Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Γιατί όμως κατίσχυσε η ξένη επιβουλή;

Η ανθελληνική πολιτική των Δυνάμεων — Άγγλων, Γάλλων, Αυστριακών — εφαρμόσθηκε αρχικά με την υποστήριξη των οθωμανικών κατασταλτικών πολεμικών επιχειρήσεων και ύστερα με μεθοδικές διαβρωτικές διεισδύσεις στο εσωτερικό μέτωπο και την εγκατάσταση ανταγωνιστικών προγεφυρωμάτων επιρροής διαμέσου των ελληνικών φατριών.
 Το αγγλικό δάνειο θα θέσει υπό ξενικό έλεγχο την Επανάσταση, θα οδηγήσει στον εμφύλιο πόλεμο και θα ανατρέψει τα ιδεολογικά θεμέλια του  Αγώνα. Με τελικό αποτέλεσμα το θλιβερό εξαρτημένο κρατίδιο με αλλόφυλους ηγεμόνες, όργανα των Δυνάμεων.
Γιατί όμως κατίσχυσε η ξένη επιβουλή; Πικρή η απάντηση. Η ζύμη των ηγετικών ομάδων που συνθέτουν το ελληνικό πολιτικό τοπίο στην αρχή του Αγώνα είναι εξ υπαρχής διεφθαρμένη, «ζύμη κακίας και πονηρίας». Η τύχη του ελληνισμού παίζεται και χάνεται στην πρώτη τριετία του  Αγώνα. 

