Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Απόσπασμα απο το βιβλίο : "ΣΕΡΡΑ-Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ" ΜΕΡΟΣ 4ο

4

Αυτόν που στέκεται αντίκρυ σου δεν τον μαθαίνεις τρώγοντας ένα κομμάτι απ’ το ψωμί που ζύμωσε κι έψησε στα χρόνια της ζωής του. Πρέπει να γευτείς μπουκιά την μπουκιά το ψωμί του ολάκερο, βήμα το βήμα ή, καλύτερα, κύμα το κύμα το διάβα της ζήσης του κι ό,τι σφιχταγκαλιάζεται μαζί του. Έτσι θωρείς καθάρια στην ψυχή του.

Μπαίνοντας ο Γαληνός στο σπίτι εκείνο το Σάββατο, στις δεκαεννέα Ιουνίου 1915, κάθισε στο γραφείο του και γύρισε κατά το παράθυρο δίχως να βλέπει πουθενά. Ούτε καν έριξε το βλέμμα τριγύρω στο δωμάτιο. Προβληματισμένος κι ανήσυχος ανέτρεχε στη συζήτηση με τους πέντε έξι Έλληνες τους οποίους συνάντησε στο τυπογραφείο των Μιχαηλίδη-Συμεωνίδη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες τους είχαν εκτοπιστεί απ’ την πόλη πέντε χιλιάδες Αρμένιοι προς τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις και υπολόγιζαν πως σφαγιάστηκαν στην πλειονότητά τους. Όσον αφορά τις εκτιμήσεις των περισσοτέρων συνέκλιναν στο συμπέρασμα ότι δε συντρέχουν λόγοι να φοβούνται οι Ρωμιοί, αν και κάποιοι υποστήριζαν το αντίθετο.
Πάσχιζε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Ν’ αναλύσει τα τραγικά γεγονότα σε συνάρτηση με την πολιτική των Νεότουρκων και την υφιστάμενη εμπόλεμη κατάσταση, ώστε ν’ αποφανθεί για το μέλλον της ελληνικής κοινότητας με νηφαλιότητα. Όμως η συγκροτημένη του λογική κατέρρεε μπροστά στον ζόφο και το άλγος της ψυχής του.
Στρέφοντας το κεφάλι του, αντίκρισε την Ταλίν κουβαριασμένη στη γωνιά.
«Τι στο καλό!» αναφώνησε έκπληκτος, και πετάχτηκε όρθιος. «Τι ζητάς εδώ; Ποια είσαι; Πώς βρέθηκες στο σπίτι μου;»
Απ’ τη μεριά του κοριτσιού δεν έλαβε καμιά απόκριση. Απεναντίας μαζεύτηκε πιο πολύ και σφήνωσε το κεφάλι στα γόνατα. Πλέον φαινόταν μόνο το μισό της πρόσωπο με τα μεγάλα μελιά της μάτια να τον κοιτούν φοβισμένα.
Ο Γαληνός την πλησίασε. Ωστόσο η εσωτερική του ταραχή δεν αντανακλούσε στην όψη του. Το ’χε χάρισμα τούτο από παιδί και φρόντισε να το καλλιεργήσει και να το ενδυναμώσει. Κοντολογίς, είτε ανήσυχος είτε θυμωμένος, η έκφρασή του παρέμενε μονίμως ήρεμη, γαλήνια.
Πρόσεξε τα ρούχα της και τον μικρό μπόγο στα πόδια της.
«Αρμένισσα είσαι;»
Η Ταλίν συνέχιζε να τον κοιτάζει, ανυψώνοντας μόνο τους βολβούς των ματιών.
«Δε μιλάς ελληνικά;»
«Κόρη Σάρας. Με κρύψεις», μάσησε ξέπνοα όσα τη δασκάλεψε η μάνα της.
«Της Σάρας;» επανέλαβε ο Γαληνός, θαρρείς για να το εμπεδώσει. «Και σ’ άφησε εδώ χωρίς να με ρωτήσει; Με ποιο δικαίωμα; Γνωρίζεις πόσο επικίνδυνο είναι και για τους δυο μας; Γίνεται να σε κρύψω; Κι αν σε δει κανείς και το φανερώσει στους χωροφύλακες;»
Παρέθεσε κι άλλους λόγους που αιτιολογούσαν γιατί θ’ απέβαινε ολέθρια η διαμονή του κοριτσιού στο σπίτι του, ωσότου κατάλαβε ότι απλώς εξέφραζε φωναχτά τους φόβους του.
«Μήτε να επικοινωνήσουμε δεν μπορούμε», μουρμούρισε στο τέλος, και βημάτιζε πάνω κάτω στην κάμαρα θέτοντας ερωτήματα στον εαυτό του και αναζητώντας απαντήσεις.
Πώς θ’ αντιμετώπιζε το απρόσμενο και βαρύ φορτίο; Να την παραδώσει στις Αρχές; Δεν το άντεχε η ψυχή του, ούτε και το ήθος του. Να την κρατήσει; Άκρως επίφοβο και με απρόβλεπτες συνέπειες. Ήταν και ανεπίτρεπτο να φιλοξενεί ένα κορίτσι όντας αρραβωνιασμένος. Πέραν αυτών είχε υποσχεθεί στον νονό του και στα πεθερικά του να παραθερίσουν μαζί στο Τσάμπασιν στα τέλη Ιουνίου. Να την έκρυβε για λίγο; Μέχρι ν’ αποφασίσει τι θα κάμει; Άλλη επιλογή δε διαφαινόταν.
Cambasi
«Σήκω», την προέτρεψε ήρεμα, και της έγνεψε να καθίσει στην καρέκλα πλάι στο γραφείο του.
