Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Απόσπασμα απο το βιβλίο : "ΣΕΡΡΑ-Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ" ΜΕΡΟΣ 5ο

5

Άμα σκαρφαλώσεις σε μια κορυφή θ’ αντικρίσεις άλλη ψηλότερη. Όμως ποτέ μην πεις τούτο το ύψος μού αρκεί και ποτέ ότι δε μου αρκεί. Τράβα τον δρόμο σου και μη βάνεις όρια. Μήτε πίσω, μήτε μπρος. Γιατί το απρόσμενο σε καρτερά ολούθε.
Κερασούντα

Κίνησαν για το Τσάμπασιν χωρίς τον Γαληνό. Είχαν διαβεί κιόλας κοντά δύο χρόνια απ’ την πυρκαγιά που κατέκαψε σημαντικό τμήμα του και γίνηκε μέχρι τραγούδι. Ωστόσο οι περισσότεροι ξανάκτισαν τις ξύλινες εξοχικές κατοικίες τους και συνέχιζε ν’ αποτελεί ιδανικό καλοκαιρινό προορισμό για πολλούς Έλληνες της Ορντού και της Κερασούντας, έως τους λιγότερο πλούσιους.
Οι σφαγές των Αρμενίων καθυστέρησαν την εθιμοτυπική ομαδική αναχώρηση. Υπολειπόταν και κατά πολύ σε πανηγυρική ατμόσφαιρα και σε αριθμό ταξιδιωτών σε σχέση με παλιότερες εποχές, ένεκα της εμπόλεμης κατάστασης, της απουσίας τόσων επίστρατων και του γενικότερου καταθλιπτικού κλίματος.
Ταίριαζαν όλα και με τα συναισθήματα της Φιλάνθης. Άραγε, αναρωτιόταν, η μελαγχολία της πήγαζε μόνο απ’ την ξαφνική απόφαση του Γαληνού να παραμείνει στην Τραπεζούντα; Ή μήπως έπεσε όπως η σταγόνα στην ήδη υπάρχουσα αναστάτωση και ανησυχία και ξεχείλισε το ποτήρι;
Καβάλα στη φοράδα της, κι ωσάν αποκομμένη απ’ τους λοιπούς, παρατηρούσε τριγύρω τα φορτωμένα υποζύγια με τα στρώματα, τα δέματα, τα μπουγαδοκόφινα, τα καλάθια και τα σεντούκια, αλλά και τα εμπορεύματα, καθώς αρκετοί καταστηματάρχες δραστηριοποιούνταν στην αγορά του Τσάμπασιν την περίοδο του παραθερισμού. Επίσης, τους Τούρκους αγωγιάτες και την πληθώρα των πεζών με τις ετερόκλητες φορεσιές, τοπικές κι ευρωπαϊκές· τους ιππείς, άντρες και γυναίκες· τις λευκές τέντες-αλεξήλια πάνω απ’ τις ξύλινες κάσες στα πλαϊνά των μουλαριών όπου ξάπλωναν βρέφη και νήπια· και τα μαντίλια που ανέμιζαν, τους αποχαιρετισμούς, τα σταυρωτά φιλήματα και τις χειραψίες συγγενών και φίλων.
Μολαταύτα τίποτε δε συγκρινόταν με την άλλοτε εύθυμη ατμόσφαιρα αυτών των αναχωρήσεων. Ούτε καν οι λίγες χαρμόσυνες νότες τριών μουζικάντηδων οι οποίοι στάθηκαν με κεμεντζέ, ζουρνά και νταούλι πλάι στον αμαξιτό δρόμο κι έπαιζαν το «αχπαστικόν», το τραγούδι του ξεκινήματος, προσδοκώντας το φιλοδώρημα.
Ακόμη και το τσούρμο των φτωχόπαιδων, παρέκει στο Πινέκ Τασούν, τη λεία πέτρα όθε καβαλίκευαν οι γυναίκες στα μουλάρια ή στα άλογα, υστερούσε σε αριθμό και σε παλμό. Ξεφώνιζαν ευχές «Έχετ’ ύαν!» «Σ’ σο καλόν, με την ύαν!» «Σ’ σο καλόν!», κι όπως συνηθιζόταν τους πετούσαν οι ταξιδιώτες κέρματα, τα λεγόμενα σελεμετλίκια ή παινετάδες, ώστε ν’ αφήσουν πίσω τους επαίνους και καλά λόγια.