Η ανομοιογένεια των ηγετών— λαοπρόβλητων, αυτοχειροτόνητων ή ετεροκίνητων — σε παιδεία, ήθος, καταβολές και συμφέροντα, οι περίπλοκες, αντιφατικές και συχνά εχθρικές σχέσεις και διασυνδέσεις, ο θανάσιμος ανταγωνισμός για την εξουσία, κακοφόρμισαν προαιώνιες πληγές και υπονόμευσαν τον πατριωτισμό που φλόγιζε την ψυχή όλων των Ελλήνων. Ευάλωτοι οι «αρχηγοί» εξαιτίας ιδιοπαθών μειονεξιών και παρορμήσεων έδωσαν γην και ύδωρ στους ξένους, καταπρόδωσαν από ιδιοτέλεια τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές που θέσπισαν οι εθνοσυνελεύσεις και παρέσυραν το επαναστατημένο έθνος στον όλεθρο.
Ελεεινό ψεύδος ο ισχυρισμός ότι ο ελληνικός λαός ήταν εξαγριωμένος εξαιτίας της μακραίωνης δουλείας, αγροίκος και χαμερπής. Αντίθετα, διατηρούσε τις παραδοσιακές αξίες, τη φυσική ευγένεια και αλληλεγγύη, το πάθος για ελευθερία, το φιλότιμο και την ατομική αξιοπρέπεια, συστατικά του ελληνικού ψυχισμού. Η διαφθορά, ο εκφυλισμός και η αλλοτρίωση αφορούν αποκλειστικά τους συνεργάτες των ξένων δυναστών, Τούρκων και Δυτικών. Απέναντι σε ένα λαό ήρωα, πανέτοιμο για κάθε θυσία, καρτερικό και ακατάβλητο, ένα λαό που εγκολπώθηκε από την πρώτη στιγμή, με ωριμότητα, τους νέους πολιτικούς θεσμούς, μια ανάξια και  εξαχρειωμένη ηγεσία.
Αλλά πως εξηγείται αυτή η προσήλωση των Ελλήνων, από την αρχή του ξεσηκωμού, στα φιλελεύθερα και δημοκρατικά ιδεώδη; Ήταν ακόμα έναυλα τα μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης για την κατάλυση της απολυταρχίας και τον θρίαμβο των λαϊκών ελευθεριών. Έπειτα, η πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού που συντελείται στις τελευταίες δεκαετίες του ΙΗ' αιώνα ξαναφουντώνει με τα κείμενα των λογίων και  εθνεγερτών, τις μνήμες για την αρχαία ελληνική δημοκρατία και την προγονική εύκλεια. Τέλος, οι Έλληνες, με τους κοινοτικούς θεσμούς της τουρκοκρατίας, έχουν αναπτύξει μια, αμυδρή έστω, αντίληψη συμμετοχής στη διαχείριση των κοινών, στις παρυφές βέβαια του κοτζαμπασικού συστήματος.
Δυστυχώς, οι αρχές της λαϊκής κυριαρχίας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της ισονομίας που καθιέρωσαν τα Συντάγματα του Αγώνα και επαναλαμβάνονταν σε όλους σχεδόν τους κατοπινούς καταστατικούς χάρτες δεν εφαρμόσθηκαν. Φαλκιδεύτηκαν από την ολιγαρχία που κράτησε υποταγμένες και άφωνες τις λαϊκές δυνάμεις. Καταρρακωμένα τα πολιτεύματα του Εικοσιένα, ναυαγισμένες οι ελπίδες για χρηστή διοίκηση και λαϊκό έλεγχο της εξουσίας. Το ελεύθερο έθνος θα θεμελιωθεί στην ανομία, την αυθαιρεσία και την ιδιοτέλεια, θα ευτελισθούν τα ιερά και τα όσια του Αγώνα, οι ανείπωτες θυσίες και τα αίματα.
Η κεντρική κυβέρνηση που ανέδειξε το πρώτο Σύνταγμα έχει ολιγαρχική νοοτροπία, το αντιπροσωπευτικό σύστημα νοσεί, μολυσμένο από το τυχοδιωκτικό πνεύuα των φατριών. Στα δύο πρώτα χρόνια η Επανάσταση ήταν παλλαϊκή, με αυθόρμητη συμμετοχή. Και γι’ αυτό θριάμβευε.
Νικ. Δραγούμης
 Χωρίς ενιαία διοίκηση και χωρίς οργανικό νόμο, παρατηρεί ο σύγχρονος Νικ. Δραγούμης, «επράχθησαν πολλά και μεγάλα, συνεκροτήθη στρατός, εξωπλίσθη στόλος, εκυριεύθησαν φρούρια, επυρπολήθησαν πλοία, κατετροπώθησαν πολυάριθμοι δυνάμεις και οι χθες δούλοι ανύψωσαν  εαυτούς εις έθνος· έως τότε και κυβερνήσεων και συνταγμάτων τόπον επείχεν η φιλοπατρία και ο ενθουσιασμός· από τούδε όμως η έρις και η ιδιοτέλεια επισείουσι  κινδύνους καταστροφής».
Αφηγείται ο Κολοκοτρώνης: «Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγαινε εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και αν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη  δυο χρόνους ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία και ίσως εφθάναμεν και έως την Κωνσταντινούπολη... Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες Τούρκους εμπρός και ένα καράβι μίαν αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξεν. Ήλθαν μερικοί και  ηθέλησαν να γίνουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι».
Και ο αγωνιστής Φωτάκος: "Κατά τας αρχάς της Επαναστάσεως όλοι οι Έλληνες είχον ίσον αίσθημα δια την ελευθερίαν υπερασπιζόμενοι την πατρίδα των, εκατοφρόνουν τον θάνατον και πείσμα μεγάλον είχαν να νικούν τους εχθρούς των. Τούτο όμως  εγένετο εν καιρώ της καθαράς δημοκρατίας, αλλ’ άμα ύστερα εισεχώρησεν η αριστοκρατία, αυτή ενόθευσε την Διοίκησιν, αύξησε την φιλοδοξίαν των ατόμων, έφερε την εσωτερικήν ασυμφωνίαν και επί τέλους τον εμφύλιον πόλεμον".
Η λαϊκή κυριαρχία δεν αποτελούσε απλή συνταγματική επιταγή, ήταν εδραιωμένη στη συνείδηση των Ελλήνων του Εικοσιένα. Η  ανάδειξη των αντιπροσώπων γινόταν με συμμετοχικές διαδικασίες που θυμίζουν την αθηναϊκή δημοκρατία του Ε' καί Δ' αι. π.Χ. Ασκούσαν τα εκλογικά δικαιώματα με ευλάβεια και υπευθυνότητα.
 Ο Άγγλος συνταγματάρχης Stanhope παρακολούθησε το 1824 δύο γενικές συνελεύσεις στην Αθήνα και την  εκλογή δημογερόντων και δικαστών. Και θαύμασε τη δημοκρατική ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε. «Ανακοινώθηκαν τα ονόματα των υποψηφίων, ακούστηκαν οι  αρετές τους και έγινε ψηφοφορία». Για την επιλογή δικαστών έγινε ζωηρή συζήτηση. «Κράτησε πολύ και ακούστηκαν αντίθετες απόψεις».
Ο  Αμερικανός εθελοντής George Jarvis παραβρέθηκε το 1824 σε μια λαϊκή συνέλευση στο Μεσολόγγι. «Καθισμένοι σταυροπόδι, γύρω-γύρω, συζητούσαν πολλά θέματα σχετικά με την ευημερία της πόλης τους»
Το 1829 ο Γάλλος Ed. Quinet βρέθηκε στη Σύρα, την ημέρα που οι Χιώτες πρόσφυγες ψήφιζαν στην εκκλησία για ανάδειξη νέας δημογεροντίας. Αφού έγινε εγγραφή στον εκλογικό κατάλογο βγήκε ο παπάς από το ιερό με το ευαγγέλιο και διάβασε τρέμοντας τον όρκο για τίμια εκπλήρωση του εκλογικού καθήκοντος. Και το πλήθος επαναλάμβανε τα λόγια δια βοής. «Ξυπόλητοι και ξεσκούφωτοι οι ναύτες έμπαιναν σιωπηλοί στη γραμμή για νά αποθέσουν σε δύο κιβώτια τις ψήφους τους. Έβλεπες έναν ανέστιο πληθυσμό που είχε χάσει εδώ και πολλά χρόνια τη γη του να εκλέγει ήρεμα τους δικαστές του, τους δημοτικούς άρχοντες και τους αντιπροσώπους τους. Οι απλοϊκές προφυλάξεις που έπαιρναν κατά την ψηφοφορία έδειχναν τη σημασία που έδιναν στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος».

Κυριάκος Σιμόπουλος