Το κορίτσι σηκώθηκε δισταχτικά· όπως ανατέλλει αργά αργά ο ήλιος και υψώνεται στον ουρανό, υποτάσσοντας την πλάση με τη θέρμη, τη λάμψη και το μεγαλείο του. Ο Γαληνός, θαρρείς και μόλις ξημέρωνε, απολάμβανε στιγμή τη στιγμή τον γλυκασμό της να ξεπροβάλλει. Τον μάγεψε, τον τόξευσε σε κάθε αχίλλειο πτέρνα του κι αδυνατούσε ν’ αποστρέψει το βλέμμα. Δεκαπέντε χρόνων η Ταλίν, αλλά πλούμιζαν το κορμί της μεστωμένες οι χάρες και οι ομορφάδες.
Μονομιάς εχάθη η παροιμιώδης ηρεμία του. Στο πρόσωπό του φέγγιζαν όσα έτρεμαν η λογική και η ηθική του. Ωσάν κουρδισμένος και πλαγιοπατώντας κάθισε στο γραφείο. Τούτο το συναίσθημα τον υπερέβαινε. Με κινήσεις που θύμιζαν σκαρί σε ταραγμένη θάλασσα έβγαλε την ταμπακιέρα, άναψε τσιγάρο και ρούφηξε με απληστία τον καπνό. Μπας και θολώσει ό,τι γήτευε με απόλυτο τρόπο την ύπαρξή του.
Η Ταλίν, κτήτορας πλέον των γεννημάτων της ψυχής του και ηγεμών των αοράτων, στάθηκε αντίκρυ του. Λύγισε τη μέση και τα γόνατα, μην κατέχοντας καν τη σαρωτική της δύναμη, και τον κατάκαιγε απ’ την καρέκλα.
«Εγώ, όνομα Ταλίν! Ξέρω τούρκικα», είπε, κι η φωνή της έσβησε όπως το σιγανό κύμα σε ανάβαθη αμμουδιά.
«Το εν ταις ψυχαίς κάλλος τιμιώτερον ηγήσασθαι του εν τω σώματι», απήγγειλε ο Γαληνός την περικοπή από το Συμπόσιον του Πλάτωνα σε μια απόπειρα ν’ ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του. Ν’ αντισταθεί αφυπνίζοντας το ήθος και τον λογισμό του εναντίον της επίθεσης της ομορφιάς που κυρίεψε και κατείχε ωσάν στρατός τον μικρό του κόσμο.
Η Ταλίν απόμεινε να τον θωρεί απορημένη κι ανήσυχη, χωρίς να δύσει το μέλωμα απ’ το πρόσωπό της. Όμοια με το άνοιγμα των λουλουδιών στο πρώτο αυγινό φως κι ας ταίριαζε η εικόνα πιότερο στον Γαληνό.
Καταφέρνοντας εντέλει να ισορροπήσει, τρόπον τινά, την εσωτερική του τρικυμία, έπιασαν να κουβεντιάζουν στα τούρκικα. Τα ’χε διδαχτεί η Ταλίν στο Αρμένικο σχολείο ως υποχρεωτικό μάθημα, όπως και τα Ελληνόπαιδα κατά τις επιταγές της Νεοτουρκικής κυβέρνησης, και μέσες άκρες μπορούσε να συνεννοηθεί. Του διηγήθηκε τα πρόσφατα δεινά της φαμίλιας της, ανέφερε την ανεπιτυχή προσπάθεια της μάνας της να την παραδώσει στη Μητρόπολη, την περιπέτεια με τον χωροφύλακα Χαμζά Χαφίζ κι απόσωσε εξηγώντας πώς βρέθηκε στο σπίτι του.
Ο Γαληνός απέφυγε να επαναλάβει πόσους κινδύνους σήμαινε η παρουσία της. Δεν ωφελούσε σε τίποτε να την τρομάξει περισσότερο. Περιορίστηκε μόνο να της επισημάνει να μη βγει για κανένα λόγο στην αυλή, ενώ της έδειξε την κουζίνα και την εσωτερική πόρτα που οδηγούσε στο κτισμένο κολλητά στον εξωτερικό τοίχο αποχωρητήριο. Ύστερα αναχώρησε κλειδώνοντας την αυλόπορτα. Δεν άντεχε άλλο να στέκει δίπλα της.
Χρύσανθος
Μόλις ξεμάκρυνε απ’ το εκτυφλωτικό της φως, η ιδέα να την εμπιστευτεί στη Μητρόπολη φάνταζε ιδανική λύση. Λογάριαζε να συναντήσει τον ίδιο τον μητροπολίτη Χρύσανθο και να του ζητήσει να τη θέσει υπό την σκέπην του. Συγχρόνως πρόβαλαν κι οι αμφιβολίες. Θα τον δεχόταν; Διατηρούσε ο Χρύσανθος φιλικές σχέσεις με τον νονό του, όμως ο ίδιος δεν ευτύχησε ποτέ να τον επισκεφτεί.
Διέσχισε τη συνοικία της Υπαπαντής, πήρε κατόπιν το Ζαροσκέλ σοκάκι και κοντοστάθηκε μπροστά στο Φροντιστήριο. Το επιβλητικό κτίριο ορθωνόταν σε σχήμα Π στη βορινή και βραχώδη μεριά της πόλης και πίσω του απλωνόταν ο Εύξεινος Πόντος. Δυστυχώς, το τεσσάρων πατωμάτων προς τη θάλασσα και δίπατο απ’ την αντίθετη μεριά κτίριο είχε πάψει να χρησιμοποιείται ως σχολείο. Και τούτο από τις είκοσι έξι Γενάρη 1915, όταν ρωσικά πλοία βομβάρδισαν αδιακρίτως την πόλη καταστρέφοντας κτίρια και σκοτώνοντας περί τους ογδόντα μουσουλμάνους και χριστιανούς. Τότε χτύπησαν δυο οβίδες και το Φροντιστήριο, το εκπαιδευτήριο-κόσμημα του Πόντου ολάκερου. Ευθύς διακόπηκαν τα μαθήματα του Γυμνασίου και του Δημοτικού και έναν μήνα αργότερα μετατράπηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο των Τούρκων.
