κουλουριασμένος σαν γατάκι.
Ήταν οι ώρες της ανάπαυσης, οι στιγμές που το μικρό καράβι του σπιτιού μας έμοιαζε να ακολουθεί την τακτική του ρότα. Ήταν στιγμές ωραίες, ελπιδοφόρες, που έσβηναν κάθε κακό προαίσθημα.
«Ήταν κάποια φορά δύο πολύ χαζά αδέλφια», άρχισε να λέει ο Παππούς.

Έσκυψε μπρος, ακούμπησε τους αγκώνες του στα γόνατα, ένωσε τα χέρια του πλέκοντας τα δάχτυλά του και κοίταξε επίμονα τη φωτιά. Εγώ έπαιζα με την κούκλα μου, αλλά τέντωσα τα αυτιά μου για να ακούσω, αφού είχα καταλάβει ότι ξεκινούσε κάποιο παραμύθι.
«Αν και υπήρχαν πολλοί λίγοι άντρες στο χωριό που ζούσαν, η μητέρα τους δεν είχε καταφέρει να τους βρει νύφες. Καμία δε δεχόταν να τους παντρευτεί. Αυτοί είχαν βάλει στο μάτι τις δύο ομορφότερες κοπέλες στο χωριό. Αλλά, όταν τα αδέλφια ζήτησαν τα κορίτσια σε γάμο, ο πατέρας τους απάντησε ότι σύντομα θα τις πάντρευε με δυο μορφονιούς από τη μεγάλη πόλη στην άλλη πλευρά του βουνού. Έτσι, μια μέρα τα δύο αδέλφια αποφάσισαν να φύγουν ταξίδι για εκείνη τη μακρινή πόλη για να βρούνε και αυτοί γυναίκες.
-Τι να πάρουμε μαζί μας; είπε ο μικρότερος αδελφός που δεν είχε  ξαναταξιδέψει ποτέ.
- Δεν ξέρω, απάντησε ο άλλος.
- Θα χρειαστείτε ένα τσεκούρι, είπε η μητέρα τους, για να μπορείτε να κόψετε ξύλα για φωτιά.
- Καλά, είπαν τα αδέλφια.
- Και θα πρέπει να πάρετε και μια λάμπα για να βλέπετε πού πηγαίνετε όταν ταξιδεύετε βράδυ, είπε η μητέρα.
- Καλά, ξαναείπαν τα αδέλφια.
- Μην ξεχάσετε να πάρετε κουβέρτες και φαγητό και σπίρτα για να ανάψετε τη φωτιά, είπε η μητέρα.
Ήταν η μόνη έξυπνη από τους τρεις τους.
Έτσι, ετοίμασαν τις προμήθειές τους μια μέρα πριν το ταξίδι και τις τύλιξαν σε μικρούς σάκους που θα κουβαλούσαν στις πλάτες τους.
Η μέρα που επέλεξαν για το ταξίδι ήταν ήσυχη και ήρεμη όταν ξεκίνησαν, αλλά μόλις πέρασαν την κρεμαστή ξύλινη γέφυρα πάνω από το βαθύ φαράγγι που χώριζε το χωριό από τον υπόλοιπο κόσμο, ο αέρας άρχισε να φυσάει και να ουρλιάζει. Σφύριζε καθώς περνούσε μέσα από τα ανοίγματα που άφηναν οι βράχοι και μέσα από τα δέντρα.
- Τι είναι αυτός ο θόρυβος; ρώτησε ο νεότερος αδελφός.
Όσο απομακρύνονταν από το σπίτι, τόσο πιο πολύ φοβούνταν.
- Ποιος θόρυβος; ρώτησε ο άλλος. Ο αέρας είναι που περνάει μέσα από τα δέντρα, είπε.
Αλλά και αυτός από μέσα του φοβόταν.