Τα σαράντα πέντε χιλιόμετρα της διαδρομής, με μια διανυκτέρευση στο χάνι του χωριού Τουρναλού, τα διήνυσαν σε μιάμιση μέρα. Κατάκοποι, αλλά και με την αίσθηση πως ξεμάκρυναν απ’ την ελώδη κι επικίνδυνη ζώνη των θλιβερών γεγονότων, αντίκρισαν το Τσάμπασιν στα δυο χιλιάδες υψόμετρο. Χωριό μεγάλο, παρότι θέρετρο, με τρεις συνοικίες: της Υπαπαντής, του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Γεωργίου. Ανάμεσα στις ξύλινες κατοικίες κυριαρχούσε το πράσινο, παραπέρα απλώνονταν λιβάδια και δάση με πεύκα και έλατα και παντού κελάρυζαν κρυστάλλινα νερά.
Όλοι έδειχναν ν’ αναγεννιούνται και βάλθηκαν ευθύς ν’ ανοίγουν πόρτες και παραθύρια ν’ αεριστούν τα δωμάτια, να βγάζουν στον ήλιο τα κλινοσκεπάσματα και να μάχονται με κάθε λογής ετοιμασίες που θα καθιστούσαν τα σπίτια κατοικήσιμα. Γιατί το παραθεριστικό χωριό λειτουργούσε από τα μέσα Ιουνίου έως τις αρχές Σεπτεμβρίου, ενώ τον χειμώνα έμενε μόνο ο φύλακας.
Ωστόσο, η διάθεση της Φιλάνθης δεν άλλαξε με την άφιξή της στο, κατά την ποντιακή διάλεκτο, παρχάρι. Ήτοι, ορεινό βοσκοτόπι και συγχρόνως θέρετρο. Ούτε τις επόμενες ημέρες, ούτε στις εκδρομές που οργάνωναν σε θαυμαστά τοπία· στο Τσαμπλούκ, στο Πασά Πογαρούν και στης Ρουσσίας το Λιθάρ’ όθεν φαινόταν η Μαύρη Θάλασσα. Κι αν δεν της καταγίνονταν οι τρεις αδελφές της, μια και η τέταρτη ήταν παντρεμένη στην Κερασούντα, μπορεί και να μην ακολουθούσε τους υπόλοιπους.
Μονάχα σε μια κοντινή εκδρομή νότια απ’ το Τσάμπασιν λησμόνησε τη θλίψη της. Περνούσε εκεί το ρέμα Γιαζένκιλιν, όπου συνήθιζαν τα παιδιά να παίζουν και να κολυμπούν στις λιμνούλες που σχημάτιζαν τα νερά του. Στην πλαγιά και πλάι στο μονοπάτι είχε εγκατασταθεί κι έκτισε το κονάκι του ένας γέροντας εκατόν είκοσι ενός ετών. Υποστήριζε, δε, ότι καταγόταν απ’ τη φυλή των Αμαζόνων, οι οποίες έζησαν στον κεντρικό Πόντο με πρωτεύουσα τη Θεμίσκυρα, τη νυν πόλη του Τσαρσαμπά.
Η ηλικία του γέρου προκάλεσε κυρίως την περιέργειά της και συμφώνησε να τον επισκεφτούν οικογενειακώς. Κίνησαν το μεσημέρι και στη μισή ώρα έφτασαν. Πρώτη φορά έβλεπε η Φιλάνθη τέτοιον θεόρατο άνθρωπο. Ούτε τα χρόνια που κουβαλούσε στη ράχη του δε μείωναν τον όγκο του. Συνάμα έδειχνε αγαθός και γαλήνιος. Τους καλοδέχτηκε και συστήθηκε με δύο ονόματα, Ανδρέας-Ιράτ. Κατόπιν, ικανοποιώντας την επιθυμία των κοριτσιών, πήρε να τους μολογεί για τη ζωή του. Ότι δούλεψε στα καράβια, έζησε επί δεκαετίες ως κρυπτοχριστιανός στην Κωνσταντινούπολη και αποφάσισε να κλείσει τα μάτια του σιμά στη γενέτειρά του, καθώς το χωριό όθεν καταγόταν το εξαφάνισε μια φονική κατολίσθηση.