Ήταν κι ο Γαληνός απόφοιτος του Φροντιστηρίου και τον πλήγωνε η κατάσταση στην οποία περιήλθε. Συνάμα ανησυχούσε για τη δική του τύχη, καθώς υποσχέθηκε ο μητροπολίτης στον νονό του ότι από τη νέα σχολική χρονιά θα τον διορίσει καθηγητή ή έστω διδάσκαλο. Όμως πλέον αμφέβαλλε εάν θα επαναλειτουργήσουν τα σχολεία. Συνεπαγόταν κι ο διορισμός του έτερο καλό. Πέραν της ικανοποίησης του μέ-γα πόθου του να ενταχθεί στην εκπαιδευτική κοινότητα, θα εξασφάλιζε τη μόνιμη απαλλαγή του απ’ τον στρατό. Σαράντα τέσσερις χρυσές οθωμανικές λίρες είχε στοιχίσει για την ώρα στον νονό του, περισσότερο απ’ ό,τι ο ετήσιος μισθός ενός καθηγητή, και ουδείς γνώριζε τι θα συμβεί στο μέλλον. Όσον αφορά τη μόνιμη απαλλαγή των δασκάλων και των καθηγητών, συμφώνησε ο Χρύσανθος με τις τοπικές οθωμανικές Αρχές να καταχωριστούν ως διάκονοι των εκκλησιών για τους οποίους δεν ίσχυε η υποχρεωτική στράτευση.
Έριξε στο προαύλιο μια ματιά στο εκκλησάκι των Αγίων Πάντων, το οποίο ματαίως έφερε την επιγραφή ΑΦΕΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΡΧΕΣΘΑΙ ΠΡΟΣ ΜΕ, αποτίναξε τις νέες σκέψεις του και συνέχισε την πορεία του. Στο επόμενο σταυροδρόμι έκοψε αριστερά και στα πενήντα μέτρα φάνηκε το πεπαλαιωμένο κτίριο της Μητρόπολης.
Στην είσοδο τον σταμάτησε ο εύσωμος κλητήρας Φωστηρόπουλος. Ο δεσπότης, όπως τον ενημέρωσε, βρισκόταν στην εξοχική του κατοικία στο προάστιο Σοούκ Σου και την επαύριον θα χοροστατούσε στην εκκλησία του κοντινού χωριού Πολίτα. Μην τολμώντας να εκμυστηρευτεί σε άλλον το περιστατικό με την Ταλίν, αποχώρησε.
Το ρολόι στο καμπαναριό του παρακείμενου μητροπολιτικού ναού του Αγίου Γρηγορίου, ορατό κι απ’ τις τέσσερις πλευρές, έδειχνε τρεις και είκοσι το μεσημέρι. Διασχίζοντας ξανά τη συνοικία της Υπαπαντής κατέληξε στα δαιδαλώδη στενοσόκακα σιμά στο μπεζεστένι, τη σκεπαστή αγορά. Η πόλη, ακόμη και σ’ αυτό το άλλοτε πολυσύχναστο μέρος, φάνταζε σχεδόν άδεια. Τα γεγονότα με τους Αρμένιους σαφώς επηρέασαν τις μετακινήσεις. Ωστόσο στην εικόνα της ερήμωσης συνέβαλαν και οι βομβαρδισμοί που δέχτηκε η Τραπεζούντα απ’ τα ρωσικά πλοία τον περασμένο Νοέμβρη και τον Γενάρη. Την εγκατέλειψαν τότε μπόλικοι κάτοικοι μεταβαίνοντας στα χωριά τους, ενώ διέμεναν κι οι πλούσιοι μόνιμα στις εξοχικές τους επαύλεις.
Σ’ ένα από τα σοκάκια με τα μαγαζιά των μπακιρτζήδων, μπήκε στο εστιατόριο του Γιαγκούμπ. Παρατήρησε στον πάγκο τ’ αραδιασμένα σε ταψιά και σε μεγάλες κατσαρόλες φαγητά και παράγγειλε στον μάγειρα τηγανητά χαψία, όπως λέγανε τον γαύρο.
«Ο μάστρος σου;» ρώτησε το παιδί μόλις τον σέρβιρε.
«Όπου να ’ναι έρχεται, εφέντη!»
Με το που τέλειωσε το φαγητό, εμφανίστηκε κι ο Γιαγκούμπ. Αντάλλαξε μερικές κουβέντες με μια πενταμελή παρέα κι έπειτα κάθισε στο τραπέζι του Γαληνού.
«Τι μαθαίνεις, Ιακώβ;»
«Να λαλείς το όνομά μου στα τούρκικα. Πονήρεψαν πάλι οι καιροί», συνέστησε χαμηλόφωνα ο Γιαγκούμπ, κι έπιασε να λέγει φωναχτά για τις δουλειές του.
Αδειάζοντας σε λίγο το μαγαζί από πελάτες, έστειλε το παιδί να του αγοράσει καπνό.