Συνέχισαν να περπατάνε, τρομάζοντας με κάθε καινούργιο θόρυβο που άκουγαν. Στο τέλος, αποφάσισαν να σταματήσουν κοντά σε ένα μικρό ρυάκι για να ετοιμάσουν το βραδινό τους φαγητό. Ο ουρανός όλο και σκοτείνιασε και ο αέρας όλο και φυσούσε δυνατότερα. Άναψαν φωτιά, έφαγαν και ξάπλωσαν στα ψαθιά τους για να κοιμηθούν.
Η Thea Halo με την μητέρα της Σάνο.
- Πιστεύεις στα φαντάσματα; ρώτησε ο μικρότερος αδελφός.
- Όχι! απάντησε ο μεγαλύτερος.
Την ίδια ώρα όμως, κοίταξε γύρω του να δει αν υπήρχε κανείς που μπορούσε να τον ακούσει.
- Τότε, τι ήταν αυτό που μου έπιασε το αφτί;
- Δεν ξέρω, είπε ο μεγάλος αδελφός. Τι αισθάνθηκες;
- Ένιωσα το παγερό χέρι του θανάτου, απάντησε ο μικρός και η φωνή του έτρεμε από το φόβο.
- Ο αέρας ήταν, είπε ο μεγάλος αδελφός.
Τα μάτια του, όμως, ήταν ορθάνοιχτα από τον τρόμο, καθώς κοιτούσε γύρω γύρω στο σκοτάδι για να δει αν ήταν κανείς κοντά τους.
- Τι ήταν αυτό; ξαναφώναξε ο μικρότερος αδελφός πάλι.
- Ποιο; ρώτησε ο άλλος.
- Κάτι μου έγλειψε τον αγκώνα.
- Ο αέρας ήταν, του απάντησε πάλι ο αδελφός του.
Αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν και τόσο σίγουρος γι’ αυτό που έλεγε. Τράβηξε τα σκεπάσματά του πάνω από το κεφάλι του για να κρυφτεί, με αποτέλεσμα να εξέχει το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του από την άλλη άκρη. Ο αέρας σφύριζε όλο και πιο δυνατά.
—Τι ήταν αυτό; φώναξε ο μεγάλος αδελφός αυτή τη φορά. Τράβηξε το πόδι του κάτω από τα σκεπάσματα και ανασηκώθηκε.
Ο μικρός πήδηξε όρθιος.
- Ποιο; φώναξε.
- Κάτι μου έγλειψε το δάχτυλο του ποδιού μου, είπε ο μεγάλος.
Πήδηξε όρθιος και αυτός. Οι τρίχες στο κεφάλι του έστεκαν όρθιες από τον τρόμο.
Τα δυο αδέλφια μάζεψαν γρήγορα τα πράγματά τους και τα έδεσαν στις πλάτες τους. Μετά, άναψαν τη λάμπα για να βλέπουν καθώς προχωρούσαν μέσα στο σκοτάδι. Δεν πέρασε πολύ ώρα από τότε που άναψαν τη λάμπα, όταν εμφανίστηκε απειλητικά μπροστά τους ένας τεράστιος γίγαντας.
- Τι είναι αυτό; φώναξε ο μικρότερος αδελφός.
- Δεν ξέρω, φώναξε ο άλλος.
Γύρισαν και άλλαξαν κατεύθυνση, αλλά μπροστά τους εμφανίστηκε ένας ακόμη γίγαντας. Όταν τον είδαν, τους έπεσε η λάμπα και άρχισαν να τρέχουν προς το σπίτι τους. Έτρεχαν ασταμάτητα, σκοντάφτοντας πάνω στις πέτρες και στα κλαδιά που ήταν κάτω στο έδαφος. Από το φόβο τους ούτε που γύρισαν να κοιτάξουν πίσω τους. Πίστευαν ότι το φάντασμα θα τους έπιανε, αν το έκαναν αυτό. Στο τέλος, έφτασαν στη γέφυρα που χώριζε το χωριό τους από τον υπόλοιπο κόσμο και την πέρασαν τρέχοντας.