Έπιασε η Φιλάνθη να τον ρωτά για διάφορα ιστορικά γεγονότα, με πρόθεση να επαληθεύσει την ηλικία του κι έπειτα προκειμένου να μάθει. Εντυπωσιασμένη τον άκουγε να μιλά για το 1821, τη ζωή εκείνων των χρόνων στην Πόλη και πόσα άλλα που μονάχα όποιος τα έζησε μπορούσε να τα εξιστορήσει με τόσες λεπτομέρειες. Όμως σύντομα έδυσε ο ήλιος κι έπρεπε ν’ αναχωρήσουν.
«Θα ξανάρθουμε να μας ολοκληρώσετε την ιστορία σας», υποσχέθηκε η Φιλάνθη.
Πήγαν και ξαναπήγαν στον Ανδρέα-Ιράτ κι η Φιλάνθη δε χόρταινε τις διηγήσεις του. Ένιωθε να την μπολιάζουν, να εισχωρεί στον κόσμο αλλοτινών εποχών και να ζει πολλές ζωές. Της επέτρεπαν οι γονείς της να τον επισκέπτεται τα πρωινά με τις αδελφές της ή ακόμη και μόνη της και δεν έχανε ευκαιρία να τον συναντήσει.
Μονάχη της κατέφτασε και στις είκοσι Ιουλίου. Κάθισαν με τον Ανδρέα-Ιράτ στα σκαμνιά στη χωμάτινη αυλή και συζητούσαν.
«Δε φοβάστε μόνος σας τον χειμώνα εδώ πάνω;» εξέφρασε την απορία της.
«Άνθρωπο δε σκιάχτηκα ποτέ, μήτε ζώο», της αποκρίθηκε. «Ο φόβος γεννιόταν μέσα μου όταν είχα να φροντίσω άλλους. Τώρα δε με βαραίνει κανενός η ανάγκη κι έλειψαν τέτοιοι φόβοι. Ο χάρος, όθε και να ’μαι, θα με βρει είτε τον φοβάμαι είτε όχι. Αλλά ξέρεις τι έλεγε ένας φίλος μου; Δεν είναι ντροπή να φοβάσαι. Ντροπή είναι να σε κάμνει περίγελο ο φόβος κι εξαιτίας του να χάνεις το σέβας που σου αξίζει».
«Σοφές κουβέντες», επιδοκίμασε η Φιλάνθη. «Γιατί δεν ακολουθείτε κι εσείς το παράδειγμα του αιωνόβιου Τούρκου Ζάρο αγά; Γυρίζει τον κόσμο και τον ρωτούν για τα μυστικά της μακροζωίας. Ισχυρίζεται ότι ξεπέρασε τα εκατόν τριάντα εννιά και πολέμησε τον Αλή πασά και σε άλλες μάχες το 1821 όντας στα σαράντα πέντε του».
«Τον γνώρισα τον Ζάρο αγά. Κούρδος είναι κι όχι Τούρκος. Τον πρόλαβα χαμάλη στο λιμάνι της Πόλης. Καθένας διαλέγει τον δρόμο του. Όμως γιατί λαλείτε Τούρκους όλους τους μουσουλμάνους; Εδώ στον Πόντο ζούνε δεκάδες ράτσες. Τούρκοι ούτε πέντε στους εκατό δε μετριούνται», τη μέμφθηκε καλόβολα ο Ανδρέας-Ιράτ, και την ίδια στιγμή ήχησε τροχασμός αλόγου.
Η Φιλάνθη έστρεψε το κεφάλι και φτεροκόπησε η καρδιά της. Στο μονοπάτι που ερχόταν απ’ το Τσάμπασιν αναγνώρισε τον Γαληνό καβάλα σ’ ένα γκρίζο άλογο. Αποχαιρέτησε βιαστικά, και με γρήγορα βήματα έσπευσε να τον ανταμώσει.
Αλλιώτικος της φάνηκε ο Γαληνός. Διαχυτικός, πιο θερμός, λιγότερο συνεσταλμένος. Πλησιάζοντας ξεκαβαλίκεψε, τη χαιρέτησε φιλώντας της το χέρι και κίνησαν πεζή προς το Τσάμπασιν. Είχε έρθει, όπως της εκμυστηρεύτηκε, μόνο για δυο μέρες και λόγω της σφοδρής του επιθυμίας να τη συναντήσει. Να λυτρωθεί η ψυχή του από όσα δεινά συνέβησαν στην Τραπεζούντα, κοιτάζοντας στις μαύρες λίμνες των ματιών της. Να τον ποτίσουν δύναμη τα μάτια της.