«Να φυλαχτείτε!» κίνησε να συμβουλεύει τον Γαληνό. «Θα περάσουν από μαχαίρι και τους Ρωμιούς. Έτσι ακούγεται. Μακαρίζω τον πάππο μου που δε συντάχθηκε με τους υπόλοιπους και τώρα ζω δίχως φόβο. Όμως σας πονάω, συγγενείς μου είστε. Και να ξέρεις, όποιοι κατάγεστε από τενεσούρ κινδυνεύετε πιότερο. Ποτέ δε σας συχώρεσαν».
Αναφερόταν ο Γιαγκούμπ σε όσα ακολούθησαν μετά το σουλτανικό φιρμάνι του 1856, με το οποίο επετράπη η ανεξιθρησκία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τούτο έδωσε την ευκαιρία να φανερωθούν αρκετοί κρυπτοχριστιανοί, ή κλωστοί ή γυριστοί, και να επανέλθουν στην ορθόδοξη πίστη. Δειλά στην αρχή κι ύστερα πιο έντονα, δήλωσαν χριστιανοί περί τις είκοσι χιλιάδες σε ολόκληρο τον Πόντο. Μαζί και σχεδόν το σύνολο των κατοίκων της Κρώμνης, όθεν καταγόταν ο Γαληνός και υπήρξε κρυπτοχριστιανός ο πάππος του. Η αλήθεια είναι ότι πολεμήθηκαν με παντοίους τρόπους απ’ το ιερατείο των μουσουλμάνων και τη Διοίκηση και πιέστηκαν να άρουν την απόφασή τους, ενώ ως το 1910 τους ανάγκαζαν να χρησιμοποιούν δυο ονόματα στα επίσημα έγγραφα. Μέχρι κι ο πατέρας του Γαληνού γραφόταν Ιμπραήμ και Αβραάμ. Ασχέτως εάν επρόκειτο για το ίδιο όνομα, προερχόμενο απ’ την Παλαιά Διαθήκη την οποία δέχεται εν πολλοίς και το Ισλάμ. Τους ονόμαζαν, δε, οι μουσουλμάνοι «τενεσούρ», ήτοι αλλαξοπιστήσαντες εκ του μωαμεθανισμού.
Απ’ την Κρώμνη καταγόταν κι ο Γιαγκούμπ, εγγονός του αδελφού του πάππου του Γαληνού και δεύτερος εξάδελφός του αν και δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερος. Αρνήθηκε ο
πάππος του να εγγραφεί ορθόδοξος και συνέχιζε να ζει σαν κρυπτοχριστιανός, όπως κι οι απόγονοί του. Κι επειδή μόνο τρεις τέσσερις οικογένειες της Κρώμνης δε φανερώθηκαν, σε αντίθεση με άλλες περιοχές, μετοίκησαν και ζούσαν στην Τραπεζούντα. Πάντως οι συγγενικοί δεσμοί δε διακόπηκαν, παρότι φρόντιζαν να μη δημοσιοποιούνται.
«Σχεδιάζουν κάτι για τώρα άμεσα;» επέμενε ο Γαληνός.
«Αόριστα πράματα διαδίδονται. Σκορπάνε μίσος οι Νεότουρκοι και τάζουν στους μουσουλμάνους τις περιουσίες των Ρωμιών. Ξέρεις τι είναι να μην έχεις να βάλεις βρακί στον κώλο σου κι αύριο να οικονομήσεις ένα σωρό παράδες; Με τέτοιες υποσχέσεις παίρνουν εύκολα αέρα τα μυαλά. Γι’ αυτό σε ορμηνεύω να φυλαχτείτε».
Παλιά Αργυρούπολη
Πολλά ταλάνιζαν πια τον Γαληνό. Είχε στην έγνοια του και τη μάνα του και τις δυο παντρεμένες αδελφές του στο χωριό. Επίσης, τους δυο αδελφούς του που υπηρετούσαν σε τάγματα εργασίας κοντά στην Αργυρούπολη. Μπορεί ο ίδιος να περιήλθε στη φροντίδα του νονού του αφότου πνίγηκε ο πατέρας τους, μα ενδιαφερόταν για τη λοιπή οικογένεια. Όσον αφορά τον πατέρα του, όπως κι οι περισσότεροι άντρες της Κρώμνης, εργαζόταν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου ως μετανάστης. Ξεκίνησε απλός κτίστης και κατόπιν αναλάμβανε εργολαβίες στα νότια της Ρωσίας, αλλά και στον Πόντο, στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη. Σαν εργολάβος έκτισε και το αρχοντικό του Σεμενιάδη στην Ορντού κι έτσι προέκυψε η κουμπαριά και η βάφτιση του Γαληνού, δίδοντάς του το όνομα του Έλληνα γιατρού της αρχαιότητας. 
Στα τέλη Σεπτέμβρη του 1908 έλαβαν την επιστολή που τους γνωστοποίησε τον θάνατό του. Τους έγραψε ένας φίλος του ότι επιβιβάστηκε στο ελληνικό ατμόπλοιο «Κασσάνδρα» στο λιμάνι της Σμύρνης και αποπλέοντας το εμβόλισε κατά λάθος το τουρκικό «Σταμπούλ» με αποτέλεσμα να πνιγούν διακόσιοι άνθρωποι. Ανάμεσά τους κι ο πατέρας του Γαληνού, στα πενήντα δύο του. Φοιτούσε τότε ο Γαληνός στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας στην προτελευταία τάξη του Γυμνασίου, καθώς είχε κερδίσει δυο χρονιές στο αλληλοδιδακτικό σχολείο της Κρώμνης. Μαθαίνοντας ο νονός του το τραγικό γεγονός, τον έθεσε υπό την προστασία του. Εκείνος, γνωρίζοντας την αγάπη του Γαληνού για την εκπαίδευση και παρότι τον προτιμούσε γιατρό, τον προέτρεψε να συνεχίσει τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας κι επωμίστηκε όλα τα έξοδα. Τον υιοθέτησε και επίσημα αργότερα, κι απέκτησε ο Γαληνός δεύτερη οικογένεια. Θετούς γονείς τον νονό και τη νονά του και εξ αγχιστείας αδελφή την Ερατώ.