- Δώσε μου το τσεκούρι, φώναξε ο μεγάλος αδελφός, μόλις είχαν περάσει απέναντι. Θα κόψω τη γέφυρα και θα σωθούμε.
- Ναι, είπε ο μικρός. Έτσι, το φάντασμα δε θα μπορεί να μας ακολουθήσει μέχρι το σπίτι.
Ο μεγάλος αδελφός άρχισε, λοιπόν, να κόβει τα σκοινιά που κρατούσαν τη γέφυρα. Στο τέλος, η γέφυρα έπεσε με μεγάλο βρόντο στο βαθύ φαράγγι.
Τα αδέλφια έφτασαν στο σπίτι τους νωρίς το πρωί. Κανείς στο χωριό δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Πήγαν κατ’ ευθείαν στα κρεβάτια τους και  δεν  ξανασηκώθηκαν για περίπου έναν ολόκληρο χρόνο. Η μητέρα τους ντρεπόταν τόσο πολύ όταν έμαθε τι τους είχε συμβεί που δεν είπε σε κανέναν στο χωριό ότι τα παιδιά της είχαν γυρίσει στο σπίτι.
Τελικά, μια μέρα, τα αδέλφια αποφάσισαν να σηκωθούν από τα κρεβάτια τους και να βγουν στο χωριό. Οι συγχωριανοί τους είχαν εντυπωσιαστεί τόσο πολύ με το γεγονός ότι είχαν πάει στη μεγάλη πόλη και είχαν επιστρέφει μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Προετοίμασαν μια μεγάλη γιορτή για να υποδεχτούν τα δυο αδέλφια, λες και ήταν ήρωες. Το γλέντι κράτησε τρεις μέρες. Τα δυο αδέλφια από την ντροπή τους δεν είπαν την αλήθεια για τις περιπέτειές τους.
Την τρίτη ημέρα, ο πατέρας των δύο όμορφων κοριτσιών πήγε στα αδέλφια και τους ρώτησε αν συνέχιζαν να θέλουν να παντρευτούν τις κόρες του.
- Ναι! φώναξαν και οι δύο ταυτόχρονα. Εσύ, όμως, γιατί άλλαξες γνώμη;
- Λοιπόν, είπε ο πατέρας, προσποιούμενος τον άνετο, τώρα που γίνατε κοσμοπολίτες, θα ήταν τιμή μου αν παντρευόσασταν τις κόρες μου.
Αυτό, όμως, που δεν τους είπε ο πατέρας είναι ότι οι άλλοι δύο ομορφονιοί που θα παντρεύονταν τις κόρες του δεν είχαν έρθει ποτέ. Και, φυσικά, οι δυο χαζούληδες ποτέ δεν αποκάλυψαν ότι αυτοί είχαν καταστρέψει τη γέφυρα, δηλαδή, τον μοναδικό τρόπο που υπήρχε για να φτάσει κάποιος μέχρι το χωριό.
Έτσι οι δύο χαζοί παντρεύτηκαν τις δύο όμορφες του χωριού».
Όλοι γέλασαν. Εγώ κρυφογέλασα και τράβηξα τα χέρια της κούκλας μου, της κουρελούς.
«Α, Παππού», είπα. «Δεν υπάρχουν φαντάσματα»... Ή, μήπως υπάρχουν;»  πρόσθεσα, ακούγοντας κάτι να χτυπάει με ορμή στην εξώπορτα.
Όλοι γέλασαν πάλι και ο Πατέρας σηκώθηκε χασκογελώντας ακόμα και πήγε προς την πόρτα.
«Δώστε μου μόνο τη Θυμία», είπε ο Παππούς.
Με τράβηξε κοντά του και μ’ έσφιξε στην αγκαλιά του τρυφερά. Έτριψε το χνουδωτό του σαγόνι στο μάγουλό μου και εγώ ξέσπασα σε γέλια.