Τα λόγια του άναψαν φλόγες μέσα της και προσέδωσαν άλλη μορφή στην πλάση. Βάδιζε στο πλάι του και θαρρούσε το μονοπάτι για σύγνεφο. Ανάλαφρη κι αέρινη την περπατησιά της. Να θροΐζει, παρά την παντελή άπνοια, το πράσινο χορτάρι στα ισιώματα και στους πέριξ λοφίσκους και να βλασταίνουν άνθη πολύχρωμα εκεί όπου δεν υπήρχαν πριν.
Διασχίζοντας το ξύλινο γιοφύρι ξεστράτισε ο Γαληνός απ’ το μονοπάτι και στάθηκε στα ριζά του υψώματος που έκοβε τη θέα προς το χωριό. Στα δέκα μέτρα κελάρυζαν τα νερά του Γιαζένκιλιν. Δίχως να τη ρωτήσει, κι εκείνη δίχως να του αντισταθεί, τη φίλησε στον χιονάτο λαιμό της και στα χείλια. Φευγαλέα φιλιά, μα φιτίλι για το θέριεμα του έρωτα και το άναμμα του πόθου.
Συμβαίνει ενίοτε στη ζωή των ανθρώπων να μην υπα-κούουν σε καμιά άλλη δύναμη. Να σβήνουν όλες τις συμβουλές και τους κανόνες, ν’ αποκοιμίζουν τα γραμμένα μέσα τους λόγο τον λόγο από στόματα και γραφές, και να χορεύουν μοναχά καταπώς τους προστάζει ο πόθος.
Τούτο γίνηκε και με τη Φιλάνθη και τον Γαληνό. Με τα φιλιά να τους φλογίζουν, στράφηκαν στο Τσάμπασιν. Χρονιάρα μέρα, του Προφήτη Ηλία. Διάβηκαν οι ώρες συζητώντας με τη λοιπή οικογένεια για τις σφαγές των Αρμενίων, τις ανησυχίες των Ελλήνων και για τον προγραμματισμένο γάμο τους τον Νοέμβρη. Ωστόσο, ο πόθος παραμόνευε και δεν έλειψαν τα δήθεν τυχαία αγγίγματα και τα πυρακτωμένα βλέμματα των δύο αρραβωνιασμένων.
Το δειλινό έστησαν οι παραθεριστές γλέντι στα νότια του χωριού, στην πλατεία της αγοράς. Κάθισαν οι οικογένειες στις μακρόστενες τάβλες, έστρωσαν τραπεζομάντιλα στους πρόχειρους σοφράδες κι απάνω τους άπλωσαν ταψιά με ψητά στον φούρνο, παστά ψάρια, ψωμιά, γλυκίσματα, κρασί και τα χίλια δυο καλά. Οι καταστηματάρχες καρτερούσαν στις εισόδους των ξύλινων μαγαζιών τους· Τούρκοι από τα κοντινά χωριά έστεκαν παρέκει και πουλούσαν τυριά, βούτυρα, παχύ πρόβειο γιαούρτι, πουλερικά και κρέατα· οι μουζικάντηδες με κεμεντζέ, νταούλι και τουλούμ ζουρνά ξεσήκωναν τον κόσμο· τα παιδιά ξεφώνιζαν κι έτρεχαν προς κάθε κατεύθυνση· και σουρουπώνοντας άναψαν μεγάλες φωτιές εδώ κι εκεί και δαδιά δεμένα σε πασσάλους να φέγγουν.
Τράβηξε το γλεντοκόπι μέχρι τα μεσάνυχτα κι ύστερα όλοι έπεσαν μονοκόμματοι για ύπνο. Όλοι, πλην της Φιλάνθης και του Γαληνού που χόρεψαν λάθρα τον χορό του πόθου στην κάμαρα του δεύτερου, ωσότου ξεθύμανε και τους βρήκε σχεδόν το πρωί αγκαλιασμένους. Κι επαναλήφθηκε το ίδιο το επόμενο βράδυ, μετά το ημερήσιο ταξίδι τους στο Σεμέν, τη γενέτειρα του Όμηρου Σεμενιάδη, περί τα εννιά χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Τσάμπασιν.



ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