Αποχαιρέτησε τον Γιαγκούμπ κι αναρωτιόταν εάν έπρεπε να προτείνει στον νονό του να μεταναστεύσουν στη Ρωσία, ακολουθώντας το παράδειγμα αρκετών Ελλήνων του Πόντου. Όμως τι θ’ απογίνονταν οι δικοί του; Κι η Ταλίν;
«Ο σεβντάς κακόν πράγμα εν, άνθρωπον παλαλώνει. Δείκν’ άτον στράταν το ποτάμ’, τη θάλασσαν αλώνι», τον πείραξε ο Πάντζιος, μόλις μπήκε στη βιοτεχνία επεξεργασίας λεπτοκαρύων.
«Ούτε ο έρωτας με τρέλανε, ούτε βλέπω το ποτάμι για δρόμο, ούτε τη θάλασσα αλώνι», του αποκρίθηκε. «Άλλα με βασανίζουν, όσα συμβαίνουν».
«Ε, κι αν βασανίζεσαι θ’ αλλάξουν, κυρ καθηγητά;»
«Όχι, Πάντζιο, μα είμαστε άνθρωποι και συμπονάμε. Είχαμε κι Αρμένιους εργάτες νομίζω...»
«Τελευταίως απέμενε μόνο η κυρα-Σάρα, που σου έπλενε και τα ρούχα. Άλλους δυο τους διώξαμε πρωτύτερα. Ανάθεμα τον πόλεμο και τις επιτάξεις!»
«Η κυρία Σάρα, κρίμα!» προφασίστηκε τον ανήξερο, χωρίς να σχολιάσει τα περί επιτάξεων. Δηλαδή τις κατασχέσεις προϊόντων στις οποίες προέβη η οθωμανική διοίκηση και απογυμνώθηκαν σπουδαίοι εμπορικοί οίκοι. Ειδικά στην περίπτωσή τους γονάτισαν την επιχείρηση, αφού στις αρχές του έτους κατάσχεσαν τα αποθέματα των φουντουκιών προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως ξηρά τροφή του στρατού.
«Πρώτη φορά τον θωρείς;» ρώτησε ο Πάντζιος, καθώς ο Γαληνός προσηλώθηκε στον αναρτημένο κανονισμό του εργοστασίου.
Όντως δεν τον είχε προσέξει. Άλλωστε μόλις προ μηνός, τελειώνοντας με τις σπουδές του, εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Τραπεζούντα. Σύμφωνα με τον κανονισμό οι εργάτες όφειλαν να εργάζονται έντεκα ώρες καθημερινά και δέκα το Σάββατο, με μία ή μιάμιση ώρα μεσημεριανό διάλειμμα τον χειμώνα και το καλοκαίρι αντίστοιχα, διάστημα το οποίο δε συνυπολογιζόταν στο ωράριο. Επιπλέον, όποιος αργούσε ένα τέταρτο το πρωί λάβαινε μισό μεροκάματο. Πληρώνονταν κάθε δεκαπενθήμερο και δεν εργάζονταν τις Κυριακές και κατά τις δεκατρείς μεγαλύτερες εορτές του χρόνου.
«Θεωρώ άδικο όποιος καθυστερεί ολίγα λεπτά να του κόβουμε μισό ημερομίσθιο».
«Άμα δε σφίξεις τα λουριά στους εργάτες, δε βάνουν μυαλό», εναντιώθηκε ο Πάντζιος.
«Καλά, θα τα δούμε στο μέλλον τούτα. Τώρα θέλω μια χάρη».
«Ό,τι θες, κυρ καθηγητά! Αφεντικό είσαι».
«Αφεντικό έχεις τον νονό μου. Σε ό,τι με αφορά πιστεύω ότι εργοδότης κι εργαζόμενοι πρέπει να βρίσκονται εν αγαστή συνεργασία».
«Τι πράμα; Αυτά τα γραμματιζούμενα δεν τα σκαμπάζω. Πες μου τι θες κι αμέσως θα το κάμω».
«Το στρώμα του κρεβατιού στο σπίτι που νοίκιασα είναι πεπαλαιωμένο και θ’ αγοράσω καινούργιο. Να με βοηθήσεις να το μεταφέρουμε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά οι χαμάληδες εξαφανίστηκαν απ’ την αγορά».
«Πολλοί ήταν Αρμένιοι. Οι άλλοι ξεφορτώνουν στρατιωτικά εφόδια στο λιμάνι. Τους πληρώνουν οι πλούσιοι να κάνουν τη δική τους αγγαρεία. Πάμε;»
Γνώριζε φυσικά ο Γαληνός για την επιβολή αγγαρειών σε όλους τους κατοίκους κι ότι οι πιο εύποροι πλήρωναν κι αναλάμβαναν στη θέση τους χαμάληδες ή άντρες από τα φτωχότερα στρώματα. Απλώς προσπαθούσε να θέσει όσο πιο αθώα το ζήτημα, ώστε να μην υποπτευθεί τίποτε ο Πάντζιος για την Ταλίν.
Κατευθύνθηκαν στο παζάρι, αγόρασαν το στρώμα και ο Πάντζιος το ’ριξε στην πλάτη του. Δεν του επέτρεπε η νοοτροπία του να του τανύσει το αφεντικό.
Φτάνοντας, έβγαλε ο Γαληνός το κλειδί.