«Όλους τους άλλους, μπορείς να τους πάρεις», είπε ο Παππούς. «Άφησέ μου μόνο τη Θυμία».
Όταν άνοιξε η πόρτα, ο κρύος αέρας χίμηξε μέσα στο δωμάτιο. Οι δύο θείοι μου, ο Κωνσταντίνος και ο Νικόλας, έστεκαν παγωμένοι στην είσοδο κρατώντας όρθιο έναν άντρα που μόλις κατάφερνε να κουνηθεί.
«Φέρτε τον στη φωτιά», είπε ο Πατέρας.
Τους βοήθησε αμέσως να μεταφέρουν τον ξένο, ενώ ο Παππούς έριχνε και άλλα ξύλα στη φωτιά. Πετάχτηκαν σπίθες από το τζάκι. Οι θείοι μου ζορίστηκαν με τον άντρα. Οι άκρες των δαχτύλων τους ήταν μελανές και κοκαλωμένες από το κρύο, ενώ τα μαλλιά και τα ρούχα τους ήταν σκεπασμένα με ένα λεπτό στρώμα πάγου, όπως και του αγνώστου. Η Μητέρα έτρεξε στην αποθήκη και έφερε σιρόπι σε τρεις κούπες. Μετά, γέμισε τις κούπες με ζεστό νερό από το τσουκάλι που κρεμόταν πάνω από το τζάκι. Προσέφερε στο θείο Κωνσταντίνο και στο θείο Νικόλα από μια κούπα για να πιούν και να ζεσταθούν. 0 Πατέρας έβγαλε τα παπούτσια του άντρα και άρχισε να του τρίβει απαλά τα πόδια. Έβγαλαν τα γάντια του και έτριψαν τα χέρια και τα μάγουλά του μέχρι που, στο τέλος, ο άντρας άρχισε να κουνιέται. Ένιωθα μαγνητισμένη από την παρουσία του άγνωστου παγωμένου άντρα που ήταν ξαπλωμένος διάπλατα στο πάτωμά μας. Τα μεγάλα γυμνά του πόδια είχαν αρχίσει να παίρνουν ξανά ένα ροδαλό χρώμα δίπλα στη φωτιά.
«Τι μεγάλα πόδια που έχει», ξεστόμισα.
«Σσσσς», με μάλωσε η μητέρα μου τρυφερά. «Δεν είναι ευγενικό αυτό που είπες».
Όταν ο άντρας κουνήθηκε αρκετά δείχνοντάς μας ότι είχε συνέλθει, η μητέρα μου τον βοήθησε να πιει το ζεστό του σιρόπι, ενώ ο Πατέρας του κρατούσε το κεφάλι και τους ώμους.
«Από πού είναι;» ρώτησε ο Πατέρας.
«Δεν ξέρω από ποιο χωριό είναι», είπε ο θείος Κωνσταντίνος. «Είναι Τούρκος. Τον βρήκαμε μέσα στο χιόνι. Κρύωνε τόσο που δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο. Έτσι, ξάπλωσε, περιμένοντας να πεθάνει. Πρέπει να είχε χαθεί μέσα στη χιονοθύελλα».
«Καλά κάνατε και τον βάλατε να περπατήσει», είπε ο Παππούς. «Έτσι, δε σταμάτησε η κυκλοφορία του αίματος».
Βοήθησαν τον άγνωστο να αλλάξει τα βρεγμένα του ρούχα. Εμείς είχαμε φύγει από το δωμάτιο. Μετά, του έστρωσαν δίπλα στη φωτιά για να κοιμηθεί το βράδυ. Και οι δυο θείοι μου είχαν πάθει κρυοπαγήματα στα δάχτυλα των ποδιών τους, όπως μας είπαν αργότερα. Σε λίγο, όμως, διάστημα, είχαν γίνει καλά.

Σάνο και Αβραάμ την μέρα του γάμου τους.