«Κλειδώνεις, κυρ καθηγητά;» απόρησε ο Πάντζιος, κι αμέσως πρόσθεσε: «Μέρες που είναι, καλά κάνεις».
Ο Γαληνός δεν αποκρίθηκε. Έπαιρνε πια να σουρουπώνει κι έφερε στιγμιαία στον νου του την Αθήνα, όπου ο ήλιος έδυε τουλάχιστον μια ώρα αργότερα. Ξεκλείδωσε την αυλόπορτα και μπήκαν.
«Άφησέ το εκεί στην άκρη και βιάσου να επιστρέψεις σπίτι σου», του υπέδειξε, καθώς με την έναρξη του πολέμου απαγορεύτηκε η κυκλοφορία τη νύχτα.
«Να μην το κουβαλήσω μέχρι μέσα;»
«Πρέπει να λιαστεί για να ψοφήσουν τα ακάρεα, τα οποία ως λέγει ο Γερμανός δερματολόγος Γκούσταβ Σίμον προκαλούν αλλεργίες».
«Ποια πράματα να ψοφήσουν;» ρώτησε περιπαιχτικά ο Πάντζιος, και με τη βία κρατιόταν να μην ξεσπάσει σε γέλια.
«Τα ακάρεα. Είναι σαν μικροσκοπικά τσιμπούρια».
«Όπως προστάξεις, κυρ καθηγητά! Ακέρια ή μισά, δικός σου λογαριασμός», απάντησε, θεωρώντας τον επιεικώς υποχόνδριο.
Ακούμπησε το στρώμα στον μαντρότοιχο, χαιρέτησε κι απομακρύνθηκε σφυρίζοντας.
Ο Γαληνός τοποθέτησε στην αυλόπορτα τη μακρόστενη ξύλινη αμπάρα, φορτώθηκε το στρώμα και διέσχισε την αυλή.
«Εγώ είμαι», ανήγγειλε στα τουρκικά ανοίγοντας την πόρτα.
Στο ημίφως διέκρινε την Ταλίν να κοιμάται κουβαριασμέ-νη στο πάτωμα. Άφησε καταγής το στρώμα και πλησιάζοντας επιχείρησε να την ξυπνήσει. Όμως αμέσως μετάνιωσε. Πέρα-σε τα χέρια κάτω απ’ την πλάτη και τα πόδια της, τη σήκωσε και την απίθωσε στο κρεβάτι. Πούπουλο το κορμί της.
Άναψε τη λάμπα πετρελαίου, κάθισε στο γραφείο του, φυλλομέτρησε τη μυθιστορία Ο αποτρόπαιος πυγμάχος του Ουίλιαμ Κάρλτον και πάσχισε να βυθιστεί στις σελίδες της.
Η ενασχόληση με την πυγμαχία ήταν το πλέον παράδοξο για τον ήρεμο και στωικό χαρακτήρα του Γαληνού. Ενόσω σπούδαζε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας εγγράφη-κε για μερικούς μήνες στο νεοϊδρυθέν τμήμα πυγμαχίας του Πανελλήνιου Ποδοσφαιρικού Ομίλου. Έκτοτε δέθηκε με το άθλημα και συνέχισε να ασκείται κατ’ οίκον, εξού και ο σάκος που κρεμόταν στην άκρη του δωματίου. Λίγο ως πολύ επιδίωκε ν’ αναπληρώσει τη μέτρια σωματική του διάπλαση με την τεχνική και τα μυστικά της πυγμαχίας. Τον οδήγησε σ’ αυτό και ο παιδιόθεν φόβος του προς τους μεγαλύτερους και γενικότερα η συστολή του απέναντι στους ανθρώπους.
Ωστόσο, μάταια πάλευε να μεταφερθεί στον κόσμο της μυθιστορίας. Τον αποσυντόνιζε και τον κέρδιζε ψυχή τε και σώματι η εικόνα της Ταλίν καθώς στριφογύριζε στον ύπνο της και το φόρεμά της είχε τραβηχτεί πάνω απ’ τα γόνατα. Προσέδιδε και το κιτρινωπό φως της λάμπας στο κορμί της μυστηριακή γοητεία. Ωσάν άγγελος στα σύγνεφα του δειλινού. Αλλά και με τόσο γήινη έλξη, τόση φλόγα, που τον αναστάτωνε. Ήταν έρωτας τούτο το αναστάτωμα;
Τρόμαξε και μόνο με το ερώτημα. Κι όταν σ’ ένα νέο στρι-φογύρισμα της Ταλίν φάνηκε γυμνό το μεστωμένο στήθος της, τινάχτηκε όρθιος. Τη σκέπασε με το σεντόνι και, παίρνοντας την ταμπακιέρα και τον αναπτήρα του, βγήκε στην αυλή.
Ουδέποτε μέχρι τότε κάπνισε τόσο πολύ. Ο κίνδυνος, η Φιλάνθη, το πάθος που ένιωθε να θεριεύει μέσα του για την Ταλίν, τα νοερώς επικριτικά βλέμματα του νονού και των πεθερικών του, μα και το άγρυπνο μάτι του Θεού, τον μαχαίρωναν και τον δίχαζαν. Έμεινε άυπνος σχεδόν όλη νύχτα και μόνο κοντά στα χαράματα έπεσε και πλάγιασε στο στρώμα καταγής.
Ξύπνησε κατά τις έντεκα και κοιτάζοντας το ρολόι του θορυβήθηκε. Ανήκουστο κι ανεπίτρεπτο να μην παρακολουθήσει τη θεία λειτουργία. Αυτός που έσπευδε κάθε Κυριακή, όρθρου βαθέος, στην εκκλησία.