25 Μάρτη 1925
Το βράδυ εκείνο ονειρεύτηκα κάποιο τοπίο παγωμένο,
Με χιόνι που στριφογυρνούσε και πετούσε δύο άντρες εδώ και εκεί.
Ο ψυχρός αέρας έδερνε τα πρόσωπά τους,
Τα ρούχα τους κάλυπτε ένα στρώμα πάγου.

Πίσω τους παραμόνευε ένα στοιχειωμένο κουφάρι,
Τους έδειχνε το δρόμο με δάχτυλα παγωμένα,
Μέχρι που έφτασαν σε ένα κορμί ξαπλωμένο,
Χωμένο μες στο χιόνι, λες και ήταν άνετα και ζεστά.

Ένας Τούρκος ήτανε, με πρόσωπο ακίνητο μέσα στον πάγο,
Ξαπλωμένος στο απαλό του κάτασπρο κρεβάτι
Οι δυο τους τον βοήθησαν και τον σήκωσαν όρθιο να σταθεί,
Έτσι μέχρι το σπίτι τους τον πήγαν,
Μέσα στη μαύρη ανάσα της νύχτας.

Και να, μια χαράδρα ψηλά στου βουνού την κορφή,
Το κουφάρι το στόμα του ανοίγει και, μπρος στα πόδια τους,
Μια γέφυρα απλώνεται από χιόνι πάνω από το χάος,
 Δρόμος για τη σωτηρία μετά τη γενναία τους πράξη.

Όταν όμως το πέρασαν, με μιας το γιοφύρι έπεσε
 Και το χιόνι παντού απλώθηκε, όλο άσπρο,
Σαν ένα φτερό από νιφάδες που φωσφόριζε,
Και ξεχυνόταν παντού, παντού,
σαν τ’ άστρα της στοιχειωμένης νυχτιάς.

Για μας τα Χριστούγεννα ήταν περίοδος ευλάβειας. Τα δώρα μας ήταν απλά: μια χούφτα ξηροί καρποί και σταφίδες, δοσμένα, όμως, με πολύ αγάπη. Η Μητέρα τύλιγε και μερικούς σπόρους και σιτηρά σε ένα μαντίλι και ο Γιάννης και εγώ πηγαίναμε μέχρι το φαράγγι και τα σκορπούσαμε για τα πουλιά. Τα πετούσαμε στην άκρη του νερού που κυλούσε δίπλα από το μύλο. Μετά, καθόμασταν πιο πίσω, με τις μυτούλες μας να έχουν κοκκινίσει από το κρύο και βλέπαμε αν τα πουλιά θα τσιμπούσαν το χριστουγεννιάτικο δώρο μας.
Κρεμούσαμε και ένα κλαδί από πεύκο πίσω από το τζάκι κι η φωτιά μόνο ζέσταινε τις μικρές πράσινες βελόνες και το ρετσίνι στο κλαρί, σκορπίζοντας ένα άρωμα γλυκό που γέμιζε όλα τα δωμάτια.
Λίγο μετά τα Χριστούγεννα, η μητέρα μου ένιωσε τους πόνους. Η ώρα της γέννας είχε έρθει. Εμείς μόλις είχαμε γυρίσει από το σχολείο, όταν ακούσαμε τη Μητέρα να βογκάει μέσα στο δωμάτιο που συνήθως κοιμόμασταν. Η μαμή είχε ήδη φτάσει και έτρεχε πέρα δώθε. Η Γιαγιά ήταν απασχολημένη  σκαλίζοντας τη φωτιά και βράζοντας νερό. Ο Πατέρας πήγαινε πάνω κάτω. Η ένταση και οι φωνές του πόνου που έβγαζε η Μητέρα με είχαν φοβίσει.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησα.
«Σουτ!» μου είπε η μαμή και έσπρωξε απαλά εμένα και τη Χριστοδούλα έξω από το 
δωμάτιο. «Καθίστε κάτω και μη μιλάτε».
Κάναμε ό,τι μας είπε η μαμή. Η Χριστοδούλα και εγώ κοιταζόμασταν και κλαίγαμε. Κάθε φωνή που άκουγα μέσα από την πόρτα έκανε την καρδιά μου να σταματά. Έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά, λες και με αυτό τον τρόπο θα έδιωχνα τις φωνές. Πίστευα ότι αυτή μου η αντίδραση θα κατάφερνε να κάνει τους πόνους που ένιωθε η μητέρα μου να σταματήσουν.
Υπήρξε και κάποια άλλη φορά, λίγα χρόνια πιο πριν, που η Μητέρα πάλι επρόκειτο να γεννήσει. Ήταν καλοκαίρι τότε και εμείς τα παιδιά ήμασταν έξω και παίζαμε στο γρασίδι. Η Μητέρα ήταν γονατιστή πάνω στη βεράντα και έπλενε τα πιάτα από το μεσημεριανό, όταν μια αγελάδα αφήνιασε και άρχισε να τρέχει προς το μέρος μας. Η πανικοβλημένη κραυγή της μητέρας μου διαπέρασε τον καθαρό αέρα του βουνού. Σήκωσα το βλέμμα μου από την κούκλα μου και είδα τη μητέρα μου να πετάγεται προς το μέρος μας, κρατώντας ακόμη την 
1915: Ο Αβραάμ με στολή
οδηγού τρόλεϊ.
Είχε προσθέσει το σπαθί
και το τουφέκι.
κατσαρόλα στα χέρια της. Δεν είχαμε καταλάβει ότι κινδυνεύαμε. Οι φωνές της μας ζάλισαν και έτσι παγώσαμε και μείναμε να κοιτάμε το ακανόνιστο σχήμα του κορμιού της που έτρεχε προς το μέρος μας. Γύρισα να δω τι ήταν πίσω μου και την είχε κάνει να τρομάξει τόσο πολύ. Μια αγελάδα έτρεχε προς το μέρος μας. Πεταχτήκαμε όρθιοι, αλλά εκείνη την ώρα, η μητέρα μου σκόνταψε τρέχοντας και έπεσε με το κεφάλι πάνω στο γρασίδι.
Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά δεν μπορούσε. Την ίδια   στιγμή, η αγελάδα άλλαξε κατεύθυνση και ηρέμησε. Εμείς τρέξαμε προς τη Μητέρα. Ήταν ξαπλωμένη και βογκούσε το ίδιο λυπητερά, κρατώντας τη μεγάλη της κοιλιά και με τα δυο της χέρια. Η Χριστοδούλα έτρεξε να φέρει βοήθεια, ενώ εγώ κάθισα δίπλα στη μητέρα μου κλαίγοντας και χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. Έφτασε και ο Πατέρας και τη μετέφερε μέχρι το σπίτι, όπου την ξάπλωσε πάνω στο κρεβάτι. Η Χριστοδούλα πήγε να φωνάξει τη μαμή. Εγώ στάθηκα έξω από την πόρτα του υπνοδωματίου κλαίγοντας, ακούγοντας τη φωνή του πατέρα μου που παρηγορούσε τη Μητέρα. Και πάλι, ένιωθα το δικό της πόνο να σουβλίζει εμένα. Όταν έφτασε η μαμή, όπως και τώρα, τη Χριστοδούλα και εμένα μας έστειλαν έξω στη βεράντα με μόνη μας παρηγοριά τα δάκρυά μας. Ούτε που ξέραμε ότι η Μητέρα ήταν έγκυος. Τις εγκυμοσύνες δεν τις συζητούσαμε εκείνες τις εποχές. Αργότερα μόνο, ότανείχαμε μεγαλώσει λίγο, η Μητέρα μας είπε ότι είχε χάσει το παιδί.