Παρατήρησε την Ταλίν, όπως καθόταν ανακούρκουδα στη γωνιά της κάμαρας, κι η εσωτερική ταραχή του εξακοντίστηκε. Από εκείνη τη στιγμή είχε την εντύπωση ότι ο ρους της ζωής κυλούσε πότε ταχύτατα, πότε χασομερώντας ηδονικά και πότε αργόσυρτα και βασανιστικά.
Φροντιστήριο Τραπεζούντας
Προσπάθησε την ίδια μέρα να συναντήσει τον μητροπολίτη, μεταβαίνοντας με άμαξα στο προάστιο Σοούκ Σου, όμως τον ενημέρωσαν ότι ήταν κλινήρης. Και βάστηξε η ασθένειά του επί μία εβδομάδα. Το εν λόγω διάστημα, περιμένοντας να αναρρώσει ο μητροπολίτης, βομβάρδιζαν τον Γαληνό διαρκώς συνταρακτικά γεγονότα, καταστάσεις και ειδήσεις, ανα-τρέποντας και δοκιμάζοντας ό,τι αποφάσιζε.
Τη Δευτέρα ανακοινώθηκε ότι θα τουφεκισθεί όποιος κρύβει Αρμενίους και την Τετάρτη βρέθηκε διαμελισμένο το σώμα του Αχιλλέα Λαζαρίδη, επειδή φιλοξενούσε μια οικογένεια στο υπόγειό του. Κατόπιν μαθεύτηκε πως εκατοντάδες Αρμένισσες της Τραπεζούντας οδηγήθηκαν στο όρος Ζύγανα και τις θανάτωσαν, πλην μόνο της κόρης του μεγαλέμπορου Μισιριάν, την οποία κράτησε για γυναίκα του ο υπεύθυνος στρατιωτικός διοικητής Σελίμ μπέης, Άραβας στην καταγωγή. Επίσης, ότι ανάγκασαν όσους Αρμένιους υπηρετούσαν στα εργατικά τάγματα να σκάψουν τάφρο, όπου, σκοτώνο-ντάς τους, τους έθαψαν ομαδικά. Κατέφταναν και πληροφορίες για τη σφαγή χιλίων πεντακοσίων Αρμενίων από τσέτες με αρχηγό τον Κούρδο Ζεϊνάλ μπέη, κι εκατοντάδων άλλων στην περιοχή των Πλατάνων απ’ τους άντρες του Μιζά εφέντη. Κι ακόμη πως ο γιατρός Αλή Σαΐμπ δηλητηρίασε πολλούς στο νοσοκομείο, ενώ ο βαλής Τζεμάλ Αζμί φυλάκισε σ’ αυτό μια ντουζίνα ανήλικες Αρμενοπούλες και τις κακοποιούσε σεξουαλικά. Δώρισε, μάλιστα, και τις ομορφότερες στον δεκατετράχρονο γιο του.
Στο τέλος της εβδομάδας, με διαταγή του αντιπροσώπου του Νεοτουρκικού Κομιτάτου Ναήλ μπέη, παραδόθηκαν σε οικογένειες μουσουλμάνων οι Αρμενοπούλες που κατέφυγαν στη Μητρόπολη, μολονότι αρχικά είχε οριστεί να φιλοξενηθούν σε ορφανοτροφείο υπό την αιγίδα του δεσπότη. Όσο για τα μικρά αγόρια τα έπνιξαν στη θάλασσα, μαζί με άλλα που συνέλαβαν εδώ κι εκεί. Χτυπούσαν τα κεφάλια τους σ’ ένα δοκάρι, τα τοποθετούσαν σε τσουβάλια, ανοίγονταν με καΐκια στο πέλαγος και τα πετούσαν στο νερό. Ξέβρασε και καμιά δεκαριά η θάλασσα στη Δαφνούντα και τα έθαβαν κρυφά οι Ρωμιές της συνοικίας. Πρωτοστατούσε στο αποτρόπαιο έγκλημα ο πρόεδρος του σωματείου των βαρκάρηδων Τραπεζούντας Γιαχγιά Καχγιά, αποκτώντας έκτο-τε μεγάλη ισχύ. Παραχώρησαν κι αρκετά παιδιά σε οικογένειες Οθωμανών, καθώς σύναξαν περί τα τρεις χιλιάδες από ολόκληρο τον νομό.
Συνάμα διαδιδόταν ολοένα πιο έντονα το σύνθημα: «Η Τουρκία στους Τούρκους», το οποίο κέρδιζε έδαφος κι ανάμεσα στις μη τουρκικές φυλές του Πόντου ωστόσο πιστές στο Ισλάμ· κυκλοφορούσαν φήμες ότι όσοι Αρμένιοι κατάφεραν να διασωθούν οργάνωναν αντάρτικες ομάδες στα ορεινά· ακούγονταν για ληστρικές επιθέσεις τσετών στα χριστιανικά χωριά της περιφέρειας· και πλήθαιναν οι έφοδοι των χωροφυλάκων στα σπίτια των Ρωμιών αναζητώντας λιποτάκτες.
Ύστερα από όλα αυτά απέμεναν στον Γαληνό δύο επιλογές. Είτε θα παρέδιδε την Ταλίν στη χωροφυλακή είτε θα την έκρυβε ωσότου τη φυγαδεύσει στη Ρωσία, όπως υπολόγιζε. Η ζυγαριά της ψυχής του έγειρε καθαρά προς τη δεύτερη λύση.
Λαμβάνοντας την απόφαση, επιμελήθηκε τα της συνοίκησής τους. Χώρισε στα δύο το δωμάτιο, κρεμώντας κατά μήκος χοντρό σκοινί κι απάνω του κουβέρτες, και η Ταλίν πλάγιαζε στο στρώμα που της αγόρασε. Στη συνέχεια φρόντιζε με ιδιαίτερη προσοχή για τα χρειώδη. Ψώνιζε κάθε φορά σε διαφορετικό φούρνο ψωμί, από άλλο εστιατόριο φαγητό στην πήλινη γαβάθα του κι από άλλο μανάβικο λαχανικά και φρούτα. Μετέβαινε και σε μαγαζιά των απόμερων μαχαλάδων και ποτέ δεν αγόραζε απ’ τον ίδιο πλανόδιο πωλη-τή. Πάσχιζε, κοντολογίς, να μην κινήσει υποψίες μια και δεν αποκάλυψε σε κανέναν ότι έκρυβε την Ταλίν.
Στα τέλη Ιουνίου, μην μπορώντας να την εγκαταλείψει, έστειλε επιστολή στον νονό του μ’ έναν έμπορο ο οποίος ταξίδευε στην Ορντού με το αυστριακό ατμόπλοιο. Θα δίδασκε ιδιωτικώς δυο παιδιά, έτσι επικαλέστηκε, και παρακαλούσε τον νονό του να ενημερώσει τα πεθερικά και την αρραβωνιαστικιά του ότι δε θα τους ακολουθούσε στο Τσάμπασιν για παραθερισμό. Κι αποτελούσε εν μέρει ψέμα η κατ’ οίκον διδασκαλία, καθώς ήδη σκόπευε να δραστηριοποιηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.
Στο μεταξύ, βάλθηκε να μαθαίνει την Ταλίν ρωσικά και ελληνικά. Γνώριζε επιπλέον ο Γαληνός την τουρκική και τη γαλλική γλώσσα, ενώ είχε την ευχέρεια να συνεννοηθεί και στα αγγλικά. Βίωνε, δε, την εμπειρία της συγκατοίκησης και της διδασκαλίας με σοβαρότητα, αυτοκυριαρχία και κρυφό ενθουσιασμό. Κι όποτε αφηνόταν να παρασυρθεί απ’ τους γλυκασμούς της Ταλίν, η οποία σιγά σιγά απόδιωξε τον φόβο της και στριφογύριζε σαν πεταλούδα στην κάμαρα, πρόβαλλαν εμπρός στη μέθη του οι ερινύες της ηθικής και τον βύθιζαν στα σκοτεινά τους πηγάδια.
Στις δεκαοκτώ Ιουλίου, την ημέρα που ανέλαβε επιτέλους να διδάσκει σε δύο κορίτσια τη γαλλική γλώσσα, επέστρεψε χαρούμενος απ’ το πρώτο του μάθημα. Η ζέστη σε συνδυασμό με την υγρασία και τη σκόνη στους δρόμους δημιουργούσαν αποπνιχτική ατμόσφαιρα, όμως δε μετρίασαν την εύθυμη διάθεσή του.
Μπήκε στο σπίτι εφοδιασμένος με ψητό κρέας στη λαδόκολλα, ψωμί, μπακλαβάδες κι ένα μπουκάλι κρασί κι ανήγγειλε ότι θα γιορτάσουν το γεγονός. Η Ταλίν ενθουσιάστηκε. Άπλωσε τραπεζομάντιλο στο προσφάτως αγορασμένο χαμηλό τραπέζι, έφερε πιάτα και ποτήρια, ξεκρέμασαν απ’ το σκοινί και τις κουβέρτες που χώριζαν το δωμάτιο στα δύο και κάθισαν καταγής σταυροπόδι.
Βοηθούντος του κρασιού, το κέφι αυξανόταν ολίγον κατ’ ολίγον και το γέλιο της Ταλίν κελάρυζε όπως το γάργαρο νερό.
«Τι είναι αυτό στη γωνία;» τον ρώτησε κάποια στιγμή, κι ενώ το μπουκάλι όδευε προς το τέλος του.
«Πρόκειται για σάκο προπόνησης πυγμαχίας».
«Δηλαδή;»
Σηκώθηκε τότε ο Γαληνός, έλαβε θέση μάχης απέναντι στον σάκο κι άρχισε να ρίχνει απανωτές γροθιές. Συγχρόνως χοροπηδούσε δεξιά κι αριστερά. Η Ταλίν ξέσπασε σε γέλια, καθώς της φάνταζε ιδιαιτέρως αστεία η σκηνή.
Ακολούθως, θέλησε να δοκιμάσει κι η ίδια. Της έδειξε ο Γαληνός πού να σταθεί και πώς να τοποθετήσει τα χέρια της και βάλθηκε να κοπανά τον σάκο χαχανίζοντας. Μια, δυο, τρεις. ίσαμε δέκα γροθιές. Ώσπου ήρθε η σειρά του σάκου ν’ ανταποδώσει, τρόπον τινά, το σφυροκόπημα. Όπως ταλαντευόταν μπρος πίσω και η Ταλίν ζύγωσε πέραν του δέοντος, τη χτύπησε με δύναμη κατακούτελα. Αποτέλεσμα ήταν να χάσει την ισορροπία της και θα σωριαζόταν τ’ ανάσκελα εάν δεν την άρπαζε ο Γαληνός. Όμως η αντανακλαστική του κίνηση έφερε τις απαλάμες του ακριβώς στα δυο της στήθη.
Μέχρι να την επαναφέρει σε όρθια στάση ένιωσε το κορμί του να λαμπαδιάζει ολόκληρο. Στράφηκε κι η Ταλίν και τον κοίταζε στα μάτια καταπώς βυθίζεται το πρόσφορο στο κόκκινο κρασί.







ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