Τώρα, ακούγαμε και πάλι τη μαμή να πηγαινοέρχεται. Πίεσα το κούτελό μου πάνω στην πόρτα και έκλεισα τα μάτια μου, προσπαθώντας να καταλάβω τι γινόταν μέσα. Άκουγα τη φωνή της μαμής που έδινε θάρρος στη Μητέρα και την παρηγορούσε. Άκουγα και την κουρασμένη φωνή της μητέρας μου και τα βογκητά της πού και πού. Στο τέλος -το διάστημα αυτό μου φάνηκε αιώνας- και μια τρίτη φωνή ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο. Λες και είχε φτάσει εκεί από κάποια δική της μαγική είσοδο. Μια φωνή μωρουδίστικη.
Τα μάτια μου ορθάνοιξαν και η καρδιά μου σκίρτησε, λες και είχε ανέβει μέχρι το λαρύγγι μου και είχε κολλήσει εκεί. Μόλις είχα συνειδητοποιήσει τι σήμαινε ο ήχος που είχα ακούσει. Η Μητέρα αναστέναξε και το αχνό της γέλιο πέρασε μέσα από τον τοίχο και έφτασε μέχρι εκεί που στεκόμασταν. Η Χριστοδούλα και εγώ κοιταχτήκαμε μέσα από τα δάκρυά μας. Μετά, τα βογκητά της Μητέρας ξανάρχισαν.
«Α!» είπε η μαμή. «Έρχεται και άλλο ένα». Μετά από λίγο, μια τέταρτη φωνή προστέθηκε στις υπόλοιπες τρεις.
Η Μητέρα πρέπει να ήταν μονάχα λίγων μηνών έγκυος όταν είχαν έρθει οι δύο Τουρκάλες στο σπίτι μας για να φτιάξουν τα κατσαρολικά τους το φθινόπωρο. Ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς ήταν δυνατόν να καταλάβουν ότι ήταν καν έγκυος, αλλά η μια η Τουρκάλα το είχε δει αμέσως. Με μια ματιά είχε καταλάβει όχι μόνο ότι ήταν έγκυος η μητέρα μου, αλλά και ότι θα έκανε δίδυμα.
Μια μέρα μετά τη γέννηση των δύο αδελφών μου -της Μαθείας και της Μαρίας- η Μητέρα ξανάρχισε τις δουλειές. 0 πατέρας μου έφτιαξε μια πανέμορφη κούνια για τα μωρά. Είχε ύψος περίπου ένα μέτρο, είχε σχήμα οβάλ και στο κάτω μέρος είχε κυρτά κομμάτια ξύλου για να μπορούμε να τη λικνίζουμε. Λίγο πιο κάτω από το κέντρο της κούνιας, υπήρχε μια τρύπα και έτσι οι ακαθαρσίες των μωρών έπεφταν από κει χωρίς να λερώνουν την κούνια. Κοιμόντουσαν σκεπασμένα με μία κουβέρτα, χωρίς να φοράνε πάνες. Βάζαμε μεγάλα πλατιά φύλλα κάτω από το κάθε μωρό και άλλα ανάμεσα στα πόδια τους και άλλα γύρω γύρω από την τρύπα. Κάτω από την τρύπα, βάζαμε ένα δοχείο για να πέφτουν οι ακαθαρσίες.
Όταν ήταν να θηλάσει, η Μητέρα γονάτιζε δίπλα στην κούνια και την έγερνε προς το μέρος της, προβάλλοντας το στήθος της για το κάθε μωρό, πρώτα από τη μια μεριά της κούνιας και ύστερα από την άλλη. Ακόμα και εκείνη την ώρα, τα χέρια της όλο με κάτι ήταν απασχολημένα. Δεν υπήρχε χρόνος για ξεκούραση, ούτε και για να πάρει τα μωρά στην αγκαλιά της. Πάντα υπήρχε κάποια δουλειά που έπρεπε να γίνει.

Thea Halo


Απόσπασμα απο το βιβλίο : "ΟΥΤΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ"